Οι πηγές κυβερνητικής επιτήρησης έχουν αλλάξει. Πλέον, οι μυστικές υπηρεσίες πληροφοριών δεν αρκούνται σε παρακολουθήσεις τηλεφώνων και διαδικτυακούς κόμβους. Μια πολύ πλούσια πηγή πληροφοριών και δεδομένων είναι η αγορά τους.
Η Adint, άλλως η διαφημιστική πληροφορία, σημειώνουν οι Financial Times, είναι πλέον μια από τις κύριες πηγές κυβερνητικής επιτήρησης. Αυτό διαπίστωσε έρευνα 11 ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών σε μυστικές υπηρεσίες πληροφοριών. Την έρευνα διεξήγαγαν Γερμανοί ακαδημαϊκοί, ειδικοί σε θέματα ασφαλείας.
Απουσία ρύθμισης
Οι κυβερνήσεις έχουν θεσπίσει αυστηρούς κανόνες σχετικά με την υποκλοπή προσωπικών δεδομένων πολιτών μέσω τηλεφωνικών παρακολουθήσεων και μαζικής συλλογής δεδομένων. Αλλά στην περίπτωση της Adint οι μυστικές υπηρεσίες κινούνται ελεύθερα. Οι κανόνες είτε είναι πολύ πιο ασαφείς είτε απουσιάζουν εντελώς.

Οι συλλέκτες δεδομένων και πληφοροριών για εμπορικούς σκοπούς και οι μεσίτες δεδομένων συλλέγουν πλέον ένα πολύ ευρύ φάσμα πληροφοριών για τους καταναλωτές. Η ανάλυση των δεδομένων αυτών από τις μυστικές υπηρεσίες μπορεί συχνά να παρέχει πολύ περισσότερες λεπτομέρειες για πιθανούς στόχους από την παραδοσιακή κρατική επιτήρηση. Σύμφωνα με τον Θόρστες Βέτζλινγκ, έναν από τους συγγραφείς της μελέτης, «μέσω εμπορικών προμηθευτών, οι εθνικές υπηρεσίες ασφαλείας συνήθως αγοράζουν πρόσβαση σε μια συνεχώς ενημερωμένη ροή μαζικών δεδομένων».
Και διευκρινίζει γιατί αυτό έχει σημασία: «Αυτά τα δεδομένα περιέχουν πληροφορίες σχετικά με τα μοναδικά αναγνωριστικά των κινητών συσκευών, την ακριβή τους τοποθεσία με την πάροδο του χρόνου. Επίσης, δίνουν λεπτομερή δεδομένα προφίλ μεμονωμένων χρηστών εφαρμογών που συνδέονται με αυτές τις συσκευές».
Και τι ψάχνουν οι μυστικές υπηρεσίες; «Τα πάντα», λέει ο Βέτζλινγκ. «Από βασικά δεδομένα σχετικά με την ηλικία, το φύλο και την τοποθεσία έως εξαιρετικά ευαίσθητα συμπεράσματα. Οι πολιτικές προτιμήσεις, ο σεξουαλικός προσανατολισμός και οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, μπορούν να αποτελέσουν μέρος αυτών των δεδομένων».
Η χρήση της Adint ισοδυναμεί με μια «σημαντική» πρόσφατη αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας των υπηρεσιών πληροφοριών, αναφέρει η μελέτη.
Εταιρείες «βιτρίνα»
Τα ευρήματα της μελέτης δημοσίευσε το Interface. Πρόκειται για ευρωπαϊκό think-tank που ειδικεύεται στην τεχνολογία και την επιτήρηση. Συλλέχθηκαν πληροφορίες από 11 ρυθμιστικούς φορείς και εθνικούς επιθεωρητές με νομικές αρμοδιότητες να παρακολουθούν και να ελέγχουν τις δραστηριότητες των αντίστοιχων εθνικών εγχώριων και ξένων υπηρεσιών πληροφοριών.

Η χρήση του Adint περιλαμβάνει έτοιμα εργαλεία ανάλυσης πληροφοριών από μικρότερες κυβερνήσεις, καθώς και την τακτική αγορά εμπορικών συνόλων δεδομένων από μεγαλύτερες δυνάμεις πληροφοριών.
Οι μεγάλες μυστικές υπηρεσίες αγοράζουν μαζικά εμπορικά δεδομένα απευθείας. Μερικές φορές χρησιμοποιούν εταιρείες «βιτρίνα», για να αποκρύψουν τις ταυτότητές τους και τα συμφέροντά τους, σύμφωνα με την έκθεση.
«Αυτές οι πρακτικές κερδίζουν έδαφος, όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου αυτό έχει αναφερθεί ευρύτερα, αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη», λέει ο Βέτζλινγκ. «Αυτό οφείλεται στο ευρύ πεδίο εφαρμογής και το μέγεθος των δεδομένων που έχουν γίνει εμπορικά διαθέσιμα», επισημαίνει.
Οι εποπτικοί φορείς σε όλη την Ευρώπη ζητούν ολοένα και περισσότερο τη ρύθμιση τέτοιων πρακτικών, πρόσθεσε. Και αυτό γιατί πολλοί από τους ισχύοντες νόμους που θεσπίστηκαν μετά τις διαρροές από τον Έντουαρντ Σνόουντεν, το 2013, είναι ξεπερασμένοι.
Απρόσεκτοι καταναλωτές
Οι καταναλωτές συχνά παραχωρούν περισσότερα δικαιώματα από όσα τους δίνει ο νόμος. Συνήθως το κάνουν όταν συμφωνούν απερίσκεπτα με όρους και προϋποθέσεις που ρυθμίζουν τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, των ηλεκτρονικών συσκευών ή των υπηρεσιών διαδικτύου.
Οι ίδιες οι μυστικές υπηρεσίες έχουν επισημάνει τα νομικά κενά στις κυβερνήσεις τους. Η γαλλική DGSE ζήτησε από τους νομοθέτες να θεσπίσουν έναν νόμο που θα ρυθμίζει τις αγορές εμπορικών δεδομένων το 2021, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει κάποια συμφωνία.






