Κόσμος

Πράκτορας που πρόδωσε τις ΗΠΑ στο Ιράν επικηρύχτηκε με 200 χιλ. δολάρια από το FBI


Η υπόθεση της Μόνικα Γουίτ εξακολουθεί να θεωρείται μία από τις πιο σοβαρές υποθέσεις αποστασίας πράκτορα και κατασκοπείας που έχουν αντιμετωπίσει οι αμερικανικές υπηρεσίες ασφαλείας τα τελευταία χρόνια.

Περισσότερο από μία δεκαετία μετά τη φυγή της στο Ιράν, το FBI επανέρχεται δυναμικά στο κυνήγι της, ανακοινώνοντας αμοιβή 200.000 δολαρίων για πληροφορίες που θα οδηγήσουν στη σύλληψή της.

Η νέα ανακοίνωση του FBI δείχνει ότι η Ουάσιγκτον θεωρεί την υπόθεση όχι μόνο ενεργή αλλά και εξαιρετικά κρίσιμη, ιδιαίτερα σε μια περίοδο αυξημένης έντασης ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν.

Σύμφωνα με το FBI, η Γουίτ «πιθανότατα συνεχίζει να υποστηρίζει εχθρικές δραστηριότητες της Τεχεράνης», ενώ οι αμερικανικές αρχές εκτιμούν ότι εξακολουθεί να βρίσκεται στο Ιράν υπό την προστασία του καθεστώτος.

Η Μόνικα Ελφρίντε Γουίτ γεννήθηκε στο Ελ Πάσο του Τέξας το 1979 και εντάχθηκε στην Αμερικανική Πολεμική Αεροπορία το 1997. Ειδικεύτηκε στη φαρσί γλώσσα και υπηρέτησε ως αναλύτρια κρυπτογραφημένων επικοινωνιών και αργότερα ως ειδική πράκτορας αντικατασκοπείας στην Υπηρεσία Ειδικών Ερευνών της Πολεμικής Αεροπορίας (AFOSI). Η δουλειά της της έδωσε πρόσβαση σε άκρως απόρρητες πληροφορίες, ταυτότητες Αμερικανών πρακτόρων και ευαίσθητα προγράμματα πληροφοριών των ΗΠΑ. (fbi.gov)

Αμερικανικά μέσα περιγράφουν τη Γουίτ ως μια εξαιρετικά εκπαιδευμένη αναλύτρια με βαθιά γνώση της Μέσης Ανατολής και του μηχανισμού συλλογής πληροφοριών των ΗΠΑ. Υπηρέτησε σε αποστολές που σχετίζονταν με το Ιράκ και το Αφγανιστάν μετά την 11η Σεπτεμβρίου, σε μια περίοδο όπου η Ουάσιγκτον επένδυε τεράστιους πόρους στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας».

Η σταδιακή ρήξη με την αμερικανική πλευρά

Σύμφωνα με στοιχεία που ήρθαν αργότερα στο φως μέσω του κατηγορητηρίου και αμερικανικών δημοσιευμάτων, η Γουίτ άρχισε σταδιακά να απομακρύνεται ιδεολογικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρώην συμφοιτητές της στο George Washington University ανέφεραν στους New York Times ότι εμφανιζόταν ψυχολογικά επιβαρυμένη από όσα είχε δει κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής της υπηρεσίας. Η ίδια φέρεται να μιλούσε για «εγκλήματα πολέμου», αποτυχημένες επιχειρήσεις και σοβαρά ηθικά διλήμματα που τη στοίχειωναν.

Την ίδια περίοδο, η Γουίτ άρχισε να δείχνει αυξανόμενο ενδιαφέρον για το Ισλάμ και την ιρανική πολιτική αφήγηση. Σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές, το σημείο καμπής ήρθε το 2012, όταν ταξίδεψε στην Τεχεράνη για να συμμετάσχει στο λεγόμενο “Hollywoodism Conference”, ένα συνέδριο που διοργανώθηκε από κύκλους συνδεδεμένους με τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης και είχε έντονα αντιαμερικανικό και αντιδυτικό χαρακτήρα.

Το συνέδριο παρουσίαζε το Χόλιγουντ ως εργαλείο «πολιτισμικής διαφθοράς» της Δύσης και προωθούσε θεωρίες συνωμοσίας, αντισημιτική ρητορική και έντονη αντιπαράθεση με την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Εκεί, σύμφωνα με το FBI και το υπουργείο Δικαιοσύνης, η Γουίτ ήρθε σε επαφή με πρόσωπα που συνδέονταν με τις ιρανικές υπηρεσίες πληροφοριών.

Από την Τεχεράνη στην αποστασία

Μετά το πρώτο ταξίδι της στο Ιράν, η Γουίτ φέρεται να διατηρούσε συνεχή επαφή με πρόσωπα που οι αμερικανικές αρχές θεωρούν συνδεδεμένα με το ιρανικό καθεστώς. Ανάμεσά τους ήταν και η ιρανοαμερικανίδα δημοσιογράφος Μαρζιέ Χασέμι, η οποία σύμφωνα με το κατηγορητήριο λειτούργησε ως ενδιάμεσος ανάμεσα στη Γουίτ και την Τεχεράνη.

Τα email που αποκάλυψαν αργότερα οι αμερικανικές αρχές δείχνουν μια γυναίκα που αισθανόταν αποκομμένη από τις ΗΠΑ και αναζητούσε μια νέα ταυτότητα. Σε μία από τις επικοινωνίες της, η Γουίτ φέρεται να έγραφε ότι ίσως ακολουθήσει τον δρόμο του Έντουαρντ Σνόουντεν, ενώ σε άλλη σημείωνε ότι ίσως μπορούσε να καταφύγει στη Ρωσία για να διαρρεύσει πληροφορίες χωρίς να εντοπιστεί. (en.wikipedia.org)

Το 2013 επέστρεψε στην Τεχεράνη για δεύτερη φορά. Εκεί, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι ιρανικές αρχές της παρείχαν κατοικία, εξοπλισμό υπολογιστών και υποστήριξη. Λίγο αργότερα, η Γουίτ εξαφανίστηκε από το αμερικανικό ραντάρ.

Σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές, εκείνη ήταν η στιγμή της οριστικής αποστασίας.

Η πρώην πράκτορας άρχισε να συνεργάζεται με τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης, μεταφέροντας πληροφορίες για απόρρητα προγράμματα πληροφοριών, επιχειρησιακές μεθόδους και ταυτότητες Αμερικανών στελεχών. Το υπουργείο Δικαιοσύνης υποστηρίζει ότι αποκάλυψε ακόμη και την κωδική ονομασία ειδικού προγράμματος του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας, καθώς και στοιχεία για μυστικούς πράκτορες.

Το κυβερνο-δίκτυο και οι Ιρανοί χάκερ

Η υπόθεση δεν περιορίζεται στην κλασική κατασκοπεία. Οι αμερικανικές αρχές υποστηρίζουν ότι η Γουίτ βοήθησε ενεργά ιρανικό δίκτυο κυβερνοκατασκοπείας να στοχοποιήσει πρώην συναδέλφους της στις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών.

Στο κατηγορητήριο του 2019 συμπεριλήφθηκαν και τέσσερις Ιρανοί πολίτες:  οι Mojtaba Masoumpour, Behzad Mesri, Hossein Parvar και Mohamad Paryar,  οι οποίοι κατηγορήθηκαν για κυβερνοεπιθέσεις, ηλεκτρονικές παρακολουθήσεις και κλοπή ταυτότητας.

Σύμφωνα με το FBI και το υπουργείο Δικαιοσύνης, οι τέσσερις χάκερ χρησιμοποίησαν πληροφορίες που τους έδωσε η Γουίτ για να δημιουργήσουν ψεύτικους λογαριασμούς στα social media και phishing επιθέσεις με στόχο Αμερικανούς πράκτορες και στελέχη των υπηρεσιών ασφαλείας. Μέσω κακόβουλων συνδέσμων και malware επιχείρησαν να αποκτήσουν πρόσβαση σε υπολογιστές και δίκτυα των στόχων τους.

Αμερικανικά δημοσιεύματα εκείνης της περιόδου χαρακτήριζαν την υπόθεση ως «ένα από τα σοβαρότερα πλήγματα εσωτερικής ασφάλειας» μετά τις αποκαλύψεις Σνόουντεν.

Η βασική διαφορά, ωστόσο, ήταν ότι στην περίπτωση της Γουίτ δεν επρόκειτο για δημόσια διαρροή εγγράφων αλλά για απευθείας συνεργασία με μια αντίπαλη κρατική δύναμη.

Γιατί η υπόθεση εξακολουθεί να τρομάζει την Ουάσιγκτον

Παρότι έχουν περάσει πάνω από δέκα χρόνια από τη φυγή της, η υπόθεση της Γουίτ εξακολουθεί να απασχολεί έντονα τις αμερικανικές υπηρεσίες αντικατασκοπείας. Αναλυτές ασφαλείας σημειώνουν ότι ακόμη κι αν πολλές από τις επιχειρησιακές πληροφορίες που κατείχε έχουν πλέον ξεπεραστεί, η γνώση της για τον τρόπο λειτουργίας της αμερικανικής κοινότητας πληροφοριών παραμένει εξαιρετικά πολύτιμη για την Τεχεράνη.

Η υπόθεση συνδέθηκε μάλιστα τα τελευταία χρόνια με τις ευρύτερες ανησυχίες για τις αποτυχίες αμερικανικών δικτύων πληροφοριών σε χώρες όπως η Κίνα και το Ιράν. Πρώην αξιωματούχοι των ΗΠΑ έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι πληροφορίες από αποστάτες ή διπλούς πράκτορες ενδέχεται να συνέβαλαν στην αποκάλυψη δικτύων πληροφοριοδοτών της CIA στη Μέση Ανατολή.

Σε αναλύσεις που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα στον αμερικανικό Τύπο, ειδικοί σημειώνουν ότι η μεγαλύτερη ζημιά από τέτοιες αποστασίες συνήθως προκαλείται στα πρώτα χρόνια μετά τη διαρροή, όταν οι αντίπαλες υπηρεσίες μπορούν να αξιοποιήσουν άμεσα τις πληροφορίες για δίκτυα, επιχειρήσεις και πρόσωπα. Ωστόσο, η βαθύτερη κατανόηση της αμερικανικής μεθοδολογίας πληροφοριών μπορεί να παραμείνει χρήσιμη για δεκαετίες.

Η νέα επικήρυξη και το μήνυμα του FBI

Η απόφαση του FBI να επαναφέρει την υπόθεση στο προσκήνιο με αμοιβή 200.000 δολαρίων δείχνει ότι οι αμερικανικές αρχές θεωρούν πως υπάρχει ακόμη πιθανότητα εντοπισμού της.

Στην ανακοίνωσή του, το FBI ανέφερε ότι η Γουίτ πιθανότατα χρησιμοποιεί και άλλα ονόματα, όπως «Fatemah Zahra» ή «Narges Witt», ενώ θεωρείται ότι μιλά άπταιστα φαρσί και ζει υπό ιρανική προστασία. (nypost.com)

Ο επικεφαλής του Τμήματος Αντικατασκοπείας και Κυβερνοχώρου του FBI στην Ουάσιγκτον, Ντάνιελ Βιερζμπίκι, δήλωσε ότι «το FBI δεν ξεχνά» και κάλεσε οποιονδήποτε γνωρίζει πληροφορίες για τη Γουίτ να επικοινωνήσει με τις αρχές.

Η δήλωση αυτή ερμηνεύεται από αμερικανικά μέσα και ως πολιτικό μήνυμα προς το Ιράν: ότι η Ουάσιγκτον θεωρεί την υπόθεση ενεργό μέτωπο αντικατασκοπείας ακόμη και μία δεκαετία αργότερα και όχι ένα παλιό, κλειστό κεφάλαιο του «Ψυχρού Πολέμου» της Μέσης Ανατολής.

Με πληροφορίες από: FBI, U.S. Department of Justice, CBS News, CNBC, Wired, Axios, The Times



Source link

sporadesnews
the authorsporadesnews