Νέα δημοσκόπηση του Reuters αποκαλύπτει την έντονη δυσαρέσκεια των Αμερικανών πολιτών για τις επιλογές της κυβέρνησης Τραμπ. Μόλις ένας στους τέσσερις θεωρεί ότι ο πόλεμος στο Ιράν άξιζε το κόστος του, ενώ η πλειονότητα εμφανίζεται εξαιρετικά σκεπτική για τη βιωσιμότητα της πρόσφατης εκεχειρίας με την Τεχεράνη.
Η πενθήμερη έρευνα της εταιρείας Ipsos για λογαριασμό του Reuters, που ολοκληρώθηκε χθες Δευτέρα, δείχνει ότι οι πολεμικές επιχειρήσεις έπληξαν σοβαρά το πολιτικό κεφάλαιο του Ντόναλντ Τραμπ.
Η γενική δημοτικότητά του υποχώρησε στο 34%, καταγράφοντας το χαμηλότερο επίπεδο από την έναρξη της δεύτερης θητείας του (ισοφαρίζοντας το αρνητικό ρεκόρ του περασμένου Απριλίου).
Παρά την προκαταρκτική συμφωνία που υπέγραψαν στις 17 Ιουνίου ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Ιρανός πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν -η οποία προέβλεπε επανέναρξη της ροής πετρελαίου και χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων- οι Αμερικανοί παραμένουν δύσπιστοι.
Αν και η συμφωνία οδήγησε σε πτώση του αργού πετρελαίου, οι καταναλωτές επισημαίνουν ότι οι τιμές της βενζίνης παραμένουν σημαντικά υψηλότερες σε σχέση με την περίοδο πριν από την έναρξη του πολέμου (28 Φεβρουαρίου).
Η πτώση των ποσοστών του Τραμπ δεν περιορίζεται στην εξωτερική πολιτική, αλλά τροφοδοτείται από την εσωτερική επικαιρότητα, γεγονός που προκαλεί ανησυχία στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα ενόψει των κρίσιμων ενδιάμεσων εκλογών για το Κογκρέσο στις 3 Νοεμβρίου.
Μόλις το 22% εγκρίνει τους χειρισμούς του Προέδρου. Πρόκειται για ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά της θητείας του, το οποίο υπολείπεται ακόμη και των ποσοστών που κατέγραφε ο Τζο Μπάιντεν προς το τέλος της δικής του προεδρίας.
Η δημοτικότητά του στο μεταναστευτικό υποχώρησε στο 37% (από 40% στην προηγούμενη μέτρηση), καθώς οι επιθετικές προσπάθειες απέλασης μεταναστών προκαλούν έντονες αντιδράσεις.
Όταν επέστρεψε στον Λευκό Οίκο, η αποδοχή του Τραμπ άγγιζε το 47%. Η ραγδαία φθορά αποδίδεται στον συνδυασμό του υψηλού πληθωρισμού, των μεταναστευτικών μέτρων και, πλέον, του πολέμου στη Μέση Ανατολή.






