Η στέγαση αποτελεί και με τη βούλα (της Eurostat) τη μεγαλύτερη οικονομική δαπάνη για τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά, με το κόστος των ενοικίων να παρουσιάζει τεράστιες αποκλίσεις από πόλη σε πόλη.
Η πραγματική επιβάρυνση εξαρτάται από την αγοραστική δύναμη των πολιτών, η οποία στην Ελλάδα δέχεται δυσανάλογα μεγάλη πίεση
Η εξασφάλιση ποιοτικής και προσιτής κατοικίας εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις της σύγχρονης Ευρώπης. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ευρωπαϊκής στατιστικής αρχής, τα οποία βασίζονται σε εναρμονισμένη έρευνα αγοράς για το δεύτερο μισό του 2025, το κόστος στέγασης αποτελεί βραχνά για τα νοικοκυριά στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν συνυπολογιστούν οι λογαριασμοί των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, όπως το ηλεκτρικό ρεύμα και το νερό, το σχετικό κόστος απορροφά σχεδόν το ένα τέταρτο (23,6%) του συνολικού οικογενειακού προϋπολογισμού.
Ωστόσο, πίσω από αυτόν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κρύβεται μια εξαιρετικά κατακερματισμένη αγορά, με τις τιμές των ενοικίων να παρουσιάζουν τεράστιες αποκλίσεις ανάμεσα στις διάφορες πρωτεύουσες και μεγάλες πόλεις.


«Χαρτογράφηση» των ενοικίων στην Ευρώπη – Η θέση της Αθήνας
Η «χαρτογράφηση» των ενοικίων για μη επιπλωμένα διαμερίσματα δύο υπνοδωματίων, καλής ποιότητας, αποκαλύπτει ένα τεράστιο χάσμα: από τα 470 ευρώ στα Σκόπια έως τα 3.350 ευρώ στη Γενεύη.
Μέσα σε αυτό το πολυσύνθετο σκηνικό, η Αθήνα βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα πιεστική θέση, ισορροπώντας ανάμεσα στα δυτικοευρωπαϊκά κόστη και τα χαμηλότερα εισοδήματα της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Στην ελληνική πρωτεύουσα το μέσο μηνιαίο ενοίκιο για ένα διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων αγγίζει πλέον τα 1.500 ευρώ.
Στην κορυφή της ευρωπαϊκής λίστας των πιο ακριβών πόλεων για ενοικίαση κυριαρχούν τα μεγάλα οικονομικά και διοικητικά κέντρα της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης, καθώς και της Ελβετίας. Η Γενεύη κρατά τα σκήπτρα με μέσο ενοίκιο τα 3.350 ευρώ. Από την πλευρά των πρωτευουσών, το Λονδίνο αποτελεί τη μοναδική ευρωπαϊκή πρωτεύουσα που σπάει το φράγμα των 3.000 ευρώ, με τους ενοικιαστές να καλούνται να πληρώσουν κατά μέσο όρο 3.050 ευρώ (περίπου 2.650 λίρες) για ένα τυπικό διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων.
Εντός των συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον τίτλο των ακριβότερων πρωτευουσών μοιράζονται το Δουβλίνο και η Στοκχόλμη, όπου το μέσο μηνιαίο κόστος διαμορφώνεται στα 2.650 ευρώ. Ακολουθούν σε απόσταση αναπνοής άλλες σημαντικές πόλεις:
- Όσλο: 2.550 ευρώ
- Παρίσι: 2.500 ευρώ (η ακριβότερη πόλη μεταξύ των τεσσάρων μεγαλύτερων οικονομιών της ΕΕ)
- Κοπεγχάγη, Λουξεμβούργο και Ρέικιαβικ: 2.350 ευρώ
- Χάγη και Βέρνη: 2.150 ευρώ
- Μόναχο: 2.050 ευρώ
Η Αθήνα καταλαμβάνει μια θέση περίπου στη μέση της συνολικής ευρωπαϊκής κατάταξης των 40 πόλεων, με το μέσο ενοίκιο για ένα διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων να αγγίζει όπως είπαμε και παραπάνω τα 1.500 ευρώ. Η ελληνική πρωτεύουσα ανήκει πλέον στην κατηγορία τιμών μεταξύ 1.500 και 1.750 ευρώ, όπου συναντάμε πόλεις όπως:
- Λισαβόνα: 1.750 ευρώ
- Βερολίνο: 1.750 ευρώ
- Μαδρίτη: 1.700 ευρώ
- Ρώμη και Πράγα: 1.650 ευρώ
- Βιέννη: 1.600 ευρώ
- Ζάγκρεμπ και Ελσίνκι: 1.550 ευρώ


Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο για τους Έλληνες ενοικιαστές είναι ότι η Αθήνα ξεπερνά σε κόστος ενοικίασης μια σειρά από άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες με παραδοσιακά ισχυρότερη οικονομική βάση ή παρεμφερές μέγεθος, όπως οι Βρυξέλλες, η Μπρατισλάβα, η Βαλέτα, η Λιουμπλιάνα, η Βαρσοβία και η Βουδαπέστη. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τη σοβαρή στεγαστική «ασφυξία» που βιώνει η εγχώρια αγορά.
Οι φθηνότερες πόλεις
Στον αντίποδα, οι πιο οικονομικές επιλογές στην Ευρώπη εντοπίζονται κυρίως στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη. Τα Σκόπια είναι η φθηνότερη πόλη της έρευνας με μέσο ενοίκιο 470 ευρώ, ακολουθούμενα από την Πρίστινα με 520 ευρώ και την Άγκυρα με 770 ευρώ.
Σε ό,τι αφορά αποκλειστικά τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι πιο προσιτές πρωτεύουσες είναι:
- Σόφια: 900 ευρώ
- Λευκωσία: 910 ευρώ
- Τίρανα: 920 ευρώ (εκτός ΕΕ αλλά στην ευρύτερη περιοχή)
- Βουκουρέστι: 930 ευρώ
Λίγο υψηλότερα κινούνται πόλεις όπως το Βελιγράδι (1.100 ευρώ), το Σεράγεβο, η Ρίγα και το Ταλίν (1.150 ευρώ), το Βίλνιους (1.200 ευρώ), καθώς και η Βαρσοβία με τη Βουδαπέστη (1.300 ευρώ).
Ειδικοί του κλάδου των ακινήτων, όπως ο Μικ Κάλμετ της Global Property, προειδοποιούν ότι η ανάγνωση των απόλυτων αριθμών μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά παραπλανητική. Το γεγονός ότι μια πόλη στην Κεντρική ή την Ανατολική Ευρώπη εμφανίζει χαμηλότερο ονομαστικό ενοίκιο δεν σημαίνει αυτόματα ότι η στέγαση είναι πιο εύκολα προσβάσιμη για τους ντόπιους. Ο καθοριστικός παράγοντας είναι η αγοραστική δύναμη και το επίπεδο των μισθών. Οι χώρες της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης μπορούν να υποστηρίξουν υψηλότερα ενοίκια λόγω των αντίστοιχα υψηλών εισοδημάτων, ενώ σε περιοχές με χαμηλότερους μισθούς –όπως η Ελλάδα ή η Βουλγαρία– ακόμα και ένα θεωρητικά «μεσαίο» ενοίκιο μπορεί να απορροφά δυσανάλογα μεγάλο μέρος του καθαρού μισθού.


Ποιοι παράγοντες τροφοδοτούν το ράλι των τιμών;
Η γενικευμένη άνοδος των ενοικίων σε ολόκληρη σχεδόν την ευρωπαϊκή ήπειρο κατά τα τελευταία έτη δεν είναι τυχαία, αλλά αποτελεί αποτέλεσμα ενός συνδυασμού μακροοικονομικών και κοινωνικών παραγόντων:
Η αστικοποίηση συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό. Η μεταπανδημική επιστροφή των πολιτών στα μεγάλα αστικά κέντρα, οι αυξημένες μεταναστευτικές ροές και η εσωτερική μετανάστευση δημιούργησαν τεράστια πίεση στα διαθέσιμα ακίνητα. Η κατασκευή νέων κατοικιών έχει μείνει πολύ πίσω, αδυνατώντας να καλύψει τις σύγχρονες ανάγκες.
Η αύξηση των επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες κατέστησε τη λήψη στεγαστικών δανείων εξαιρετικά ακριβή και απαγορευτική για ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας, ιδιαίτερα για τους νέους. Ως εκ τούτου, χιλιάδες νοικοκυριά που υπό άλλες συνθήκες θα αγόραζαν το δικό τους σπίτι, αναγκάζονται να στραφούν στην ενοικίαση, διογκώνοντας τεχνητά τη ζήτηση στην αγορά ενοικίου.
Ο πληθωρισμός και η αύξηση των τιμών των πρώτων υλών διεθνώς έχουν εκτοξεύσει το κόστος ανέγερσης νέων οικοδομών, περιορίζοντας τα περιθώρια για φθηνές οικιστικές αναπτύξεις.
Κάθε πόλη έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες. Για παράδειγμα, σε πόλεις όπως η Αθήνα, η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων (τύπου Airbnb) έχει αφαιρέσει πολύτιμο οικιστικό απόθεμα από τη μακροχρόνια παραδοσιακή ενοικίαση, οδηγώντας σε περαιτέρω αύξηση των τιμών και αναγκάζοντας τις κυβερνήσεις να εξετάζουν περιοριστικά μέτρα.


Η ευρωπαϊκή στεγαστική κρίση, όπως αποτυπώνεται στα στοιχεία της Eurostat, αναδεικνύει την ανάγκη για βαθύτερη κατανόηση των τοπικών οικονομιών. Η περίπτωση της Αθήνας αποτελεί ένα χτυπητό παράδειγμα πόλης όπου οι τιμές των ακινήτων συγκλίνουν ταχύτατα με τα δεδομένα των ισχυρών ευρωπαϊκών πρωτευουσών, χωρίς όμως να υπάρχει η ανάλογη σύγκλιση στα εισοδήματα των πολιτών. Όσο η ψαλίδα μεταξύ προσφοράς και ζήτησης παραμένει ανοιχτή και οι εναλλακτικές επιλογές στέγασης περιορίζονται, το κόστος διαβίωσης στις ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις θα συνεχίσει να αποτελεί το μεγαλύτερο «αγκάθι» για την ευημερία των νοικοκυριών.






