Το πρόσφατο αποκλειστικό ρεπορτάζ της ΕΡΤ για τα τερτίπια ευφάνταστων εργοδοτών ώστε να παρακάμπτουν την ψηφιακή κάρτα εργασίας, έφερε στο φως τη λιγότερο «λαμπερή» πλευρά του ελληνικού καλοκαιριού.
Τα περιστατικά που παρουσιάστηκαν, χωρίς να αναφέρονται ονομαστικά στοιχεία, προέρχονται από τα «λαβράκια» που έπιασαν οι επιθεωρητές εργασίας στους ελέγχους.
Κάποια ανήκουν στη λίστα των γνωστών μεθοδεύσεων, που προϋπήρχαν της ψηφιακής κάρτας: εργαζόμενοι που προσποιούνται τους πελάτες όταν έρχεται ο επιθεωρητής· σερβιτόροι σε beach bar που αφήνουν τον δίσκο και βουτάνε στη θάλασσα ή αράζουν σε ξαπλώστρες, ως δήθεν λουόμενοι. Κάποια ανήκουν εμπίπτουν στην κατηγορία του γκραν γκινιόλ, όπως η καταγγελία για υπαλλήλους ξυλουργείου, που ο εργοδότης τούς ανάγκασε να κρυφτούν σε φέρετρα ή σε μονάδα τροφίμων, που τους έκρυψαν σε ψυκτικό θάλαμο.
Η εισαγωγή της κάρτας εργασίας οδήγησε σε νέα κόλπα, όπως να βαφτίζονται εικονικά ως «υπεύθυνοι» οι απλοί υπάλληλοι, για να εξαιρούνται από τη χρήση της.
Αμφίβιοι σερβιτόροι
Όλα τα παραπάνω μας τραβούν για ελάχιστο χρόνο την προσοχή, καθώς σκρολάρουμε σε έναν ψηφιακό ωκεανό ειδήσεων, διεκδικώντας όχι τα 15 λεπτά δημοσιότητας, αλλά έστω τα 15 δευτερόλεπτα που χρειάζεται ένα κλικ.
Καθώς η εργοδοτική παραβατικότητα θεωρείται δεδομένη και διαδεδομένη (σχεδόν ο ένας στους τέσσερις ελέγχους εντοπίζει παραβάσεις), μόνο οι πιο ακραίες περιπτώσεις κατορθώνουν να σπάσουν το φράγμα της αδιαφορίας.
Βοηθάει αν υπάρχoυν και οπτικοακουστικά ντοκουμέντα, όπως ο σερβιτόρος σε beach bar στη Ρόδο που τσαλαβουτά σχεδόν μέχρι το λαιμό στη θάλασσα για να σερβίρει πελάτες. Το συγκεκριμένο στιγμιότυπο προκάλεσε αίσθηση όταν δημοσιεύθηκε το καλοκαίρι του 2023 και οδήγησε σε υπουργική παρέμβαση. Φέτος επαναλήφθηκε σαν φάρσα, στο νησί της Πάρου, με τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης να υποστηρίζει ότι ήταν απλώς ένα αστείο μεταξύ εργαζομένων. Του χρόνου δεν θα μας κάνει καν εντύπωση, μπορεί να διαφημιστεί και ως έξτρα υπηρεσία για vip πελάτες – αν δεν γίνεται ήδη.


Η κορυφή του παγόβουνου
Πίσω από τους πιασάρικους τίτλους, για φέρετρα, ψυγεία και σερβιτόρους – γοργόνες, η μεγάλη εικόνα είναι πιο πεζή αλλά και πιο σύνθετη. Για τους εποχικά εργαζόμενους στη βιομηχανία του τουρισμού, η υπερεργασία μέχρι εξάντλησης είναι θεσμοθετημένη κανονικότητα και όχι εξαίρεση, αφού προβλέπεται δια νόμου. Τα 12ωρα – 7ήμερα, είναι το τίμημα που αναγκάζονται να πληρώσουν οι νέοι και λιγότεροι νέοι που δουλεύουν σεζόν, με αντάλλαγμα ένα μεροκάματο που μπορεί να ακούγεται ικανοποιητικό, αλλά αν το διαιρέσεις με τις ώρες εργασίας δεν είαι πολύ περισσότερο από τον βασικό μισθό.
Όσο για τις παραβάσεις που εντοπίζονται και τιμωρούνται με κυρώσεις, δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου. Η μεγάλη εικόνα διαφεύγει από τα ραντάρ της Επιθεώρησης Εργασίας, που εδώ και τέσσερα χρόνια λειτουργεί ως Ανεξάρτητη Αρχή, από πρώην αυτοτελής υπηρεσία του υπουργείου Εργασίας.
Η ψηφιακή κάρτα εργασίας είναι μεν ένα εργαλείο, που όταν εφαρμόζεται σωστά φέρνει στο φως αδήλωτη εργασία και κρυμμένες υπερωρίες. Όμως η καταστρατήγησή της είναι συστηματική σε πλήθος επιχειρήσεων, όπως αποκαλύπτουν οι καταγγελίες που φτάνουν καθημερινά στα σωματεία. Το in παρουσιάζει ανωνυμοποιημένες μαρτυρίες, που συγκέντρωσε και επεξεργάστηκε ο Σύλλογος Ιδιωτικών Υπαλλήλων. Οι καταγγελίες περιλαμβάνονται σε εκτενή έρευνα – report για την ψηφιακή κάρτα εργασίας, μαζί με παρατηρήσεις και συμπεράσματα.
Περίπτωση 1: Οι εικονικοί «υπεύθυνοι»
Εργαζόμενος σε επιχείρηση εστίασης σε τουριστική περιοχή περιγράφει ότι, ενώ εκτελούσε καθήκοντα σερβιτόρου, εμφανίστηκε ως «υπεύθυνος βάρδιας». Δεν καθόριζε το πρόγραμμα, δεν ενέκρινε άδειες, δεν προσλάμβανε προσωπικό, δεν είχε πειθαρχική εξουσία και δεν μπορούσε να εκπροσωπήσει ή να δεσμεύσει την επιχείρηση. Ο τίτλος ενεργοποιούνταν μόνο όταν έπρεπε να παραμείνει μετά το τέλος της βάρδιας, να καλύψει απουσία συναδέλφου, να απαντήσει σε τηλεφώνημα εκτός ωραρίου, να αναλάβει ευθύνη για ελλείψεις που δεν είχε τη δυνατότητα να αποτρέψει.
«Ήμουν υπεύθυνος όταν έπρεπε να δουλέψω περισσότερο. Για κάθε πραγματική απόφαση υπεύθυνος ήταν μόνο ο εργοδότης», δηλώνει χαρακτηριστικά ο εργαζόμενος.
Περίπτωση 2: Η ψηφιακή κάρτα έδειχνε έξοδο, η εργασία συνεχιζόταν
Εργαζόμενη σε εστιατόριο αναφέρει ότι το προσωπικό έπρεπε να σημαίνει έξοδο στη δηλωμένη λήξη της βάρδιας, ακόμη και όταν υπήρχαν πελάτες. Μετά τη σήμανση συνέχιζαν η εξυπηρέτηση, η συγκέντρωση σκευών, το κλείσιμο του ταμείου και η καθαριότητα.
Η πρακτική παρουσιαζόταν ως αυτονόητη ανάγκη «να κλείσει το μαγαζί». Η ψηφιακή εικόνα ήταν ορθή μόνο μέχρι τη στιγμή της εξόδου· ο πραγματικός χρόνος ολοκλήρωσης της εργασίας παρέμενε αόρατος.
Η απάντηση στις διαμαρτυρίες ήταν ότι «η βάρδια τελείωσε, αλλά πρέπει να κλείσει και το μαγαζί». Η εγκύκλιος ορίζει ότι, αν ο εργαζόμενος βρεθεί να εργάζεται μετά τη σήμανση εξόδου, μπορούν να επιβληθούν κυρώσεις. Η διαπίστωση, όμως, προϋποθέτει επιτόπιο έλεγχο ακριβώς στο διάστημα της αδήλωτης συνέχισης.


Περίπτωση 3: Υποχρεωτική προσέλευση πριν τη βάρδια
Εργαζόμενος σε ξενοδοχειακή μονάδα αναφέρει ότι έπρεπε να βρίσκεται στον χώρο τριάντα έως σαράντα πέντε λεπτά πριν από την επίσημη έναρξη. Πριν χτυπήσει την κάρτα ενημερωνόταν από την προηγούμενη βάρδια, παραλάμβανε κλειδιά, έλεγχε αφίξεις και προετοίμαζε το πόστο.
Σε περίπτωση ελέγχου, η ανεπίσημη εξήγηση ήταν ότι είχε έρθει νωρίτερα «για καφέ». Η προετοιμασία, όμως, περιλάμβανε σαφώς καθήκοντα προς όφελος της επιχείρησης.
Περίπτωση 4: Καμαριέρα που βαφτίστηκε «προϊσταμένη ορόφου»
Καμαριέρα περιγράφει ότι χαρακτηρίστηκε «προϊσταμένη ορόφου», χωρίς να έχει πραγματικό προσωπικό υπό την εποπτεία της. Συνέχιζε να καθαρίζει πλήρη αριθμό δωματίων και επιπλέον έλεγχε κοινόχρηστους χώρους, ανέφερε βλάβες και κάλυπτε ελλείψεις. Δεν απέκτησε δικαίωμα διαμόρφωσης του προγράμματος ούτε ουσιαστική αύξηση αποδοχών. Η αλλαγή του τίτλου αύξησε μόνο την ευθύνη και την απαίτηση διαθεσιμότητας.
Περίπτωση 5: Σπαστό ωράριο χωρίς πραγματική ανάπαυση
Εργαζόμενος σε ξενοδοχείο εμφανιζόταν να εργάζεται σε δύο χωριστές βάρδιες. Στο ενδιάμεσο διάστημα παρέμενε στις εγκαταστάσεις ή πολύ κοντά, δεχόταν τηλεφωνήματα και καλούνταν να επιστρέψει νωρίτερα όταν υπήρχε έκτακτη άφιξη.
Το διάστημα καταγραφόταν ως ανάπαυση, αλλά ο εργαζόμενος δεν μπορούσε να διαθέσει ελεύθερα τον χρόνο του. Βρισκόταν σε καθεστώς διαρκούς ετοιμότητας.


Περίπτωση 6: Χτυπάει άλλος την ψηφιακή κάρτα, κι άμα σ’αρέσει
Εργαζόμενοι σε τουριστική επιχείρηση περιγράφουν ότι στέλεχος είχε συγκεντρώσει φωτογραφίες ή αντίγραφα προσωπικών κωδικών QR. Οι σημάνσεις μπορούσαν να γίνονται χωρίς ο εργαζόμενος να βρίσκεται μπροστά στη συσκευή ή σε ώρα διαφορετική από την πραγματική προσέλευση και αποχώρηση.
Η άρνηση παραχώρησης του κωδικού συνδεόταν με φόβο για λιγότερες βάρδιες ή μη ανανέωση της σύμβασης. Η προσωπική σήμανση μετατρεπόταν έτσι σε εργαλείο που έλεγχε η ίδια η επιχείρηση.
Περίπτωση 7: Διάλειμμα μόνο στην ψηφιακή εικόνα
Εργαζόμενη σε κατάστημα γρήγορης εστίασης αναφέρει ότι το πρόγραμμα εμφάνιζε κανονικό διάλειμμα. Τις ώρες αιχμής, όμως, έτρωγε όρθια πίσω από τον πάγκο, παρακολουθούσε ηλεκτρονικές παραγγελίες, απαντούσε στο τηλέφωνο και κάλυπτε το ταμείο. Το διάλειμμα υπήρχε ως χρονική εγγραφή, όχι ως πραγματική αποδέσμευση από την εργασία.
Περίπτωση 8: Πές ότι ξέχασες την ψηφιακή κάρτα
Εργαζόμενος σε επιχείρηση εστίασης αναφέρει ότι η λήξη της βάρδιας μεταβαλλόταν ανάλογα με την κίνηση. Όταν παρέμενε περισσότερο, η απάντηση ήταν ότι η αλλαγή και η υπερωρία θα καταχωρίζονταν αργότερα.
Ο εργαζόμενος δεν γνώριζε αν δηλώθηκαν όλες οι ώρες, με ποιον χαρακτηρισμό ή αν η μισθοδοσία συμφωνούσε με την τελική καταχώριση. Σε ορισμένες περιπτώσεις ζητήθηκε από εργαζομένους να δηλώσουν ότι είχαν «ξεχάσει» την κάρτα, παρότι η μη σήμανση είχε γίνει μετά από οδηγία.
«Μου έλεγαν να μην κοιτάζω το σύστημα. “Θα το φτιάξει το λογιστήριο”. Εγώ έβλεπα μόνο τι πληρώθηκα στο τέλος», αναφέρει ο εργαζόμενος.
Περίπτωση 9: Μία ειδικότητα στη σύμβαση, πολλαπλά πόστα στην πράξη
Εργαζόμενη που είχε προσληφθεί για εξυπηρέτηση πελατών σε τουριστική μονάδα αναφέρει ότι εργαζόταν παράλληλα στην υποδοχή, στην προετοιμασία πρωινού, στην καθαριότητα, στη μεταφορά ιματισμού και στην αποθήκη. Η κάρτα κατέγραφε τη συνολική παρουσία, όχι την κάλυψη πολλών διαφορετικών ειδικοτήτων από έναν εργαζόμενο ούτε τον βαθμό εντατικοποίησης. Η ορθή καταγραφή του χρόνου δεν υποκαθιστά τον έλεγχο των καθηκόντων και της στελέχωσης.
Περίπτωση 10: Διανομείς και χρόνος που εξαφανίζεται εκτός καταστήματος
Διανομείς περιγράφουν ότι η επιχείρηση επικαλούνταν τη συνεχή μετακίνησή τους για να υποστηρίξει ότι η πλήρης σήμανση δεν ήταν πρακτικά δυνατή. Η έναρξη καταγραφόταν με την πρώτη παραγγελία και όχι με την προετοιμασία, ενώ η λήξη εμφανιζόταν πριν από την επιστροφή, την παράδοση εξοπλισμού και το κλείσιμο. Οι χρόνοι αναμονής ανάμεσα στις παραγγελίες αντιμετωπίζονταν ως μη παραγωγικοί, παρότι ο εργαζόμενος παρέμενε στη διάθεση της επιχείρησης.






