Σαφή και σε αρκετά σημεία ανατρεπτικά συμπεράσματα προέκυψαν από έρευνα που υλοποιήθηκε από 88 μαθητές του 4ου Γενικού Λυκείου Βόλου, με αντικείμενο τη στάση των εφήβων απέναντι στην ελληνική γλώσσα. Η έρευνα βασίστηκε σε δομημένο ερωτηματολόγιο κλίμακας Likert (πέντε βαθμίδων: από «διαφωνώ απόλυτα» έως «συμφωνώ απόλυτα») και διερεύνησε τη σημασία της γλώσσας, τη γλωσσική επάρκεια των μαθητών, τη χρήση αγγλικών, τα ψηφιακά μέσα και την τεχνητή νοημοσύνη. Την παιδαγωγική καθοδήγηση της δράσης είχε η φιλόλογος και πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Μαγνησίας, Βίκυ Ματζώρου, η οποία, μιλώντας στην ΕΡΤ Βόλου, υπογράμμισε ότι τα ευρήματα, παρότι προέρχονται από έρευνα μικρής κλίμακας, αναδεικνύουν την ανάγκη ανανέωσης τόσο του περιεχομένου των σχολικών εγχειριδίων όσο και του τρόπου διδασκαλίας της γλώσσας, με κριτική και παιδαγωγικά τεκμηριωμένη αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης.
Στο πρώτο σκέλος της έρευνας, που αφορούσε τη σημασία της ελληνικής γλώσσας, καταγράφηκε καθολική συμφωνία: το 100% των μαθητών δήλωσε ότι η ελληνική γλώσσα αποτελεί φορέα πολιτισμού και ιστορικής μνήμης, ενώ όλοι συμφώνησαν επίσης ότι η σωστή χρήση της είναι καθοριστική για τις σπουδές και τη μελλοντική επαγγελματική τους πορεία.
Αναφορικά με τη γλωσσική επάρκεια, τα αποτελέσματα ήταν πιο σύνθετα. Στην ερώτηση αν στα σχολικά κείμενα συναντούν πολλές άγνωστες λέξεις, περίπου το 34% των μαθητών τοποθετήθηκε είτε θετικά είτε αρνητικά, ενώ η μεγαλύτερη ομάδα απάντησε «ούτε συμφωνώ ούτε διαφωνώ», στοιχείο που, σύμφωνα με την ανάλυση, δεν επιτρέπει ασφαλή γενίκευση.
Σημαντικά ήταν τα ευρήματα για τη χρήση της γλώσσας στην καθημερινή ψηφιακή επικοινωνία. Το 47% των μαθητών δήλωσε ότι τους ενδιαφέρει να γράφουν σωστά ελληνικά ακόμη και στα γραπτά μηνύματα που ανταλλάσσουν μεταξύ τους, εύρημα που έρχεται σε αντίθεση με την κυρίαρχη αντίληψη περί αδιαφορίας των εφήβων για τη γλωσσική ορθότητα. Παράλληλα, η πλειονότητα των μαθητών ανέφερε ότι δεν χρησιμοποιεί πλέον greeklish, προτιμώντας την ελληνική γραφή ή, συχνά, τα φωνητικά μηνύματα.
Σε ό,τι αφορά την επίδραση των κοινωνικών δικτύων στη σχέση των μαθητών με την ελληνική γλώσσα, το 37%–37,5% απάντησε «ούτε συμφωνώ ούτε διαφωνώ» στο ενδεχόμενο αρνητικής επίδρασης, ενώ μόνο το 11% δήλωσε ότι διαφωνεί απόλυτα με την άποψη πως τα κοινωνικά δίκτυα επηρεάζουν αρνητικά τη γλωσσική τους σχέση. Και εδώ, τα δεδομένα δείχνουν αμφιθυμία και όχι ξεκάθαρη τάση.
Αντίστοιχα μικτή εικόνα καταγράφηκε και για την τεχνητή νοημοσύνη. Περίπου το 42% των μαθητών τοποθετήθηκε είτε θετικά είτε αρνητικά χωρίς σαφή κατεύθυνση, ωστόσο ένα αξιοσημείωτο 30% δήλωσε ότι θεωρεί πως τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης τους βοηθούν να βελτιώσουν τη σχέση τους με την ελληνική γλώσσα, κυρίως ως προς τη διατύπωση σκέψεων και την εύρεση κατάλληλων λέξεων.
Η έρευνα παρουσιάστηκε χθες στο αμφιθέατρο «Κορδάτος» του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στο πλαίσιο ημερίδας αφιερωμένης στην ελληνική γλώσσα ως παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας, που έχει καθιερωθεί επίσημα από το 2025. Το αμφιθέατρο ήταν κατάμεστο από μαθητές και εκπαιδευτικούς, γεγονός που ανέδειξε το έντονο ενδιαφέρον της εκπαιδευτικής κοινότητας.






