Γράφει ο Αντώνης Ζήβας
Σε ένα άλλο πλαίσιο, οι διαπραγματεύσεις ΗΠΑ–Ιράν στην Ελβετία θα αποτελούσαν ορόσημο. Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, δύο αντίπαλοι με ιστορία αμοιβαίας δυσπιστίας συναντήθηκαν ώστε να επεξεργαστούν τις τεχνικές λεπτομέρειες μιας ευρύτερης συμφωνίας αποκλιμάκωσης. Μόνο που τελικά η πολυπόθητη συνάντηση δεν έγινε – τουλάχιστον μέχρι στιγμής
Η ιρανική πλευρά ανέστειλε τη συμμετοχή της, επικαλούμενη την ισραηλινή κλιμάκωση στον Λίβανο. Το μήνυμα ήταν σαφές: «δεν υπάρχει χώρος για συμφωνία όσο ο σύμμαχός (Χεζμπολάχ) μας δέχεται βομβαρδισμούς».
Και με αυτή την κίνηση, η Τεχεράνη ανάγκασε τη Δύση να αντιμετωπίσει ένα ερώτημα που προσπαθούσε επιμελώς να αποφύγει.
Ποιος ελέγχει πραγματικά τον ρυθμό των διαπραγματεύσεων, όταν ένας τρίτος δρών που δεν βρίσκεται στο τραπέζι (Ισραήλ) ορίζει τους όρους με τη στρατιωτική του δράση;
Το αόρατο ρήγμα και ο Λίβανος ως διαπραγματευτικό πεδίο
Η Χεζμπολάχ δεν είναι απλά μία ισλαμική ένοπλη οργάνωση στον Λίβανο. Είναι η πιο εξελιγμένη έκφραση της ιρανικής επιρροής στην Ανατολική Μεσόγειο. Ένας υβριδικός οργανισμός με πολιτικές ρίζες, κοινωνικό έργο, στρατιωτική υποδομή και στρατηγική λειτουργία εντός της χώρας σε σημείο να είναι πιο ισχυρή και να έχει περισσότερο έλεγχο σε σχέση με την κυβέρνηση στη Βηρυτό. Κάθε πλήγμα εναντίον της στον Λίβανο δεν είναι τοπικό επεισόδιο: είναι έμμεσο χτύπημα προς την Τεχεράνη.
Η ισραηλινή κυβέρνηση και ο Μπένγιαμιν Νετανιάχου, έχουν υιοθετήσει μια εκστρατεία που στοχεύει στη δημιουργία μιας «ζώνης ασφαλείας» εντός λιβανικού εδάφους. Αναλυτές ερμηνεύουν αυτή την κίνηση ως de facto μεταβολή των συνόρων μια επιθετικά εδαφική κίνηση που προηγείται κάθε διπλωματικής συμφωνίας.
Για την Τεχεράνη, αυτό μεταφράζεται στο α μην έχει απολύτως καμία εμπιστοσύνη στο Τελ Αβίβ. Πώς μπορείς να συζητάς για αποκλιμάκωση μιας σύγκρουσης όταν ο σύμμαχός σου βάλλεται υπό συνεχείς αεροπορικές επιδρομές; Η σύνδεση ανάμεσα στο λιβανικό μέτωπο και τις συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν δεν είναι μερική, είναι δομική.
Τρεις λογικές σε σύγκρουση
Οι ΗΠΑ εδώ και μερικές εβδομάδες επιδιώκουν μία συμφωνία σταθερότητας που θα αποτρέψει τη γενικευμένη ενεργειακή κρίση και θα ομαλοποιήσει τις ροές της ενέργειας στη Μέση Ανατολή, μέσω της διπλωματίας ως ένα βασικό εργαλείο αποφυγής της πολεμικής κλιμάκωσης.
Από την άλλη πλευρά το Ισραήλ αντιμετωπίζει τη Χεζμπολάχ ως υπαρξιακή απειλή, όχι ως κάποιον διαπραγματευτικό παράγοντα που θα συνομιλήσει μαζί του. Ο Νετανίαχου και οι συν αυτόν δίνουν απόλυτη προτεραιότητα στην ολική στρατιωτικά επιχειρησιακή εξουδετέρωση της σιιτικής οργάνωσης, ανεξάρτητα από τις όποιες διπλωματικές συνέπειες.
Τέλος το Ιράν, ενσωματώνει το λιβανικό μέτωπο ως οργανικό μέρος κάθε συμφωνίας, όπου δεν πρόκειται να υπάρξει καμία πρόοδος χωρίς την αποκλιμάκωση στον Λίβανο, ρητή ή σιωπηρή.
Η «διπλή εξωτερική πολιτική» της Δύσης
Τελικά, αυτό που αναδύεται μέσα από όλον αυτόν τον «λαβύρινθο» γεοπολιτικών επιδιώξεων δεν είναι μία σχετική διαφωνία μεταξύ συμμάχων. Είναι κάτι πιο ανησυχητικό: η ύπαρξη δύο παράλληλων εξωτερικών πολιτικών, που εκτυλίσσονται ταυτόχρονα, χωρίς συντονισμό και μάλλον με διαφορετικές επιδιώξεις.
Η πρώτη εκφράζεται από την Ουάσιγκτον: διαπραγμάτευση, αποκλιμάκωση, σταθεροποίηση.
Η δεύτερη αποτυπώνεται στο πεδίο από το Τελ Αβίβ: στρατιωτική πίεση, εδαφική αναδιαμόρφωση βασισμένη στη λογική του «πρώτα η ασφάλεια». Η αντίθεση μεταξύ τους δεν είναι μία τακτική ασυμφωνία. Είναι στρατηγική ρήξη.
Ο Ντόναλντ Τραμπ ο οποίος εμφανίζεται ως ο κύριος πολιτικός εγγυητής της συμφωνίας με το Ιράν, έχει μια δεδηλωμένη προτίμηση για μία τελική συμφωνία σε μεγάλη κλίμακα. Αλλά η δυνατότητα σύναψης συμφωνίας προϋποθέτει έλεγχο των παραμέτρων. Και αυτόν τον έλεγχο η Ουάσιγκτον δεν τον έχει – τουλάχιστον όχι επί του λιβανικού μετώπου.
Το πολιτικό κόστος της συνεχούς κλιμάκωσης
Πέρα από τα ανθρωπιστικά δεδομένα: δεκάδες νεκροί, νέα κύματα εκτοπισμένων, κατοχή εδάφους ενός κυρίαρχου κράτους και δημιουργία «ζώνης ασφάλειας» σε απόσταση από τα σύνορα, η ισραηλινή στρατηγική στον Λίβανο παράγει τρία ανεπιθύμητα γεωπολιτικά αποτελέσματα:
Ενισχύει εντός του Ιράν την αντίληψη ότι δεν υπάρχει κανένα αξιόπιστο πεδίο εμπιστοσύνης για μία συμφωνία η οποία θα συμπεριλαμβάνει και το Ισραήλ. Αποδυναμώνει την αμερικανική διαπραγματευτική ικανότητα, αφού κάθε βήμα διαλόγου υπονομεύεται από εξελίξεις εκτός ελέγχου της Ουάσιγκτον, κάθε φορά που μία ισραηλινή επιδρομή χτυπά εντός του Λιβάνου. Και δημιουργεί ένα αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο, στον οποίο η στρατιωτική δράση παράγει πολιτική ακινησία αντί για ασφάλεια.
Αυτό δεν αποτελεί κριτική στους ισραηλινούς στόχους με πρόσχημα την ασφάλεια είναι ευθεία αμφισβήτηση της μεθοδολογίας που επιλέγει το Τελ Αβίβ.
Η στρατιωτική πίεση χωρίς διπλωματική «στρατηγική εξόδου» δεν παράγει σταθερότητα. Παράγει αναζωπύρωση και συνέχιση της έντασης.
Η ακύρωση των συνομιλιών στη Γενεύη δεν είναι το τέλος μιας διαδικασίας. Είναι η αποκάλυψη ενός ορίου: καμία συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν δεν μπορεί να υπάρξει και να υπογραφεί όσο το λιβανικό μέτωπο παραμένει ενεργό και όσο το Ισραήλ κινείται βασισμένο στις δικές του επιδιώξεις με ανεξάρτητη επιχειρησιακή λογική.
Το ρήγμα ΗΠΑ – Ισραήλ δεν έχει τη μορφή μίας επίσημης ρήξης – τουλάχιστον όχι ακόμη και σίγουρα δημόσια. Έχει τη μορφή των ασύμβατων στρατηγικών που λειτουργούν παράλληλα. Και όσο δεν γεφυρώνεται αυτό το χάσμα, κάθε απόπειρα διπλωματίας θα συναντά τα ίδια προβλήματα: όχι έναν συνομιλητή που αρνείται να συμφωνήσει, αλλά μία σύγκρουση που τουλάχιστον ο ένας από τους τρεις εμπλεκόμενους αρνείται να σταματήσει.






