Η ενεργειακή κρίση και ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή επανέφεραν βίαια το ζήτημα της κατανάλωσης στο προσκήνιο. Από τα νοικοκυριά έως τη βιομηχανία, το κόστος ενέργειας αποκαλύπτει αδυναμίες δεκαετιών και πιέζει για άμεσες λύσεις, με τα κτίρια να αποτελούν το πιο ορατό και δύσκολο πεδίο παρέμβασης. Στην Ελλάδα, ο αδύναμος κρίκος στον κτιριακό τομέα είναι οι πολυκατοικίες.
Η Γενική Γραμματέας του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ), κυρία Δέσποινα Παληαρούτα, το έθεσε με σαφήνεια στη χθεσινή ημερίδα του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ) και του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΤΕΕ) «Ενέργεια Χωρίς Απώλειες: Εξοικονόμηση και Βιωσιμότητα στα Κτίρια». «Έχουμε το πιο παλιό απόθεμα κτηριακό στη χώρα μας… και δεν έχουμε βρει τον τρόπο να προχωράμε καθολικά σε παρεμβάσεις στις όψεις των κτιρίων, στις πολυκατοικίες κτλ. Και πάμε κατά περίπτωση», επεσήμανε.
Πολυκατοικίες: Η πρόκληση της συναίνεσης
Η φράση «πάμε κατά περίπτωση» συμπυκνώνει ένα διαχρονικό πρόβλημα. Στις πολυκατοικίες, η συναίνεση είναι δύσκολη. Οι κανονισμοί, οι διαφορετικές οικονομικές δυνατότητες των ενοίκων και η απουσία κοινής στρατηγικής μετατρέπουν την ενεργειακή αναβάθμιση σε άσκηση ισορροπίας. «Δεν έχουμε συχνά ευθυγράμμιση και ομοφωνία», σημείωσε η ίδια, εξηγώντας γιατί οι παρεμβάσεις σε επίπεδο κτιρίου ή συγκροτήματος παραμένουν περιορισμένες. Και όμως, όπως τόνισε, «δεν είναι τόσο αποδοτικό… όσο το να πας να κάνεις συνολικά δράσεις εξοικονόμησης… σε ένα ολόκληρο κτιριακό συγκρότημα».
Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να γίνει μεμονωμένα, διαμέρισμα το διαμέρισμα. Απαιτεί κλίμακα. «Μας δημιουργεί τεράστιο πρόβλημα και στον σχεδιασμό και τελικά στο αντίκτυπο που έχει στις δράσεις εξοικονόμησης. Σχεδιάζουμε προγράμματα τύπου “αλλάζω θερμοσίφωνα”. Δεν είναι τόσο αποδοτικά και αποτελεσματικά όσο η υλοποίηση συνολικών δράσεων εξοικονόμησης και παρεμβάσεων σε ένα σπίτι και πόσο μάλλον σε ένα ολόκληρο κτιριακό συγκρότημα ή σε μια πολυκατοικία», υπογράμμισε η Γενική Γραμματέας.
Αυθαίρετη δόμηση και δημόσια κτίρια
Εκτός από το πρόβλημα με τους κανονισμούς των πολυκατοικιών, ο πρόεδρος του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών και Εξοικονόμησης Ενέργειας (ΚΑΠΕ), κ. Δημήτρης Καρδοματέας, αναφέρθηκε σε ένα ακόμη πρόβλημα που εντοπίστηκε. Η αυθαίρετη δόμηση, ακόμη και σε δημόσια κτίρια, δεν είναι απλώς πολεοδομικός «πονοκέφαλος». Φρενάρει την ενεργειακή αναβάθμιση γιατί δεν μπορούν να υπαχθούν στα «Εξοικονομώ». Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν «περπάτησε» και το πρόγραμμα αναβάθμισης δημοσίων κτιρίων «Ηλέκτρα» όπως είπε ο επικεφαλής του ΚΑΠΕ.
Εξοικονομώ: Πώς καταρρέει η συμμετοχή της μεσαίας τάξης
Υπάρχουν ωστόσο και βαθύτερες στρεβλώσεις στον τρόπο που έχει δομηθεί το σύστημα και η αγορά. Ο κ. Καρδοματέας, τις έθεσε με σαφήνεια. «Ο ιδιώτης ενδιαφέρεται μόνο για το οικονομικό σκέλος, το κράτος πρέπει να κοιτάζει μακροπρόθεσμα… αλλιώς δεν θα έχουμε ενεργειακή μετάβαση», υπογράμμισε. Το χάσμα αυτό αποτυπώνεται κυρίως στη χρηματοδότηση. «Η τεχνολογία υπάρχει… αλλά επειδή είναι έντασης κεφαλαίου… πρέπει να βάλεις ένα ποσό από την αρχή για να πάρεις το όφελος σε βάθος χρόνου», ανέφερε. Και εκεί ακριβώς καταρρέει η συμμετοχή της μεσαίας τάξης: ούτε επιδοτείται επαρκώς, ούτε μπορεί να επενδύσει.
Η δυσκολία του on-bill financing
Και έτσι η χώρα εγκλωβίζεται ανάμεσα σε ένα γερασμένο κτιριακό απόθεμα και σε «εργαλεία» που δεν επαρκούν. Όπως επεσήμανε η κυρία Παληαρούτα, «βρισκόμαστε σε ένα κομβικό σημείο, δεν θα έχουμε τόσο μεγάλες ευρωπαϊκές επιδοτήσεις τα επόμενα χρόνια, παρά μόνο για τις ευάλωτες ομάδες από το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο και όχι καθολικά για όλους». Η μετάβαση από τις επιδοτήσεις σε πιο σύνθετα χρηματοδοτικά εργαλεία – όπως το on-bill financing – δεν είναι απλή υπόθεση. «Αυτό πρέπει να το σκεφτούμε πολύ σοβαρά πώς θα το σχεδιάσουμε», προειδοποίησε.
Ο ρόλος των παρόχων
Στο ίδιο πλαίσιο, η συζήτηση μετατοπίζεται πλέον και στον ρόλο των παρόχων ενέργειας, οι οποίοι καλούνται να αναλάβουν πιο ενεργό μέρος. Όπως ανέφερε η Γενική Γραμματέας ΥΠΕΝ, «υπάρχει ένας μηχανισμός που αφορά και τους προμηθευτές ρεύματος που λέγεται “καθεστώς επιβολής” στο οποίο οφείλουν να προχωρούν οι ίδιοι σε πραγματικές δράσεις εξοικονόμησης», επισημαίνοντας ότι δεν αρκούν πλέον τυπικές κινήσεις συμμόρφωσης.
Το ζητούμενο είναι αν αυτό το σύστημα μπορεί να συνδυαστεί, επιτρέποντας στους πολίτες να αποπληρώνουν τις παρεμβάσεις μέσω των λογαριασμών τους στις εταιρείες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, σημείωσε η ίδια, υπογραμμίζοντας την πολυπλοκότητα του εγχειρήματος. Σε κάθε περίπτωση, κατέστησε σαφές ότι απαιτείται «πάρα πολύ σωστός σχεδιασμός» και στενή συνεργασία με το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, ενώ παραδέχθηκε πως «υπάρχουν διαφορετικές απόψεις» και δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί η κατεύθυνση. Η ίδια, ωστόσο, ήταν σαφής ως προς την ανάγκη συνέχειας των προγραμμάτων εξοικονόμησης.
Το «μπουμ» της δεκαετίας του ΄70 και τα κίνητρα
Από την πλευρά του, ο κ. Καρδοματέας ανέδειξε στις καλές πρακτικές που μπορεί να υιοθετηθούν και να βοηθήσουν, όπως τα φορολογικά κίνητρα. «Τη δεκαετία του ’70 όταν άρχισε για πρώτη φορά εγκατάσταση ηλιακών θερμοσιφώνων έγινε ένα μπουμ διότι όλο το κόστος αφαιρείτο από το φορολογητέο εισόδημα», τόνισε. Τέτοιου τύπου απλά και αποδοτικά κίνητρα θα μπορούσαν να επανασχεδιαστούν σήμερα, ώστε να κινητοποιήσουν την ιδιωτική συμμετοχή σε προγράμματα εξοικονόμησης ενέργειας. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι «στα νέα κτίρια η πλειονότητα πια πάει σε αντλίες θερμότητας», ενώ το πραγματικό πρόβλημα παραμένει στα παλιά, όπου οι επενδύσεις πρέπει να αποσβεστούν σε εύλογο χρονικό διάστημα. «Αυτό πρέπει να το δούμε ξανά με ρεαλισμό και πρακτικές λύσεις», τόνισε, υπενθυμίζοντας ότι χωρίς τέτοιο σχεδιασμό οι πολιτικές εξοικονόμησης θα παραμένουν αποσπασματικές και αναποτελεσματικές.
Σε ευρύτερο επίπεδο, τα προβλήματα αυτά δεν είναι αποκλειστικά ελληνικά. Ο ενεργειακός ελεγκτής Γ’ τάξης και αντιπρόεδρος του ΙΕΝΕ κ. Κωνσταντίνος Θεοφύλακτος τα εντάσσει στην πραγματικότητα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. «Η περιφέρεια αυτή παραμένει 30%-40% πιο ενεργοβόρα από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης», ανέφερε. Και αυτό μεταφράζεται σε χαμηλότερη ανταγωνιστικότητα για τη βιομηχανία, υψηλότερο κόστος και μεγαλύτερη εξάρτηση. Οι εισαγωγές ενέργειας φτάνουν στην περιοχή πάνω από 50%-60%.
Η εικόνα συμπληρώνεται από τρία αλληλένδετα ζητήματα, την ενεργειακή αποδοτικότητα, τις γηράσκουσες κτιριακές υποδομές κατοικιών και βιομηχανίας και την ενεργειακή φτώχεια, με τα νοικοκυριά να δαπανούν δυσανάλογο μέρος του εισοδήματός τους ή να αναγκάζονται να επιλέξουν «μεταξύ θέρμανσης ή άλλων βασικών αναγκών». Και ενώ οι τεχνολογικές λύσεις για την ενεργειακή αποδοτικότητα υπάρχουν – από τη συμπαραγωγή έως την τηλεθέρμανση – η υλοποίηση καθυστερεί. Τα δίκτυα είναι παλιά, με «μεγάλες απώλειες», και η κοινωνική αποδοχή συχνά λείπει.
Ανακαίνιση και στρατηγική ενεργειακής αποδοτικότητας
Ο κ. Θεοφύλακτος, ωστόσο, δεν έμεινε στη διάγνωση. Πρότεινε μια καθαρή κατεύθυνση με πρώτο βήμα τη βαθιά ανακαίνιση των κτιρίων η οποία θα περιορίσει την κατανάλωση – θερμικής και ηλεκτρικής ενέργειας -, με δεύτερο βήμα την κάλυψη της ζήτησης ρεύματος με αποδοτικά ενεργειακά συστήματα, ελαχιστοποιώντας έτσι τη σπατάλη και το κόστος των καυσίμων και με τρίτο βήμα τη μείωση των λογαριασμών ώστε να περιοριστεί η ενεργειακή ένδεια. Και κατέληξε ο αντιπρόεδρος του ΙΕΝΕ: «Πρέπει λοιπόν να δοθεί προτεραιότητα στις δημόσιες επενδύσεις και να ενισχυθεί η αποδοτικότητα των υψηλής απόδοσης ΣΗΘΥΑ, ώστε να δημιουργηθεί σημαντικό κοινωνικό αποτύπωμα. Στρατηγικά συνδέοντας την ενεργειακή αποδοτικότητα με τη ΣΗΘΥΑ και την καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας, μπορούμε να οικοδομήσουμε ένα ανθεκτικό σύστημα, λιγότερο σπάταλο, πιο ανταγωνιστικό και ταυτόχρονα πιο δίκαιο για τους πολίτες.».
Πηγή: OT






