Οι Αμερικανοί ρισκάρουν να επεκταθεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή με το Ιράν, μετά την παράνομη επίθεσή τους στη χώρα. Οι δε Ευρωπαίοι δείχνουν ανένδοτοι έναντι της επιτιθέμενης Ρωσίας, στηρίζοντας τον πόλεμο στην Ουκρανία. Οι δύο πλευρές όμως, φαίνεται να έχουν εγκαταλείψει το μεγάλο χαρτί που θα τους επέτρεπε να αναμετρηθούν με τους αντιπάλους τους, έχοντας γοητευτεί από μια οικονομία που στηρίζεται σε υπηρεσίες.
Σε ανάλυσή του στο Unherd ο έγκριτος Γερμανός αναλυτής και δημοσιογράφος Βόλφαγκανκ Μινχάου βλέπει τη Δύση να βρίσκεται αυτή τη στιγμή αντιμέτωπη με κρίση εφοδιαστικής αλυσίδας στις στρατιωτικές προμήθειες.
«Ακόμη και ο ισχυρότερος στρατός στον κόσμο δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη τη νίκη, αν ο πόλεμος διαρκέσει περισσότερο από λίγες εβδομάδες» σημειώνει ο ίδιος, προειδοποιώντας ότι οι ΗΠΑ ήδη ξεμένουν από κρίσιμο υλικό.
Υπηρεσίες, μια επιζήμια μόδα
Η μεγάλη παρακμή της Δύσης ξεκίνησε στο γύρισμα του αιώνα, όπως εξηγεί ο ίδιος, όταν έγιναν της μόδας οι αναθέσεις (outsourcing), ειδικά στις ΗΠΑ.
«Τότε, η οικονομία των υπηρεσιών παρουσιαζόταν ως το μέλλον. Και μέσα σε εκείνη τη χρυσή εποχή της παγκοσμιοποίησης, όλοι οι μεταλλουργοί και οι βιομηχανικοί εργάτες μετακινήθηκαν προς την Κίνα, αφήνοντας τις δυτικές οικονομίες να επικεντρωθούν σε υπηρεσίες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, όπως τα χρηματοοικονομικά».
Αν και ο ίδιος ο Μινχάου επέκρινε τη χώρα του το είχε παρακάνει με την ειδίκευση σε ορισμένους τομείς της παλαιάς τεχνολογίας, όπως τα αυτοκίνητα, παραδέχεται ότι το να ξεφορτώνεσαι βασικές βιομηχανικές δραστηριότητες, όπως χαλυβουργίες και χημικά εργοστάσια, δεν είναι καθόλου έξυπνο για καθαρά στρατηγικούς λόγους.
«Τα μέταλλα, τα ορυκτά και τα χημικά βρίσκονται στην κορυφή κάθε εφοδιαστικής αλυσίδας, και τα περισσότερα πρέπει πρώτα να εξορυχθούν. Αυτές οι πρώτες ύλες κατόπιν επεξεργάζονται για να παραχθούν εκείνα τα βασικά θεμελιώδη υλικά, όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο ή οι μαγνήτες. Το υλικό περνά από μια σειρά επιπλέον σταδίων επεξεργασίας και, αν το τελικό προϊόν είναι σύνθετο, όπως ένα στρατιωτικό ραντάρ ή ακόμη και ένα αυτοκίνητο, θα υπάρχουν πολλοί ακόμη κόμβοι μέσα στις εφοδιαστικές αλυσίδες» λέει.
Γι αυτό και τον ίδιο δεν το εκπλήσσει που η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία «ιδρώνει» κάθε φορά που η Κίνα περιορίζει την προμήθεια οποιουδήποτε μεμονωμένου εξοπλισμού, όπως ενός κρίσιμου ημιαγωγού μεσαίας κατηγορίας. Χωρίς αυτόν, οι κινητήρες τους είναι άχρηστοι.
Το πλεονέκτημα Ρωσίας και Κίνας
Ο ίδιος στην ανάλυσή του σημειώνει ότι το μεγάλο ατού Ρωσίας και Κίνας έναντι της Δύσης δεν είναι τα ορυκτά που διαθέτουν άφθονα, αλλά γεγονός ότι μπορούν και να τα επεξεργάζονται.
«Η κινεζική τεχνογνωσία στην επεξεργασία των πρώτων υλών της είναι ασύγκριτη: υπάρχει τεράστια εξειδίκευση στην παραγωγή μαγνητών σπανίων γαιών από νεοδύμιο. Και αυτή τη στιγμή πληρώνουμε βαρύ τίμημα για τη φετιχοποίηση της οικονομίας των υπηρεσιών. Εγώ κατηγορώ τους μακροοικονομολόγους. Στα τυπικά μακροοικονομικά μοντέλα δεν υπάρχουν εφοδιαστικές αλυσίδες. Τα πράγματα απλώς εμφανίζονταν στην πόρτα μας. Αυτά τα μοντέλα λειτουργούσαν σε ένα περιβάλλον καλοκαιρίας, μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο, πολυμερές εμπορικό σύστημα, όχι όμως στον κόσμο του σήμερα».
Η σημασία των εφοδιαστικών αλυσίδων
Υπενθυμίζει την εποχή που έζησε ο Πρώσος στρατιωτικός θεωρητικός Καρλ φον Κλαούζεβιτς που οι μεγάλες δυνάμεις διέθεταν άφθονους σιδηρουργούς και εργαστήρια για να παράγουν όπλα, κανόνια και πυρομαχικά. Το σημείο συμφόρησής τους ήταν το χρήμα και οι στρατιώτες.
Όπως και τότε, λέει, δεν μπορείς να έχεις στρατιωτική στρατηγική αδιαφορώντας για τις εφοδιαστικές αλυσίδες, κάτι το οποίο καταλαβαίνουν άριστα τόσο ο Πούτιν, όσο και Σι Τζινπίνγκ. Ο τελευταίος έγινε υπέρμαχος της σύγχρονης βιομηχανίας. «Διέψευσε τη νωθρή θεωρία ότι οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να επιλέγουν βιομηχανικούς νικητές. Η Κίνα το κάνει αυτό διαρκώς. Η διαφορά είναι ότι επιλέγουν κλάδους, όχι εταιρείες. Επέλεξαν τις σπάνιες γαίες, τους μαγνήτες, τις μπαταρίες αυτοκινήτων, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, τα ηλιακά πάνελ, τη ρομποτική, μεταξύ άλλων».
«Μπορεί άραγε κάποιος από εμάς να κατονομάσει οποιονδήποτε δυτικό ηγέτη που να ενδιαφέρεται για την εξόρυξη; Ή να γνωρίζει τις βιομηχανικές διεργασίες στα μεταγενέστερα στάδια της παραγωγής;» αναρωτιέται.
Υπενθυμίζει ότι οι κυβερνήσεις στις ΗΠΑ επέλεξαν να ερημώσουν τις βιομηχανικές ζώνες, κάτι που τελικά περιόρισε τις στρατιωτικο-στρατηγικές τους επιλογές. Είναι αδύνατον να υιοθετούν ταυτόχρονα και προστατευτισμό και να αλλάζουν βίαια καθεστώτα σε μακρινές χώρες, προειδοποιεί ο Μινχάου.
Φανταστείτε, λοιπόν, το εφιαλτικό σενάριο για τη Δύση:
Ο ίδιος καταλήγει με την εκτίμηση ότι η Δύση δεν θα ήταν προετοιμασμένη ούτε για εισβολή της Κίνας στην Ταϊβάν, ούτε για ρωσική εισβολή στις Βαλτικές Δημοκρατίες, ούτε καν για την υποτιθέμενο πόλεμο της Βόρειας Κορέας στη Νότια Κορέα.
«Αν ξεμένεις από πυραύλους έπειτα από μία εβδομάδα πολέμου εναντίον του Ιράν, τότε πώς θα μπορούσες ενδεχομένως να αντιμετωπίσεις έναν ακόμη εχθρό;» αναρωτιέται.






