Οικονομία

Ο αόρατος φόρος του χρόνου – Πόσο αξίζει στ’ αλήθεια μια ώρα της ζωής μας;


Φανταστείτε ότι βρίσκεστε στη μέση μιας οικονομικής καταστροφής. Έχετε χάσει τη δουλειά σας, δυσκολεύεστε να πληρώσετε το σπίτι και χρειάζεστε επειγόντως οικονομική βοήθεια από το κράτος.

Και τότε σας δίνουν ένα έντυπο… 40 σελίδων.

Αυτό ακριβώς συνέβη στο Μίσιγκαν, την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης στα τέλη της δεκαετίας του 2000.

Εκείνη την εποχή, περίπου μία στις τρεις οικογένειες αντιμετώπιζε την ανεργία, ενώ ένα στα τρία ακίνητα είχε μπει σε διαδικασία κατάσχεσης.

Για να πάρουν οικονομική βοήθεια, οι πολίτες έπρεπε να συμπληρώσουν το έντυπο DHS-1171. Είχε περίπου 1.000 ερωτήσεις, τυπωμένες με πολύ μικρά γράμματα.

Και το πιο παράξενο; Κάποιες από τις ερωτήσεις δεν είχαν σχεδόν καμία σχέση με την οικονομική τους κατάσταση. Η Πολιτεία μπορούσε να ρωτήσει ακόμη και για το βάρος ή το χρώμα των μαλλιών τους.

Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο: περίπου ένας στους τέσσερις ανθρώπους που προσπάθησαν να συμπληρώσουν το έντυπο δεν τα κατάφερε.

Αυτό είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτού που η δημοσιογράφος Annie Lowrey αποκαλεί «φόρο χρόνου».

Δεν πληρώνουμε πάντα με χρήματα

Στο βιβλίο της The Time Tax, η Lowrey εξηγεί ότι υπάρχει ένας φόρος που δεν εμφανίζεται ποτέ στον τραπεζικό μας λογαριασμό.

Είναι ο χρόνος που χάνουμε προσπαθώντας να αντιμετωπίσουμε γραφειοκρατίες, υπηρεσίες, εταιρείες και διαδικασίες που θα μπορούσαν να είναι πολύ πιο απλές.

Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι εκνευριζόμαστε ή ότι περιμένουμε σε μια ουρά.

Μερικές φορές, η απώλεια χρόνου έχει πραγματικές συνέπειες, σύμφωνα με το The New Yorker.

Το 2018, για παράδειγμα, η Λουιζιάνα διέγραψε περίπου 15.689 παιδιά από το δημόσιο πρόγραμμα ασφάλισης υγείας επειδή οι οικογένειές τους δεν είχαν καταφέρει να ακολουθήσουν όλες τις γραφειοκρατικές διαδικασίες.

Δηλαδή, μια οικογένεια μπορεί να δικαιούται μια παροχή, αλλά να μην την παίρνει επειδή δεν κατάφερε να συμπληρώσει σωστά τα χαρτιά.

Ο χρόνος, λοιπόν, μετατρέπεται σε εμπόδιο.

Και το κράτος δεν είναι ο μόνος «ένοχος»

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο χρόνος μας δεν χάνεται μόνο εξαιτίας του Δημοσίου.

Χάνεται παντού.

Στη δουλειά, για παράδειγμα, μπορεί να περάσουμε μία ώρα σε μια σύσκεψη που θα μπορούσε να είχε λυθεί με ένα e-mail. Μπορεί να χρειαστεί να παρακολουθήσουμε μια υποχρεωτική διαδικτυακή «εκπαίδευση» ή να συμπληρώσουμε φόρμες για κάτι που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική δουλειά μας.

Οι εταιρείες, από την άλλη, μας ζητούν συνεχώς κάτι.

Να δημιουργήσουμε λογαριασμό. Να αλλάξουμε κωδικό. Να επιβεβαιώσουμε τα στοιχεία μας. Να εγγραφούμε σε πρόγραμμα επιβράβευσης. Να αξιολογήσουμε μια υπηρεσία. Να αποδεχτούμε νέους όρους.

Και κάθε μία από αυτές τις μικρές διαδικασίες χρειάζεται μόνο λίγα λεπτά.

Το πρόβλημα είναι ότι τα «λίγα λεπτά» μαζεύονται.

Η τεχνολογία υποτίθεται ότι μας εξοικονομεί χρόνο

Εδώ βρίσκεται και μια μεγάλη ειρωνεία της εποχής μας.

Έχουμε περισσότερες τεχνολογίες που υποτίθεται ότι κάνουν τη ζωή μας ευκολότερη από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά.

Με λίγα κλικ στο κινητό μπορούμε να καλέσουμε ταξί, να παραγγείλουμε φαγητό, να αγοράσουμε ρούχα ή να κλείσουμε εισιτήρια.

Κι όμως, συχνά αισθανόμαστε ότι δεν προλαβαίνουμε τίποτα.

Γιατί;

Επειδή κάθε νέα ευκολία δημιουργεί και νέες υποχρεώσεις.

Αγοράζουμε κάτι και μαζί με αυτό αποκτούμε μια συνδρομή. Έχουμε ένα «έξυπνο» αυτοκίνητο που χρειάζεται ενημερώσεις λογισμικού. Έχουμε έξυπνες συσκευές που θέλουν εφαρμογές, λογαριασμούς και ρυθμίσεις.

Η τεχνολογία μας δίνει χρόνο από τη μία πλευρά και μας τον παίρνει από την άλλη.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα: θέλουμε να αξιοποιούμε κάθε λεπτό

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη πιο βαθύ.

Δεν μας πιέζουν μόνο οι άλλοι. Πιέζουμε και εμείς τον εαυτό μας.

Πόσες φορές ανοίξαμε το κινητό «για πέντε λεπτά» και καταλήξαμε να περνάμε μισή ώρα στα κοινωνικά δίκτυα;

Πόσες φορές είπαμε «θα δω μόνο ένα επεισόδιο» και τελικά είδαμε τρία;

Το doomscrolling, τα βιντεοπαιχνίδια και το binge-watching μπορούν να καταναλώσουν μεγάλο μέρος της ημέρας μας χωρίς καν να το αντιληφθούμε.

Από την άλλη, όταν δεν κάνουμε κάτι «χρήσιμο», συχνά αισθανόμαστε ενοχές.

Και κάπου εδώ δημιουργείται το παράδοξο: θέλουμε να ξεκουραστούμε, αλλά ακόμη και η ξεκούραση πρέπει να είναι παραγωγική.

Αξίζει πραγματικά κάθε ώρα να είναι «παραγωγική»;

Οι οικονομολόγοι χρησιμοποιούν τον όρο «κόστος ευκαιρίας».

Με απλά λόγια, σημαίνει ότι κάθε φορά που επιλέγουμε να κάνουμε κάτι, χάνουμε την ευκαιρία να κάνουμε κάτι άλλο.

Αν, για παράδειγμα, ένας επαγγελματίας μπορεί να κερδίσει 10 ευρώ την ώρα, ίσως δεν αξίζει να δεχτεί μια δουλειά που πληρώνει 8.

Στην καθημερινή ζωή, όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.

Αν ένα απόγευμα έχουμε δύο ώρες ελεύθερες, τι είναι καλύτερο;

Να δουλέψουμε; Να γυμναστούμε; Να παίξουμε με τα παιδιά μας; Να δούμε μια σειρά; Να κοιμηθούμε; Να διαβάσουμε ένα βιβλίο;

Δεν υπάρχει ένας μαθηματικός τύπος που να μπορεί να μας δώσει την απάντηση.

Και ίσως δεν χρειάζεται να υπάρχει.

Η παγίδα της συνεχούς παραγωγικότητας

Ο συγγραφέας Oliver Burkeman, στο βιβλίο Four Thousand Weeks («Τέσσερις χιλιάδες εβδομάδες»), προτείνει μια διαφορετική σκέψη.

Δεν θα προλάβουμε ποτέ να κάνουμε όλα όσα θέλουμε.

Αυτό είναι το βασικό.

Δεν μπορούμε να διαβάσουμε όλα τα βιβλία, να δούμε όλες τις ταινίες, να ταξιδέψουμε παντού, να γυμναζόμαστε καθημερινά, να έχουμε μια τέλεια καριέρα και ταυτόχρονα να περνάμε όσο χρόνο θέλουμε με την οικογένειά μας.

Κάποια πράγματα θα μείνουν πίσω.

Και η λύση, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, δεν είναι να βρούμε το «τέλειο πρόγραμμα».

Είναι να αποφασίσουμε τι δεν θα κάνουμε.

Μπορεί να μην μάθουμε ποτέ πιάνο. Μπορεί να μην διαβάσουμε το βιβλίο που έχουμε αφήσει στο κομοδίνο εδώ και μήνες.

Και αυτό είναι εντάξει.

Το παράδοξο: όσο περισσότερες επιλογές έχουμε, τόσο λιγότερο χρόνο νιώθουμε ότι έχουμε

Ίσως εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο παράδοξο της σύγχρονης ζωής.

Έχουμε περισσότερες επιλογές από ποτέ.

Μπορούμε να ακούσουμε εκατομμύρια τραγούδια. Να παρακολουθήσουμε αμέτρητες σειρές. Να αγοράσουμε σχεδόν οτιδήποτε. Να μάθουμε μια γλώσσα από το κινητό μας. Να γυμναστούμε με ένα βίντεο στο σπίτι.

Όμως κάθε επιλογή δημιουργεί και μια νέα ερώτηση:

«Μήπως θα μπορούσα να κάνω κάτι καλύτερο;»

Έτσι, ακόμη και όταν καθόμαστε στον καναπέ, το μυαλό μας μπορεί να δουλεύει.

Μήπως έπρεπε να διαβάζω; Μήπως έπρεπε να γυμνάζομαι; Μήπως έπρεπε να δουλεύω; Μήπως χάνω τον χρόνο μου;

Και τελικά χάνουμε τον χρόνο μας προσπαθώντας να αποφασίσουμε πώς θα τον αξιοποιήσουμε.

Ίσως η πολυτέλεια σήμερα είναι να μην κάνεις τίποτα

Πριν από δεκαετίες, ο Σουηδός οικονομολόγος Staffan Burenstam Linder είχε επισημάνει κάτι σημαντικό: οι τεχνολογίες που εξοικονομούν χρόνο δεν μας κάνουν απαραίτητα να αισθανόμαστε ότι έχουμε περισσότερο χρόνο.

Αντίθετα, μας κάνουν να περιμένουμε περισσότερα από κάθε ώρα.

Αφού μπορούμε να κάνουμε περισσότερα, θεωρούμε ότι πρέπει να κάνουμε περισσότερα.

Και έτσι η ελεύθερη ώρα αρχίζει να μοιάζει με χαμένη ευκαιρία.

Ίσως, όμως, το αντίθετο να είναι πιο υγιές.

Ίσως μια ώρα χωρίς σκοπό να μην είναι χαμένη.

Ίσως μια βόλτα χωρίς στόχο, ένας καφές με έναν φίλο, ένα απόγευμα στον καναπέ ή ένα παιχνίδι με τα παιδιά να μην χρειάζεται να «δικαιολογηθεί».

Ο χρόνος δεν χρειάζεται πάντα να αξιοποιείται

Η μεγαλύτερη παγίδα είναι να πιστεύουμε ότι πρέπει να αξιοποιούμε κάθε λεπτό.

Το κράτος μπορεί να σπαταλά τον χρόνο μας επειδή φοβάται την απάτη. Οι εταιρείες επειδή θέλουν περισσότερα δεδομένα και περισσότερη κατανάλωση. Εμείς επειδή φοβόμαστε ότι δεν είμαστε αρκετά παραγωγικοί.

Το αποτέλεσμα είναι παρόμοιο: ένας πόρος που δεν επιστρέφεται ποτέ καταναλώνεται χωρίς να το καταλαβαίνουμε.

Η πραγματική αποτελεσματικότητα, όμως, δεν σημαίνει τελειότητα. Σημαίνει να ξέρουμε πότε αξίζει να προσπαθήσουμε και πότε αξίζει απλώς να αφήσουμε κάτι να περάσει.

Γιατί ο χρόνος δεν είναι χρήματα.

Δεν μπορούμε να τον αποταμιεύσουμε, να τον δανειστούμε ή να τον αγοράσουμε πίσω.

Και ίσως το σημαντικότερο μάθημα είναι αυτό: δεν χρειάζεται κάθε ώρα της ζωής μας να είναι χρήσιμη για να είναι πολύτιμη.



Source link

sporadesnews
the authorsporadesnews