Σε μια ριζική αναδιάρθρωση του ασφαλιστικού της συστήματος προσανατολίζεται η Γερμανία.
Επιτροπή ειδικών, με την πλήρη στήριξη του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, εισηγείται τη σταδιακή άνοδο του ορίου συνταξιοδότησης στα 70 έτη, μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2090. Η κίνηση αυτή κρίνεται αναγκαία για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των ταμείων, καθώς η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με τη ραγδαία γήρανση του πληθυσμού της.
Σύμφωνα με το πόρισμα 33 σημείων που παρουσιάστηκε την Τρίτη (23/6), μετά από πολύμηνες διαβουλεύσεις, το όριο ηλικίας για έξοδο από την εργασία θα πρέπει εφεξής να ακολουθεί την αύξηση του προσδόκιμου ζωής, ενώ παράλληλα προτείνεται η πλήρης κατάργηση των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων.
Επενδύσεις σε μετοχές και διεύρυνση της βάσης εισφορών
Η στρατηγική της επιτροπής δεν περιορίζεται μόνο στα όρια ηλικίας. Μεταξύ των βασικών εισηγήσεων είναι η τοποθέτηση μέρους των υποχρεωτικών ασφαλιστικών εισφορών (εργαζομένων και εργοδοτών) στις κεφαλαιαγορές, με στόχο τη δημιουργία υπεραξίας για τις επόμενες γενιές. Επιπλέον, προτείνεται η επέκταση του συστήματος, ώστε να ενταχθούν υποχρεωτικά σε αυτό όλοι οι ελεύθεροι επαγγελματίες αλλά και οι δημόσιοι υπάλληλοι.
Με βάση το ισχύον πλαίσιο, όσοι συνταξιοδοτηθούν στις αρχές της δεκαετίας του 2030 θα αποχωρήσουν στα 67 τους έτη. Η νέα πρόταση θέλει αυτό το όριο να μετακινείται προοδευτικά προς το 70ό έτος μέχρι το 2090.
«Κανένας πολίτης δεν χρειάζεται να ανησυχεί», δήλωσε σχετικά ο καγκελάριος Μερτς, τονίζοντας ότι οι παρεμβάσεις αυτές θωρακίζουν το σύστημα από την κατάρρευση και ενισχύουν την αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών.
Το δημογραφικό αδιέξοδο και ο πολιτικός ορίζοντας
Η Γερμανία διαθέτει έναν από τους πιο γερασμένους πληθυσμούς παγκοσμίως. Το πρόβλημα είναι κοινό για τη Δύση: όλο και λιγότεροι ενεργοί εργαζόμενοι καλούνται να χρηματοδοτήσουν τις συντάξεις ενός συνεχώς αυξανόμενου αριθμού ανθρώπων που ζουν περισσότερα χρόνια. Τα στατιστικά δεδομένα δείχνουν ότι το 23% των Γερμανών (περίπου 19 εκατομμύρια) είναι σήμερα άνω των 65 ετών, όταν το 1991 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 15%.
Το κυβερνητικό επιτελείο επιδιώκει την υπερψήφιση των αλλαγών από το κοινοβούλιο πριν από τις θερινές διακοπές του επόμενου μήνα, ωστόσο η μάχη αναμένεται σκληρή.

Οι αντιδράσεις και το ρίσκο των αγορών
Οι επικριτές του σχεδίου κάνουν λόγο για μια άδικη μεταρρύθμιση που πλήττει δυσανάλογα όσους ασκούν χειρωνακτικά ή χαμηλόμισθα επαγγέλματα, όπως οι οικοδόμοι και οι εργαζόμενοι στον τομέα της φροντίδας. Αντίθετα, υποστηρίζουν ότι ευνοούνται κυρίως οι υψηλόμισθοι άνδρες με σταθερή και αδιάλειπτη καριέρα. Παράλληλα, εκφράζονται σοβαρές επιφυλάξεις για τη σύνδεση των συντάξεων με το χρηματιστήριο, καθώς εγκυμονεί κινδύνους αστάθειας σε περιόδους οικονομικής ύφεσης.
Από την πλευρά του, ο Φρίντριχ Μερτς επιμένει στη μακροπρόθεσμη χρηματοοικονομική προσέγγιση, χαρακτηρίζοντας την αξιοποίηση της κεφαλαιαγοράς ως τον πλέον καθοριστικό παράγοντα για τη μελλοντική σταθερότητα του ασφαλιστικού.
Μια ιστορική αναδρομή
Αξίζει να σημειωθεί ότι το γερμανικό συνταξιοδοτικό σύστημα είναι το παλαιότερο στον κόσμο με κρατική σφραγίδα. Θεσπίστηκε το 1889 από τον καγκελάριο Όττο φον Μπίσμαρκ, ο οποίος τότε είχε κινηθεί με πολιτική σκοπιμότητα: ήλπιζε να ανακόψει την επιρροή του σοσιαλιστικού κινήματος και των συνδικάτων, στρέφοντας την αφοσίωση της εργατικής τάξης προς τη γερμανική αυτοκρατορία. Σήμερα, πάνω από έναν αιώνα μετά, το σύστημα αυτό καλείται να επαναπροσδιοριστεί ριζικά για να επιβιώσει.
Με πληροφορίες από Guardian






