Αντίστροφα μετρά ο χρόνος για τις καλοκαιρινές διακοπές, με το επίδομα άδειας να αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον.
Οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα πρέπει να γνωρίζουν πώς υπολογίζεται το επίδομα καθώς και οι αποδοχές αδείας, ενώ ο νόμος καθορίζει με σαφήνεια τα ποσά, τις προϋποθέσεις αλλά και τον ακριβή χρόνο πληρωμής.
Όταν ένας μισθωτός παίρνει την άδειά του, δικαιούται να λάβει τις «συνήθεις αποδοχές» του. Πρακτικά, πρόκειται για τα χρήματα που θα έπαιρνε αν εργαζόταν κανονικά στην επιχείρηση εκείνες τις ημέρες. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνεται οτιδήποτε καταβάλλεται στον εργαζόμενο σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα για την εργασία του.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στις αποδοχές αυτές προσμετρώνται:
-Η αμοιβή για τακτική εργασία τις Κυριακές, τις γιορτές ή τις νύχτες.
-Η πληρωμή για υπερεργασία, εφόσον αυτή γίνεται τακτικά.
-Η αμοιβή για νόμιμη τακτική υπερωρία που θα έκανε ο εργαζόμενος αν δεν έλειπε σε άδεια.
-Αντίθετα, δεν συνυπολογίζονται η αποζημίωση για παράνομες υπερωρίες και η αναλογία των δώρων εορτών.
Ο υπολογισμός για το επίδομα αδείας
Εκτός από τον μισθό της άδειας, οι εργαζόμενοι δικαιούνται και το επίδομα αδείας. Το δικαίωμα αυτό έρχεται μαζί με την κανονική άδεια και το ποσό υπολογίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως και οι αποδοχές αδείας.
Ωστόσο, υπάρχουν συγκεκριμένα όρια:
-Για όσους αμείβονται με μηνιαίο μισθό, το επίδομα δεν μπορεί να ξεπεράσει τον μισό μισθό.
-Για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο, ωρομίσθιο ή ποσοστά, το όριο είναι τα 13 ημερομίσθια.
Ο νόμος είναι αυστηρός ως προς τον χρόνο καταβολής. Τόσο οι αποδοχές αδείας όσο και το επίδομα πρέπει να προκαταβάλλονται στον μισθωτό κατά την έναρξη της άδειάς του.
Σε περίπτωση που μια συνεργασία σταματήσει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως απόλυση ή παραίτηση, πριν ο εργαζόμενος προλάβει να πάρει την άδεια που του αναλογεί, ο εργοδότης υποχρεούται να του καταβάλει κανονικά τα χρήματα που θα έπαιρνε αν είχε κάνει χρήση της άδειάς του.
Ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει το επίδομα αδείας, μαζί με τις αποδοχές αδείας, προκαταβολικά κατά την έναρξη της άδειας του εργαζόμενου, όπως ορίζεται από την Επιθεώρηση Εργασίας. Οι εργαζόμενοι έχουν το δικαίωμα να αιτηθούν το χρονικό διάστημα που επιθυμούν να πάρουν την ετήσια άδειά τους. Εφόσον γίνει αυτό, ο εργοδότης οφείλει να απαντήσει ή να χορηγήσει το επίδομα αδείας μέσα σε δύο μήνες από το αίτημα.






