Η πανδημία COVID-19 άφησε τα δικά της αποτυπώματα στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας, δημιουργώντας ανισότητες στην κάλυψη των κενών θέσεων στην ΕΕ.
Ενώ ορισμένοι τομείς δυσκολεύονται να βρουν προσωπικό, άλλοι έχουν καταφέρει να μειώσουν τα κενά, υποδηλώνοντας μια διαφοροποιημένη εικόνα για την απασχόληση.
Σταθερή συνολική εικόνα παρά την οικονομική αστάθεια
Στις αρχές του 2026, η αγορά εργασίας στην Ευρώπη παραμένει ισχυρή, σύμφωνα με το euronews.
Τα ποσοστά απασχόλησης βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, παρά την οικονομική επιβράδυνση και την παγκόσμια αστάθεια.
Η ανθεκτικότητα αυτή δείχνει ότι η αγορά έχει ανακάμψει από τις πρωτοφανείς διαταραχές της πανδημίας, αλλά η κατάσταση δεν είναι ομοιόμορφη για όλους τους κλάδους.
Τομείς με αυξανόμενα κενά θέσεων
Ωστόσο, ορισμένοι κλάδοι αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες στην πρόσληψη προσωπικού.
Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, μεταξύ 2019 και 2023, ο τομέας της μεταποίησης σημείωσε τη μεγαλύτερη αύξηση στο ποσοστό των κενών θέσεων εργασίας, με άνοδο 4,2%.
Η αύξηση αυτή αντανακλά τις προκλήσεις που προκάλεσαν τα περιοριστικά μέτρα κατά την πανδημία, τα οποία οδήγησαν σε διακοπές στην εφοδιαστική αλυσίδα και μαζική έξοδο εργαζομένων από τη βιομηχανία.
Όταν η ζήτηση παραγωγής άρχισε να αυξάνεται ξανά, ο κλάδος χρειάστηκε επειγόντως εργατικό δυναμικό για να καλύψει τα κενά και να ανταποκριθεί στις ανάγκες της αγοράς.
Άλλοι τομείς με σημαντικά κενά ήταν οι θέσεις διευθυντών πωλήσεων, μάρκετινγκ και ανάπτυξης (3%), οι εργαζόμενοι στις πωλήσεις (2,8%), οι εργαζόμενοι στις μεταφορές και την αποθήκευση (2,5%) και οι εργαζόμενοι διοικητικής υποστήριξης (2,4%).

Τομείς με μειωμένα κενά και η επίδραση της τεχνολογίας
Αντίθετα, σε ορισμένους κλάδους παρατηρήθηκε μείωση των κενών θέσεων. Οι μεγαλύτερες μειώσεις αφορούσαν τους τεχνικούς βιοεπιστημών (-2,6%), τους επαγγελματίες βάσεων δεδομένων και δικτύων (-1,7%) και τους προγραμματιστές και αναλυτές λογισμικού (-1,5%).
Ειδικοί σημειώνουν ότι η μείωση αυτή οφείλεται εν μέρει στην αυξημένη χρήση αυτοματοποίησης και τεχνητής νοημοσύνης.
Παρά τη συνεχιζόμενη ζήτηση για εξειδικευμένες θέσεις, όπως στη γονιδιακή θεραπεία ή την επιστήμη δεδομένων, οι χειρωνακτικές ή καθαρά ερευνητικές θέσεις φαίνεται να καλύπτονται ευκολότερα λόγω της τεχνολογικής υποστήριξης.

Μείωση των κενών δεν σημαίνει λιγότερες θέσεις
Παρόλο που οι δείκτες κενών θέσεων μειώθηκαν, αυτό δεν υποδηλώνει απαραίτητα μείωση των θέσεων εργασίας.
Για παράδειγμα, οι επαγγελματίες βάσεων δεδομένων και δικτύων είδαν το ποσοστό κενών να μειώνεται στο 5,1%, αλλά αυτό παραμένει σημαντικά πάνω από τον μέσο όρο όλων των επαγγελμάτων (2,4%). Παράλληλα, οι εργαζόμενοι σε αυτόν τον τομέα αυξήθηκαν κατά 0,2% μεταξύ 2019 και 2023.
Παρόμοια εικόνα παρουσιάζουν οι προγραμματιστές και αναλυτές λογισμικού, με μείωση του ποσοστού κενών στο 6,9% το 2023, ενώ το εργατικό δυναμικό αυξήθηκε κατά 0,5% την ίδια περίοδο.
Η μείωση των κενών δείχνει συνεπώς ότι οι κλάδοι αυτοί κατάφεραν να καλύψουν πιο εύκολα τις θέσεις, χωρίς όμως να μειωθεί η συνολική ζήτηση για προσωπικό.
Αντίθετα, ορισμένοι τομείς με αυξανόμενα κενά σημείωσαν παράλληλα μείωση του μεριδίου εργαζομένων. Αυτό ισχύει για τους εργαζόμενους στις μεταφορές και την αποθήκευση (-0,2%) και τους εργαζόμενους στις πωλήσεις (-0,1%) μεταξύ 2019 και 2023.
Η τάση αυτή δείχνει ότι η ζήτηση αυξάνεται ταχύτερα από την προσφορά, δημιουργώντας μεγαλύτερες προκλήσεις για την πλήρωση των θέσεων.
Ανάγκη για στοχευμένες πολιτικές στην ΕΕ
Η ευρωπαϊκή αγορά εργασίας δείχνει ανθεκτικότητα και δυναμισμό, αλλά η κατάσταση δεν είναι ομοιόμορφη για όλους τους τομείς.
Ορισμένοι κλάδοι, όπως η μεταποίηση και οι πωλήσεις, αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες στην πρόσληψη προσωπικού, ενώ άλλοι, επωφελούμενοι από την τεχνολογική πρόοδο, έχουν καλύψει τα κενά πιο εύκολα.
Η εικόνα αυτή υπογραμμίζει την ανάγκη για στοχευμένες πολιτικές κατάρτισης και ενίσχυσης της απασχόλησης σε τομείς όπου οι κενές θέσεις παραμένουν υψηλές, ενώ η αυτοματοποίηση και η τεχνολογία μπορούν να μειώσουν τις ανισότητες στην κάλυψη των θέσεων.
Η προσαρμογή στις νέες απαιτήσεις της αγοράς εργασίας θα καθορίσει τη βιωσιμότητα και την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας τα επόμενα χρόνια.






