Αλλαγές έρχονται στη φορολογική ενημερότητα για όσους έχουν οφειλές στην εφορία.
Με εγκύκλιο που εξέδωσε η ΑΑΔΕ, η φορολογική διοίκηση παρέχει διευκρινίσεις και παραδείγματα για περιπτώσεις μεταβίβασης ακινήτων ή σύστασης εμπράγματων δικαιωμάτων, καθώς και για οφειλές που βρίσκονται σε καθεστώς αναστολής είσπραξης.
Παράλληλα, καθορίζονται οι όροι για την έκδοση φορολογικής ενημερότητας σε περιπτώσεις είσπραξης χρημάτων από το Δημόσιο, καθώς και για τη διαδικασία συμψηφισμού απαιτήσεων με οφειλές προς την Εφορία.
Σύμφωνα με την εγκύκλιο της ΑΑΔΕ:
1. Μεταβιβάσεις ακινήτων. Όταν ο φορολογούμενος έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές άνω των 50.000 ευρώ που βρίσκονται σε αναστολή είσπραξης και προχωρά σε πώληση ακινήτου ή σύσταση εμπράγματου δικαιώματος, παρακρατείται το 50% του τιμήματος της συναλλαγής, εφόσον αυτό δεν είναι χαμηλότερο από την αντικειμενική αξία του ακινήτου. Η παρακράτηση δεν μπορεί να υπερβαίνει το συνολικό ύψος της οφειλής.
Η εγκύκλιος, ωστόσο, προβλέπει σημαντική διευκόλυνση όταν η αναστολή έχει χορηγηθεί με δικαστική απόφαση ή απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών. Στις περιπτώσεις αυτές η παρακράτηση μπορεί να περιοριστεί ακόμη και στο 5% του τιμήματος, αρκεί το υπόλοιπο της οφειλής να καλύπτεται με εγγύηση ή εμπράγματη ασφάλεια, όπως υποθήκη σε άλλο ακίνητο. Για τον υπολογισμό της εξασφάλισης λαμβάνεται υπόψη το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου που προσφέρεται ως εγγύηση. Σε πώληση ακινήτου έναντι 100.000 ευρώ με οφειλή 80.000 ευρώ σε αναστολή λόγω απόφασης της ΔΕΔ, η παρακράτηση μπορεί να μειωθεί από 50.000 ευρώ σε μόλις 5.000 ευρώ, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις διασφάλισης.
Παράδειγμα: Ένας φορολογούμενος πουλά ακίνητο με τίμημα 100.000 ευρώ και έχει ληξιπρόθεσμη οφειλή 80.000 ευρώ σε αναστολή λόγω απόφασης ΔΕΔ. Με τον βασικό κανόνα, θα παρακρατηθούν 50.000 ευρώ, δηλαδή το 50% του τιμήματος. Αν όμως προσφέρει επαρκή διασφάλιση για το υπόλοιπο ποσό, η παρακράτηση μπορεί να μειωθεί στο 5%, δηλαδή σε 5.000 ευρώ. Έτσι, ο φορολογούμενος λαμβάνει μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος, αλλά το Δημόσιο προστατεύεται μέσω της εγγύησης.
2. Διαχειριστές και μέτοχοι επιχειρήσεων. Αλλαγές ισχύουν και για όσους ευθύνονται αλληλεγγύως για χρέη εταιρειών. Εφόσον ο διαχειριστής, μέλος διοίκησης ή μέτοχος κατείχε κατά τα δύο τελευταία έτη της θητείας του ποσοστό έως 5% σε μη εισηγμένη εταιρεία ή έως 0,5% σε εισηγμένη και οι οφειλές της εταιρείας είναι ρυθμισμένες ή τελούν σε αναστολή, οι συγκεκριμένες οφειλές δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την έκδοση φορολογικής ενημερότητας. Αντίθετα, όταν τα ποσοστά συμμετοχής υπερβαίνουν τα συγκεκριμένα όρια, οι οφειλές συνυπολογίζονται. Στις περιπτώσεις ρυθμισμένων οφειλών μπορεί να επιβληθεί παρακράτηση από 7% έως 70%, ενώ για οφειλές σε αναστολή το ποσοστό κυμαίνεται από 7% έως 50%, ανάλογα με τις εξασφαλίσεις που παρέχονται.
Παράδειγμα: Ένας πρώην διαχειριστής εταιρείας θέλει να πουλήσει ακίνητο αξίας 80.000 ευρώ. Έχει αλληλέγγυα ευθύνη για ρυθμισμένες οφειλές της εταιρείας ύψους 60.000 ευρώ. Αν συμμετείχε στην εταιρεία με ποσοστό 4%, οι οφειλές αυτές δεν λαμβάνονται υπόψη για την παρακράτηση, εφόσον είναι νόμιμα τακτοποιημένες. Αν όμως συμμετείχε με 8%, τότε οι οφειλές λαμβάνονται υπόψη και μπορεί να υπάρξει παρακράτηση, π.χ. από 7% έως 70% του τιμήματος, ανάλογα με τη διασφάλιση.
3. Πότε εκδίδεται βεβαίωση οφειλής. Σε περιπτώσεις ληξιπρόθεσμων και μη τακτοποιημένων οφειλών ή όταν το ποσό που πρέπει να παρακρατηθεί υπερβαίνει το τίμημα της μεταβίβασης, χορηγείται βεβαίωση οφειλής. Η βεβαίωση καταγράφει το σύνολο των οφειλών και επιτρέπει την ολοκλήρωση της συναλλαγής μόνο υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει η νομοθεσία. Για τα πρόσωπα που ευθύνονται αλληλεγγύως για εταιρικά χρέη, οι τακτοποιημένες οφειλές δεν εμφανίζονται στη βεβαίωση όταν πληρούνται τα προβλεπόμενα όρια συμμετοχής, εκτός εάν ο ίδιος ο φορολογούμενος ζητήσει διαφορετικά.
Παράδειγμα: Ένας φορολογούμενος θέλει να πουλήσει ακίνητο, αλλά έχει μη ρυθμισμένες ληξιπρόθεσμες οφειλές 120.000 ευρώ ως αλληλεγγύως ευθυνόμενο πρόσωπο. Εφόσον οι οφειλές δεν είναι τακτοποιημένες, δεν μπορεί να λάβει απλό αποδεικτικό ενημερότητας. Εκδίδεται βεβαίωση οφειλής, στην οποία αναγράφεται το ποσό των 120.000 ευρώ.
4. Συμψηφισμοί με το Δημόσιο. Η ΑΑΔΕ ξεκαθαρίζει ακόμη ότι οι μη ληξιπρόθεσμες οφειλές δεν αποτελούν, κατά κανόνα, εμπόδιο για την έκδοση φορολογικής ενημερότητας. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις συμψηφισμού, όταν ο φορολογούμενος έχει απαίτηση από φορέα της Κεντρικής Διοίκησης και ταυτόχρονα βεβαιωμένες οφειλές προς το Δημόσιο. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να παρακρατηθεί μέρος ή ακόμη και το σύνολο του ποσού που πρόκειται να εισπράξει, μέχρι το ύψος των οφειλών του.
Παράδειγμα: Επαγγελματίας που δικαιούται να εισπράξει 3.000 ευρώ από υπουργείο και οφείλει 700 ευρώ στην Εφορία θα λάβει τελικά 2.300 ευρώ, καθώς τα 700 ευρώ θα συμψηφιστούν με το χρέος του.
Πηγή: ot.gr






