Το δικό του μήνυμα για το Πάσχα και την Ανάσταση έστειλε ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θεόφιλος αναφέροντας τα ακόλουθα:
«Χαίρετε λαοί και αγαλλιάσθε,
άγγελος εκάθισεν εις τον λίθον του μνήματος·
αυτός ημάς ευηγγελίσατο ειπών,
Χριστός ανέστη εκ νεκρών,
ο Σωτήρ του κόσμου,
και επλήρωσε τα σύμπαντα ευωδίας.»
(Στιχηρόν των Αίνων Κυριακής Β΄ ήχου)
Όντως αληθώς, κατά την «ιεράν, σωτήριον και φωταυγή νύκτα ταύτην», η Εκκλησία βιώνει και διαλαλεί το υπερφυές μυστήριον της του Χριστού αγίας Αναστάσεως.
Ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, «ο εν αρχή Λόγος» (Ιωάν. 1,1), ο Ενανθρωπήσας και «σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος» (Φιλ. 2, 7), «διελθών ευεργετών και ιώμενος» (Πραξ. 10, 38), εσταυρώθη και εκών ετάφη.
«Οι παίδες των σεσωσμένων» εσφράγισαν τον τάφον Αυτού μετά της κουστωδίας, νομίσαντες ότι εξήλειψαν το μνημόσυνον αυτού· μάταιοι όμως απεδείχθησαν, καθ̓ ότι «Κύριος διασκεδάζει βουλάς εθνών και αθετεί βουλάς αρχόντων», (Ψαλμ. 32, 10).
Ο ‘Αδης ο παμφάγος ωσαύτως ηπατήθη· ενόμισεν ότι προσέλαβε θνητόν «και Θεώ περιέτυχε». Ει και «εξ ασθενείας εσταυρώθη», (Β΄ Κορ. 13, 4) χάριν ημών, ο Χριστός, ων «Λόγος ζων και Θεός αληθινός», ενίκησε τον θάνατον, συνέτριψε μοχλούς αιωνίους, ανέστη και «ζη εκ δυνάμεως Θεού» (Β΄ Κορ. 13, 4), ελευθερώσας τους απ’ αιώνος πεπεδημένους κατόχους του ‘Αδου και εισαγαγών αυτούς εις τον Παράδεισον. «Ο Θάνατος φρούδος ώφθη, ζωής ανέτειλεν αυγή».
Πείραν της Αναστάσεως έλαβον πρώται αι μυροφόροι γυναίκες, αίτινες «λίαν πρωί» ήλθον εις το μνημείον και ήκουσαν παρά του αγγέλου· «μη εκθαμβείσθε… ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε» (Μαρκ. 16, 6). Ο δε Αναστάς Κύριος υπήντησεν αυταίς λέγων «χαίρετε» (Ματθ. 28, 9).
Ωσαύτως ενεφανίσθη εις τους Αποστόλους λέγων «ειρήνη υμίν», δεικνύων τον τύπον των ήλων και εμφυσών αυτοίς Πνεύμα ‘Αγιον (Ιωάν. 20, 19-28). Ενεφανίσθη αυτοίς «εν πολλοίς τεκμηρίοις» (Πραξ. 1, 3) έως και την τεσσαρακοστήν από της Αναστάσεως ημέραν, ότε «βλεπόντων αυτών επήρθη και νεφέλη υπέλαβεν Αυτόν» (Πραξ. 1, 9), ανελήφθη εις τον ουρανόν και εκάθισεν εκ δεξιών του Πατρός.
Η εκ δεξιών καθέδρα του Χριστού αποτελεί την δόξαν Αυτού και την δόξαν του ανθρώπου, διότι το ανθρώπινον «πρόσλημμα» ανεβιβάσθη εις τον ουρανόν.
Κατά τον Απόστολον Παύλον, «Χριστός εγήγερται εκ νεκρών» (Α΄ Κορ. 15, 20), και διά τούτο το γεγονός της Αναστάσεως ουκ αποτελεί ψιλήν ανάμνησιν παρελθόντος, αλλά υφίσταται ως ζώσα και ενεργός πραγματικότης, η οποία εδράζεται εις την μυστικήν δύναμιν του Σταυρού· «ο λόγος ο του σταυρού… δύναμις Θεού εστι» (Α΄ Κορ. 1,18).
Εν τη σταυρική θυσία και τη αναστασίμω νίκη, ο Χριστός κατήργησε το κράτος του θανάτου και εχαρίσατο τω ανθρώπω την προοπτικήν της καινής ζωής, «ίνα και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν» (Ρωμ. 6, 4).
Ο δε θείος Κύριλλος Αλεξανδρείας διδάσκει ότι διά της Αναστάσεως ανεκαινίσθη η ανθρωπίνη φύσις και ενεδύθη την αφθαρσίαν, καθ’ ότι ο ζωοποιός Λόγος ενίκησε την φθοράν και ανέδειξεν ημάς μετόχους της θείας ζωής.
Από θρόνου δόξης της Αγίας Τριάδος απέστειλε ο Χριστός το Πνεύμα Αυτού το ‘Αγιον και εθεμελίωσε την Εκκλησίαν, ήτις συνεχίζει το σωτήριον έργον Αυτού, αντιπαλαίουσα τας δυνάμεις του κακού και κηρύττουσα ειρήνην και δικαιοσύνην τοις μακράν και τοις εγγύς.
Η Εκκλησία Ιεροσολύμων, μετά του ευσεβούς αυτής ποιμνίου, αποτελεί την αδιάψευστον και ζώσαν μαρτυρίαν του μυστηρίου της Αναστάσεως, της τελειώσεως δηλονότι της θείας οικονομίας.
Ενωτίζεται δε αδιαλείπτως το Κυριακόν παράγγελμα· «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμι πάσας τας ημέρας» (Ματθ. 28, 20), ουχί ως ανάμνησιν παρελθούσης τινός πραγματικότητος αλλά ως ζώσης και ενεργούς παρουσίας, υπερβαινούσης χρόνους και καιρούς και τα ανθρώπινα όρια και τους φυσικούς νόμους.
Διότι ο Χριστός, καθώς μαρτυρεί ο ‘Αγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «την προσληφθείσαν φύσιν» ημών, εκ των αγνών αιμάτων της αειπαρθένου Μαρίας, συν-ανέστησε εν τη θεία αυτού υποστάσει. Τούτο σημαίνει ότι η Ανάστασις του Χριστού υποδηλοί την βεβαίαν εγγύησιν της αιωνίου ζωής (πρβλ. Α΄ Κορ. 15, 20-22), τουτέστιν της Βασιλείας του Θεού, εν η «θάνατος ουκέτι κυριεύει» (Ρωμ. 6,9), αλλά η ζωή θριαμβεύει εις τους αιώνας.
Εισακούουσα δε τους λόγους του Κυρίου «μη φοβού το μικρόν ποίμνιον» (Λουκ. 12, 32), καλεί το ποίμνιον αυτής εις όλην την δικαιοδοσίαν αυτής εις Ισραήλ, Παλαιστινιακόν Κράτος, Ιορδανίαν και Κατάρ, να παραμένη εις την προγονικήν κοιτίδα αυτού της Αγίας Γης, ώστε να επαληθεύηται η ρήσις του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού «άρον κύκλω τους οφθαλμούς σου, Ιερουσαλήμ και ίδε· ιδού γαρ ήκασί σοι, θεοφεγγείς ως φωστήρες, εκ δυσμών και βορρά, και θαλάσσης και εώας τα τέκνα σου, υμνούντα τον Αναστάντα Χριστόν εις τους αιώνας».
ΠΗΓΗ: ΑΠΕ






