Μπορεί τα συμβατικά πολεμικά πλοία του ιρανικού ναυτικού να έχουν υποστεί σοβαρά πλήγματα, ωστόσο, σύμφωνα με αναλυτές, η πραγματική ναυτική ισχύς της Τεχεράνης δεν βασίστηκε ποτέ εκεί.
Το Ιράν εξακολουθεί να διατηρεί τη δυνατότητα να απειλεί συστηματικά τα εμπορικά πλοία που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ, αξιοποιώντας ένα πλέγμα φθηνών και μη συμβατικών μέσων πολέμου: drones, θαλάσσιες νάρκες και δεκάδες μικρά επιθετικά σκάφη που είναι πολύ πιο δύσκολο να εντοπιστούν από τα παραδοσιακά ναυτικά μέσα.
Η συγκεκριμένη τακτική, που από στρατιωτικούς αναλυτές έχει χαρακτηριστεί ως «στόλος κουνουπιών», αποτελεί για τις Ηνωμένες Πολιτείες μια ιδιαίτερα σύνθετη στρατηγική πρόκληση. Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τα ίδια τα ταχύπλοα, αλλά και τα όπλα και τους πυραύλους που μπορούν να μεταφέρουν, δημιουργώντας ένα πολυεπίπεδο πλέγμα απειλών σε μια τεράστια θαλάσσια περιοχή.
Ουσιαστικά πρόκειται για μορφή ανταρτοπολέμου στη θάλασσα, με τη γεωγραφία να λειτουργεί υπέρ του Ιράν. Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν ένα από τα πιο κρίσιμα περάσματα για τη διεθνή ναυτιλία και δεν υπάρχει ουσιαστική εναλλακτική διαδρομή για τα εμπορικά πλοία που πρέπει να τα διασχίσουν.
«Ο αριθμός των πολεμικών πλοίων που θα απαιτούνταν για την προστασία της εμπορικής ναυτιλίας στο Ορμούζ θα ήταν εξαιρετικά μεγάλος», σημείωσε ο Σίντχαρτ Καουσάλ, ανώτερος ερευνητής για τη θαλάσσια ισχύ στο Royal United Services Institute (RUSI), υπογραμμίζοντας ότι μια τέτοια επιχείρηση θα απαιτούσε τεράστιους πόρους.
Η στρατηγική των μικρών επιθετικών σκαφών από τους Φρουρούς της Επανάστασης δεν είναι νέα. Εδραιώθηκε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν οι αμερικανικές δυνάμεις απέδειξαν στον Περσικό Κόλπο ότι μπορούσαν να καταστρέψουν σχετικά εύκολα το συμβατικό ιρανικό ναυτικό.
Έκτοτε, όπως επισημαίνει ο Καουσάλ, «το τακτικό ιρανικό ναυτικό λειτουργούσε περισσότερο ως δύναμη επίδειξης, ενώ τα ασύμμετρα μέσα πολέμου είχαν πάντα πολύ μεγαλύτερη στρατηγική σημασία».
Τα μικρά επανδρωμένα σκάφη αλλά και τα θαλάσσια drones θεωρούνται ιδιαίτερα δύσκολοι στόχοι, καθώς κινούνται πολύ χαμηλά στην επιφάνεια της θάλασσας και συχνά εντοπίζονται αργά από τα συστήματα ραντάρ. Για την αποτελεσματική παρακολούθησή τους, οι ΗΠΑ θα χρειάζονταν εκτεταμένη χρήση ελικοπτέρων και μη επανδρωμένων μέσων επιτήρησης.
Παράλληλα, σύμφωνα με έκθεση του Ινστιτούτου Hudson στην Ουάσινγκτον, το Ιράν χρησιμοποιεί ακόμη και πολιτικά σκάφη, όπως αλιευτικά, για αποστολές μυστικής ναρκοθέτησης, αυξάνοντας περαιτέρω την πολυπλοκότητα οποιασδήποτε επιχείρησης επιτήρησης και ελέγχου.
Η ίδια έκθεση σημειώνει ότι ολόκληρη αυτή η αρχιτεκτονική έχει σχεδιαστεί όχι για μια κλασική αποφασιστική ναυτική αναμέτρηση, αλλά για να προκαλεί συνεχή φθορά και πίεση στον αντίπαλο.

«Οι Φρουροί της Επανάστασης σχεδιάζουν και κατασκευάζουν φθηνά και εύκολα αντικαταστάσιμα σκάφη, ώστε να μπορούν να παρακάμπτουν τις κυρώσεις και να αναπληρώνουν γρήγορα τις απώλειες σε περίοδο πολέμου», αναφέρει χαρακτηριστικά η έκθεση.
Με αυτόν τον τρόπο, η Τεχεράνη μπορεί να απειλεί πλοία άλλων χωρών με σχετικά μικρό κόστος, την ώρα που θέτει σε κίνδυνο ακριβά στρατιωτικά μέσα των αντιπάλων της αλλά και συνολικά τη διεθνή ναυτιλιακή οικονομία.
Ορισμένες πάντως από τις ασύμμετρες απειλές του Ιράν, όπως οι νάρκες και τα λεγόμενα «υποβρύχια-νάνοι», θεωρείται ότι μπορούν να αντιμετωπιστούν ευκολότερα από το αμερικανικό ναυτικό. Τα συγκεκριμένα μικρά υποβρύχια επιχειρούν συνήθως από γνωστές ιρανικές βάσεις, γεγονός που διευκολύνει τον εντοπισμό και τη στοχοποίησή τους.
Οι ΗΠΑ διαθέτουν επίσης μη επανδρωμένα υποθαλάσσια συστήματα που μπορούν να εντοπίζουν νάρκες στον βυθό. Ωστόσο, όπως εξηγεί ο Μπράιαν Κλαρκ του Ινστιτούτου Hudson, η πλήρης εκκαθάριση μιας θαλάσσιας διαδρομής από νάρκες αποτελεί εξαιρετικά χρονοβόρα και απαιτητική διαδικασία.
Την ίδια ώρα, η πολυεπίπεδη στρατηγική της Τεχεράνης υποχρεώνει το αμερικανικό ναυτικό να προστατεύεται και από κινητούς εκτοξευτές αντιπλοϊκών πυραύλων, οι οποίοι βρίσκονται διασκορπισμένοι σε χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα βραχώδους και ορεινού εδάφους κατά μήκος των νότιων ακτών του Ιράν.
Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι οι κινητές αυτές πυραυλικές συστοιχίες είναι δύσκολο να εξουδετερωθούν, ενώ η μεγάλη ακτογραμμή του Περσικού Κόλπου επιτρέπει στο Ιράν να απειλεί στόχους πολύ πέρα από τα ίδια τα Στενά του Ορμούζ.
«Αυτός ο συνδυασμός δυνατοτήτων και πολυπλοκότητας δημιουργεί σοβαρά επιχειρησιακά προβλήματα», τόνισε ο Νικ Τσάιλντς, ανώτερος συνεργάτης για θέματα ναυτικής ασφάλειας στο Διεθνές Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών. Όπως είπε, το βασικό πρόβλημα με έναν «στόλο κουνουπιών» είναι ότι ποτέ δεν μπορείς να είσαι βέβαιος πως κάποια απειλή δεν θα καταφέρει τελικά να περάσει.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του UKMTO, συνολικά 26 πλοία στα Στενά του Ορμούζ και στον Περσικό Κόλπο έχουν δεχθεί επιθέσεις από το Ιράν από την έναρξη του πολέμου.
«Οι Ιρανοί δεν χρειάζεται να πετύχουν πολλά χτυπήματα», εκτιμά ο Καουσάλ. «Αρκεί να υπάρξουν αρκετές επιθέσεις ώστε οι ασφαλιστικές εταιρείες και οι πλοιοκτήτες να θεωρήσουν ότι το ρίσκο για τα πληρώματα και τα φορτία είναι πλέον υπερβολικά μεγάλο».
Με πληροφορίες από: CNNi






