Οικονομία

Το πληθωριστικό ντόμινο και τα μαθήματα από τις ενεργειακές κρίσεις


Όσο οι τιμές του πετρελαίου πλησιάζουν ξανά τα 100 δολάρια το βαρέλι, οι αγορές προσπαθούν να υπολογίσουν πόσο γρήγορα και πόσο βαθιά μπορεί να μεταφερθεί η άνοδος της ενέργειας στον πληθωρισμό.

Η ιστορία των οικονομικών κρίσεων δείχνει ότι όταν το πετρέλαιο ανεβαίνει, ο πληθωρισμός αργά ή γρήγορα ακολουθεί και αυτός ανοδικά. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και του ΟΟΣΑ, μια αύξηση περίπου 10% στην τιμή του πετρελαίου οδηγεί κατά μέσο όρο σε άνοδο του πληθωρισμού κατά 0,1 έως 0,3 ποσοστιαίες μονάδες στις ανεπτυγμένες οικονομίες.

Η ενεργειακή κρίση και το πρώτο κύμα

Το πρώτο κύμα ακρίβειας εμφανίστηκε ήδη στα καύσιμα. Η άνοδος της τιμής του πετρελαίου περνά σχεδόν άμεσα στη βενζίνη και στο ντίζελ, αυξάνοντας το κόστος στις μεταφορές, αλλά και στα προϊόντα.

Το δεύτερο κύμα αφορά το κόστος παραγωγής. Η ενέργεια αποτελεί βασικς παράγοντας σε κάθε παραγωγική διαδικασία. Από τη γεωργία έως τη βιομηχανία και το λιανεμπόριο, η αύξηση των τιμών καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας μεταφέρεται σταδιακά στις τελικές τιμές προϊόντων.

Τέλος έρχεται το τρίτο στάδιο, που είναι οι δευτερογενείς επιδράσεις. Όταν οι τιμές παραμένουν υψηλές για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι επιχειρήσεις αναπροσαρμόζουν τις τιμολογιακές τους στρατηγικές και οι εργαζόμενοι ζητούν υψηλότερους μισθούς για να αντισταθμίσουν την απώλεια αγοραστικής δύναμης.

Αυτό το τρίτο στάδιο είναι εκείνο που φοβούνται περισσότερο οι κεντρικές τράπεζες, γιατί μπορεί να δημιουργήσει έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο πληθωρισμού.

Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της οικονομικής βιβλιογραφίας είναι ότι η σχέση μεταξύ πετρελαίου και πληθωρισμού έχει εξασθενήσει σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες

Τα μαθήματα των προηγούμενων κρίσεων

Η σχέση πετρελαίου και πληθωρισμού έχει αποτυπωθεί σε όλες τις μεγάλες ενεργειακές κρίσεις των τελευταίων πενήντα ετών.

Στη δεκαετία του 1970, τα εμπάργκο πετρελαίου του ΟΠΕΚ προκάλεσαν εκτίναξη των τιμών και οδήγησαν τις δυτικές οικονομίες σε μια πρωτοφανή περίοδο στασιμοπληθωρισμού. Ο πληθωρισμός σε πολλές ανεπτυγμένες οικονομίες ξεπέρασε το 10%.

Τριάντα χρόνια αργότερα, η έκρηξη των τιμών το 2007-2008, όταν το Brent πλησίασε τα 147 δολάρια το βαρέλι, οδήγησε τον πληθωρισμό της ευρωζώνης κοντά στο 4%.

Η πιο πρόσφατη εμπειρία ήταν η ενεργειακή κρίση του 2021-2022. Μετά την πανδημία και τον πόλεμο στην Ουκρανία, οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου εκτινάχθηκαν. Ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη έφθασε το 10,6%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αύξησε τα επιτόκια στο 4%.

Όπως επισημαίνουν αναλυτές του ΔΝΤ, τα ενεργειακά σοκ έχουν την ιδιαιτερότητα ότι επηρεάζουν ταυτόχρονα τόσο την πλευρά της προσφοράς όσο και της ζήτησης. Αυξάνουν το κόστος παραγωγής, αλλά ταυτόχρονα μειώνουν την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της οικονομικής βιβλιογραφίας είναι ότι η σχέση μεταξύ πετρελαίου και πληθωρισμού έχει εξασθενήσει σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες.

Στη δεκαετία του 1970 ένα ενεργειακό σοκ μπορούσε να προκαλέσει μεγάλη και παρατεταμένη άνοδο των τιμών. Σήμερα η επίδραση εκτιμάται ότι είναι περίπου τρεις φορές μικρότερη.

Οι λόγοι είναι πολλοί. Οι οικονομίες έχουν γίνει λιγότερο ενεργοβόρες, καθώς η ενεργειακή ένταση της παραγωγής έχει μειωθεί σημαντικά. Παράλληλα, οι κεντρικές τράπεζες διαθέτουν μεγαλύτερη δύναμη και ισχυρότερα εργαλεία για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού.

Επιπλέον, η ενεργειακή αγορά έχει διαφοροποιηθεί. Η ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η αύξηση της παραγωγής στις ΗΠΑ και τα νέα δίκτυα LNG έχουν περιορίσει, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, την εξάρτηση από το πετρέλαιο.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια

Η ευρωπαϊκή ευαισθησία στην ενεργειακή κρίση

Παρά τη γενική αποδυνάμωση της σχέσης, οι ευρωπαϊκές οικονομίες εξακολουθούν να είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στις ενεργειακές διακυμάνσεις. Η Ευρώπη καλύπτει περίπου 60% των ενεργειακών της αναγκών από εισαγωγές, γεγονός που σημαίνει ότι κάθε γεωπολιτική ένταση μεταφέρεται σχετικά γρήγορα στις τιμές.

Όπως σημειώνουν οικονομολόγοι της ΕΚΤ, ακόμη και μια μέτρια αύξηση στο πετρέλαιο μπορεί να επηρεάσει τη νομισματική πολιτική, καθώς καθυστερεί την επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο του 2%. Η κατάσταση αυτή είναι ακόμη πιο έντονη σε χώρες όπως η Ελλάδα.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, η ενεργειακή εξάρτηση της χώρας παραμένει πάνω από 70%, γεγονός που καθιστά την οικονομία ιδιαίτερα ευάλωτη στις διεθνείς διακυμάνσεις των τιμών.

Τα καύσιμα έχουν σημαντική συμμετοχή στο ελληνικό καλάθι πληθωρισμού , κατά περίπου 11-12%, υψηλότερη από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Αυτό σημαίνει ότι κάθε άνοδος στην τιμή του πετρελαίου μεταφέρεται γρήγορα στο κόστος μεταφορών, στις τιμές τροφίμων και στο συνολικό κόστος ζωής.

Η επίδραση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στα νοικοκυριά. Η ελληνική οικονομία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ιδιωτική κατανάλωση, η οποία αντιστοιχεί περίπου στο 67% του ΑΕΠ.

Όταν το κόστος ενέργειας αυξάνεται, το διαθέσιμο εισόδημα μειώνεται και η κατανάλωση επιβραδύνεται.

Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και μια σχετικά περιορισμένη αύξηση του πληθωρισμού μπορεί να έχει ευρύτερες επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα.

Ένα άλμα 40% στις τιμές του πετρελαίου, κάτι που έχει συμβεί αρκετές φορές στις διεθνείς αγορές, μπορεί να προσθέσει σχεδόν μισή ποσοστιαία μονάδα στον πληθωρισμό. Σε μια περίοδο όπου οι κεντρικές τράπεζες προσπαθούν να επαναφέρουν τον πληθωρισμό κοντά στο 2%, ακόμη και μια τέτοια μεταβολή μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για τη νομισματική πολιτική. Για τον λόγο αυτό οι αγορές παρακολουθούν με κομμένη την ανάσα την εξέλιξη των τιμών μετά την κρίση στο Ιράν.

Πηγή: ot.gr



Source link

sporadesnews
the authorsporadesnews