Δυσαρεστημένοι από τον μισθό τους είναι σχεδόν οι μισοί Έλληνες εργαζόμενοι, όπως αποδεικνύει νέα έρευνα γνώμης της πλατφόρμας wherewework.gr. Οι δύο στους τρεις θέλουν να αλλάξουν δουλειά, επειδή δεν τους φτάνουν τα χρήματα. Οι έξι στους δέκα δηλώνουν ότι η αγοραστική τους δύναμη έχει υποχωρήσει τον τελευταίο χρόνο και μόνο ο ένας στους δέκα θεωρεί ότι πληρώνεται δίκαια για τη δουλειά που κάνει.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε ηλεκτρονικά, τον Απρίλιο του 2026, καλύπτοντας όλους τους κλάδους και τις ηλικιακές ομάδες, με τη συμμετοχή περίπου 1.800 εργαζομένων από την Ελλάδα. Αντίστοιχες έρευνες έγιναν και σε άλλες τέσσερις χώρες των Βαλκανίων και της Ανατολικής-Κεντρικής Ευρώπης: Βουλγαρία, Ουγγαρία, Ρουμανία καθώς και στη Δημοκρατία της Μολδαβίας.
Ειδικά με τις τρεις πρώτες χώρες – μέλη της ΕΕ (η Βουλγαρία ανήκει πλέον και στην Ευρωζώνη), κινούμαστε σε παρόμοιες ταχύτητες όπως επιβεβαιώνουν τα στοιχεία της Εurostat.
Η βαλκανοποίηση των μισθών, της αγοραστικής δύναμης και του επιπέδου ζωής (φτώχεια – κοινωνικός αποκλεισμός), είναι ένα φαινόμενο που έχουν θίξει επανειλημμένα ερευνητές.
Οι απαντήσεις των συμμετεχόντων στο ελληνικό κομμάτι της έρευνας είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικές για το πώς οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα, αξιολογούν τη μισθολογική τους κατάσταση, την επαγγελματική τους ασφάλεια και τον αντίκτυπο της τεχνητής νοημοσύνης.

Ταβάνι τα 1.500 ευρώ για 7 στους 10
Το δείγμα της Ελλάδας είναι το πιο ευρύ από όλες τις χώρες. Κανένας επαγγελματικός κλάδος δεν ξεπερνάει το 10%. Οι κλάδοι με την υψηλότερη αντιπροσώπευση είναι η εργαζόμενοι στην τεχνολογία πληροφοριών (ΙΤ) με 8,2%, στις πωλήσεις με 6,2% και στη βιομηχανία με 6,4%. Επίσης, το 9,2% επιλέγει «άλλο επάγγελμα». Πάνω από τους μισούς εργαζόμενους (50,3%), ανήκουν στο «ανώτερο επίπεδο» (senior level), δηλαδή έχουν περισσότερα από πέντε χρόνια εργασιακή εμπειρία. Οι ηλικιακές ομάδες που κυριαρχούν είναι οι 35-44 ετών και 45-54 ετών (με 35,4% και 28,6% του δείγματος αντίστοιχα).
Ωστόσο, τα χρόνια προϋπηρεσίας δεν μεταφράζονται σε μισθολογική εξέλιξη. Σχεδόν οι επτά στους δέκα κερδίζουν λιγότερα από 1500 ευρώ τον μήνα. Περίπου τέσσερις στους δέκα (38,4%) κερδίζουν από 1.000 ως 1.500 ευρώ καθαρά. Πρόκειται για την υψηλότερη συγκέντρωση σε ένα μόνο μισθολογικό κλιμάκιο, από όλες τις χώρες της περιοχής. Οι τρεις στους δέκα (30,3%) κερδίζουν από 500 ως 1000 καθαρά.
«Η ελληνική αγορά εργασίας εξακολουθεί να φέρει τα διαρθρωτικά σημάδια της κρίσης που ξέσπασε μετά το 2010. Πολλά από τα φαινόμενα που περιγράφουν οι συμμετέχοντες, όπως η στασιμότητα των μισθών και το φαινόμενο της δεύτερης εργασίας, αποτελούν επακόλουθα αυτής της τραυματικής εμπειρίας», σημειώνουν οι ερευνητές.
Δυσαρέσκεια και σιωπηλή απογοήτευση
Το 46,7% των Ελλήνων ερωτηθέντων δηλώνει δυσαρεστημένο από τον μισθό του, το χαμηλότερο ποσοστό των πέντε χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα. Ωστόσο, μόνο το 14,3% δηλώνει ικανοποιημένο, επίσης το χαμηλότερο ποσοστό στην έρευνα.
Το 39,1% κατατάσσεται στη λεγόμενη «ουδέτερη ζώνη», το υψηλότερο αντίστοιχο ποσοστό σε ολόκληρη τη μελέτη. Η εικόνα αυτή υποδηλώνει εργαζόμενους που δεν αντιδρούν ενεργά, αλλά δεν είναι ικανοποιημένοι.
«Νιώθω ότι απέχω μόλις έξι μήνες από την απόλυτη φτώχεια, αν χάσω τη δουλειά μου»
Παράλληλα, το 53,9% αισθάνεται ότι δεν αμείβεται δίκαια, ενώ το 45,7% εκτιμά ότι ο μισθός του βρίσκεται κάτω από τα επίπεδα της αγοράς. Μόνο το 11,4% θεωρεί ότι αμείβεται δίκαια σε σημαντικό βαθμό.

Μισθοί στα επίπεδα του 2010
Το 60,3% των ερωτηθέντων αναφέρει μειωμένη αγοραστική δύναμη σε σχέση με έναν χρόνο πριν, με το 30,6% να περιγράφει την πτώση ως ιδιαίτερα έντονη. Σχεδόν ο ένας στους δύο (49,7%) δηλώνει ότι ο μισθός του καλύπτει μόνο τα βασικά έξοδα ή δεν τα καλύπτει (14%). Λιγότεροι από τέσσερις στους δέκα (37,7%) κατορθώνουν να διατηρήσουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, με προσεκτική διαχείριση. Μόλις το 1,8% αναφέρει υψηλή οικονομική άνεση, το χαμηλότερο ποσοστό στην έρευνα.
Στις λεγόμενες «ερωτήσεις ανοιχτού τύπου», όταν οι συμμετέχοντες απαντάνε ελεύθερα, επανέρχεται επανειλημμένα η αναφορά σε μισθούς «στα επίπεδα του 2010». Σε αρκετούς κλάδους, οι αποδοχές δεν ανέκαμψαν ποτέ ουσιαστικά μετά την κρίση, παρά την τυπική οικονομική ανάκαμψη της χώρας, υπογραμμίζει η έρευνα.
«Ο μισθός μου είναι παγωμένος εδώ και 12 χρόνια. Αυτή είναι η πραγματικότητα της αγοράς εργασίας. Οι συνεισφορές είναι τόσο υψηλές, που πρακτικά ούτε ο εργοδότης μου φταίει που έχω τόσο χαμηλό μισθό μετά από 25 χρόνια δουλειάς», δηλώνει Έλληνας εργαζόμενος.
Εργαζόμενοι στα όρια της φτώχειας
Άλλα χαρακτηριστικά σχόλια είναι τα παρακάτω:
«Δούλευα με δελτίο παροχής υπηρεσιών. Η αμοιβή μου δεν έφτανε ούτε για να πληρώσω τον ΕΦΚΑ, και χρωστάω εισφορές, γιατί τα λεφτά ποτέ δεν φτάνουν για τίποτα».
«Ακόμα και με τον μισθό μου, νιώθω ότι απέχω μόλις έξι μήνες από την απόλυτη φτώχεια, αν χάσω τη δουλειά μου».
«Είμαι δυσαρεστημένος γιατί πρέπει να κάνω και δεύτερη δουλειά για να καλύψω τα οικογενειακά έξοδα, με δυο παιδιά να σπουδάζουν εκτός Αθήνας».
Οι ερευνητές τονίζουν ότι «το επίπεδο οικονομικής επισφάλειας, ακόμη και μεταξύ των επαγγελματιών με πλήρη απασχόληση, είναι ιδιαίτερα έντονο στα ελληνικά δεδομένα και συνάδει με την υψηλή συγκέντρωση του δείγματος στην εισοδηματική κλίμακα των 1.000 έως 1.500 ευρώ».
Επίσης η Ελλάδα έχει το πιο υψηλό επίπεδο εργαζομένων που κάνουν ή αναζητούν δεύτερη δουλειά. Το άγχος ότι «ο μισθός δεν φτάνει» είναι πιο ισχυρό στην Ελλάδα, ακόμα και σε σε σύγκριση με τη Ρουμανία και την Ουγγαρία. Η μεγαλύτερη επιδείνωση σημειώνεται στη Βουλγαρία, λόγω της μετάβασης στο ευρώ. Στη γειτονική μας χώρα, ενώ οι τιμές όλων των προϊόντων αυξήθηκαν, οι μισθοί έμειναν στάσιμοι.
Η τεχνητή νοημοσύνη περνά σε δεύτερη μοίρα
Η Ελλάδα καταγράφει το χαμηλότερο αίσθημα απειλής από την τεχνητή νοημοσύνη μεταξύ των πέντε χωρών: μόλις το 11% των εργαζομένων εκφράζει φόβο ότι η ΑΙ θα καταστήσει τη θέση του πιο ευάλωτη. Το εύρημα, ωστόσο, δεν αντανακλά τεχνολογική εμπιστοσύνη. Όταν η οικονομική πίεση είναι άμεση και συνεχής, ζητήματα όπως ο αυτοματισμός και η αναδιάταξη ρόλων λόγω ΑΙ απωθούνται στο περιθώριο. Το 28,6% βλέπει την ΑΙ ως εργαλείο παραγωγικότητας, το 27,6% αναμένει ότι θα αλλάξει ή θα μειώσει ορισμένες από τις δραστηριότητές του, ενώ το 21,6% δεν αναμένει καμία επίδραση.

Οι επτά στους δέκα θα άλλαζαν δουλειά
Το 26,5% αναζητά ήδη ενεργά νέα εργασία, ενώ το 37,9% θα εξέταζε μια πρόταση αν παρουσιαζόταν. Συνολικά, το 64,3% είναι ανοιχτό σε αλλαγή εντός εξαμήνου. Αντίθετα, μόνο το 16,4% δηλώνει ότι σκοπεύει να παραμείνει στη θέση του, το χαμηλότερο ποσοστό στην έρευνα. Βασικός λόγος για ενδεχόμενη μετακίνηση παραμένουν οι υψηλότερες αποδοχές (58,1%), με τις καλύτερες προοπτικές ανέλιξης να ακολουθούν με 11%.
Ο φόβος απόλυσης κινείται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, με το 17,2% να εκφράζει έντονη ανησυχία, ωστόσο το 30,1% αισθάνεται ανασφαλές για τη θέση του στους επόμενους 12 μήνες
Συνειδητά παραιτημένοι οι Έλληνες εργαζόμενοι
«Τα δεδομένα της Ελλάδας δείχνουν μια συνειδητή παραίτηση. Η μεγάλη ουδέτερη ζώνη (39%) δεν δείχνει ικανοποίηση, αλλά στασιμότητα. Οι συγκεκριμένοι εργαζόμενοι δεν έχουν φύγει ακόμα, αλλά δεν πρόκειται να στηρίξουν την εταιρεία στα δύσκολα. Η ενεργοποίηση αυτής της ομάδας είναι η σημαντικότερη πρόκληση για τους εργοδότες», σχολιάζει ο Κοστίν Τούντορ, CEO του ομίλου wherewework.
Tο wherewework.gr, είναι μια online κοινότητα, στην οποία οι εργαζόμενοι ανταλλάσσουν πληροφορίες για την εργασιακή τους εμπειρία, «βαθμολογούν» τους εργοδότες τους και συγκρίνουν τους μισθούς τους με τους συναδέλφους τους σε άλλες εταιρείες. Η πλατφόρμα φιλοξενεί επίσης αγγελίες θέσεων εργασίας και προσφέρει υπηρεσίες για εργοδότες, όπως το employer branding.
To wherewework.gr, μαζί με τα διαδικτυακά του αδελφάκια σε κοντινές μας χώρες, θυμίζει ευρωπαϊκή εκδοχή του Glassdoοr, της πρώτης πλατφόρμας σύγκρισης εργοδοτών, που ξεκίνησε στις ΗΠΑ και έχει πολυεθνική παρουσία. Ο όμιλος ειδικεύεται στις οικονομικές ζώνες της Κεντρικής Ανατολικής Ευρώπης (CEE) και της Μέσης Ανατολής – Βόρειας Αφρικής (MENA).
κεντρική εικόνα: Gemini Generated Image






