Οικονομία

Ακρίβεια: Πάσχα με αύξηση τιμών και χαμηλότερη κατανάλωση – Στο «κυνήγι» των χαμηλότερων τιμών τα νοικοκυριά


Η λέξη ακρίβεια έχει εισβάλλει στο καθημερινό μας λεξιλόγιο μετατρέποντας και την προετοιμασία των εορτών από μια ευχάριστη ιεροτελεστία σε μια άσκηση επιβίωσης για τον οικογενειακό προϋπολογισμό.

Παρά τη διατήρηση του συνολικού τζίρου στα επίπεδα των 1,5 δισ. ευρώ, η άνοδος αυτή οφείλεται στις υψηλές τιμές και όχι στην αύξηση της κατανάλωσης, η οποία παρουσίασε πτώση στον όγκο των προϊόντων

Οι πολίτες, φέτος το Πάσχα, παρατηρώντας τις τιμές στα ράφια να ακολουθούν μια αδιάκοπη ανοδική τροχιά, κλήθηκαν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην τήρηση των εθίμων και τη δημοσιονομική στενότητα.

Βαρύ και ασήκωτο το «καλάθι του Πάσχα»

Το «καλάθι του Πάσχα» αποδείχτηκε βαρύ και φέτος. Από το παραδοσιακό αρνί, που το κόστος του επηρεάζεται από τις εξαγωγές και τις τιμές των ζωοτροφών, μέχρι τα βασικά αγαθά για τα πασχαλινά εδέσματα, κάθε επιλογή απαιτούσε εξονυχιστική έρευνα αγοράς.

Η ενεργειακή κρίση και το αυξημένο κόστος μετακίνησης προσέθεσαν επιπλέον βάρη, καθιστώντας ακόμα και την παραδοσιακή «έξοδο» προς την επαρχία μια δύσκολη απόφαση για πολλούς.

Ο τζίρος της πασχαλινής περιόδου

Σύμφωνα με στοιχεία του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς (ΕΒΕΠ) η πασχαλινή αγορά του 2026 στην Ελλάδα κινήθηκε σε ένα περιβάλλον έντονων πιέσεων στο διαθέσιμο εισόδημα, αλλά και προσαρμογής της καταναλωτικής συμπεριφοράς στα νέα δεδομένα.

Ο πασχαλινός «συμπυκνωμένος» τζίρος των 7–10 ημερών, με υψηλή ένταση κατανάλωσης και με σημαντικό μοχλό το 1 δισ. ευρώ του δώρου Πάσχα, κρατήθηκε και φέτος περίπου στο 1,5 δισ. ευρώ. Η παραδοσιακή σημασία του Πάσχα έδειξε αντοχές σύμφωνα με την αγοραστική κίνηση, που όμως χαρακτηρίστηκε περισσότερο από συγκράτηση, παρά από γιορτινή παρόρμηση.

Η συνολική εικόνα σε πρώτη ανάγνωση έδειξε ότι, ο τζίρος της πασχαλινής περιόδου διατηρήθηκε σε σχετικά σταθερά επίπεδα, ωστόσο αυτό οφείλεται κυρίως λόγω της αύξησης των τιμών και όχι της κατανάλωσης, που φαίνεται σε όγκο να υποχώρησε 2-5%.

Με άλλα λόγια, οι καταναλωτές ξόδεψαν περίπου τα ίδια ή περισσότερα χρήματα, αλλά αγόρασαν λιγότερα προϊόντα, με σαφή ένδειξη της πραγματικής αγοραστικής δύναμης.

Καταναλωτές στο «κυνήγι» να «κλειδώσουν» χαμηλότερες τιμές

Η φετινή αγορά χαρακτηρίστηκε από έντονη τάση σύγκρισης τιμών και αναζήτησης προσφορών. Οι καταναλωτές εμφανίστηκαν πιο ενημερωμένοι και περισσότερο ευέλικτοι ως προς το που και τι αγοράζουν. Μεγάλο ποσοστό στράφηκε σε οικονομικότερες επιλογές, είτε επιλέγοντας προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, είτε αλλάζοντας κατάστημα, ακόμη και σε επίπεδο καθημερινών αγορών.

Οι κεντρικές αγορές, τα σούπερ μάρκετ και τα εκπτωτικά καταστήματα ενίσχυσαν τη θέση τους, κυρίως λόγω της μεγαλύτερης δυνατότητας συγκράτησης τιμών. Η τάση των πρόωρων αγορών ενισχύθηκε, με πολλούς καταναλωτές υπό τον φόβο ανατιμήσεων να προχωρούν σε αγορές αρκετές ημέρες πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα, επιδιώκοντας να «κλειδώσουν» χαμηλότερες τιμές.

Όσοι πάλι επέλεξαν τη πρακτική της «τελευταίας στιγμής» ευνοήθηκαν από τη μείωση των τιμών το Μ. Σάββατο, κυρίως στα βασικά είδη του πασχαλινού τραπεζιού, όπως το κρέας και σε προϊόντα μικρής διάρκειας ζωής.

Πιο στοχευμένες και μικρότερης αξίας αγορές είχαμε και πάλι σε ένδυση, υπόδηση, δώρα και λοιπά είδη.

Η ακρίβεια και η αγορά «δύο ταχυτήτων»

Η αγορά εμφάνισε επίσης έντονα χαρακτηριστικά «δύο ταχυτήτων». Από τη μία πλευρά, οι μεγάλες αλυσίδες λιανικής προσέφεραν πιο ανταγωνιστικές τιμές, λειτουργώντας ως βασικός πόλος προσέλκυσης για το ευρύ καταναλωτικό κοινό. Από την άλλη, τα παραδοσιακά καταστήματα, κρεοπωλεία, φούρνοι, ζαχαροπλαστεία και μανάβικα αναγκαστικά διατήρησαν υψηλότερα επίπεδα τιμών, απευθυνόμενα κυρίως σε μόνιμους πελάτες, που δίνουν έμφαση στην ποιότητα και την ελληνική προέλευση των προϊόντων.

Συνοψίζοντας την φετινή εικόνα ανά κατηγορία, τα τρόφιμα είχαν υψηλή συμμετοχή με 50% και τζίρο περίπου 750 εκ. ευρώ, τα πασχαλινά παραδοσιακά δώρα είχαν μεσαία συμμετοχή με 20% και περίπου 300 εκ. ευρώ, καθώς και η ένδυση υπόδηση με συμμετοχή 15% και περίπου 250 εκ. ευρώ.

Ο εσωτερικός τουρισμός είχε σταθερή συμμετοχή με 10% και άνω των 150 εκ. ευρώ, ενώ οι υπόλοιποι κλάδοι είχαν συμπληρωματική συμμετοχή με 5% και χαμηλό τζίρο. Παρατηρήθηκε μικρή αλλαγή στις διατροφικές επιλογές, αλλά και μείωση των ποσοτήτων ανά οικογένεια.

Στο οικονομικό περιβάλλον, ο πληθωρισμός εξακολούθησε να επηρεάζει τις αγοραστικές αποφάσεις. Η αύξηση του κόστους ενέργειας και μεταφορών, μεταφέρθηκε εν μέρει στις τελικές τιμές των προϊόντων, περιορίζοντας τα περιθώρια.

Συνολικά, η πασχαλινή αγορά του 2026 αποτύπωσε μια μεταβατική φάση για το λιανεμπόριο.

«Η κατανάλωση επαναπροσδιορίστηκε»

Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ Βασίλης Κορκίδης δήλωσε: «Το φετινό Πάσχα παρέμεινε μια περίοδος αυξημένης εμπορικής δραστηριότητας, με μικρή διάρκεια και μεγάλη ένταση, αλλά με πιο συγκρατημένα χαρακτηριστικά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Η κατανάλωση σίγουρα επαναπροσδιορίστηκε (…). Το παραδοσιακά “πλούσιο” πασχαλινό τραπέζι κυριάρχησε και φέτος με σαφή μετατόπιση σε πιο επιλεκτικό, αλλά όχι “φτωχότερο”. Τα ήθη, έθιμα και παραδόσεις του Πάσχα έδειξαν αντοχές και υπερίσχυσαν της ακρίβειας. Η προτεραιότητα στα πασχαλινά δώρα σε παιδιά, εγγόνια και βαφτιστήρια ήταν το βασικό χαρακτηριστικό που ξεχώρισε τους Έλληνες και φέτος το Πάσχα»..



Source link

sporadesnews
the authorsporadesnews