Κόσμος

Πώς η ιταλική κουζίνα γίνεται παγκόσμιο πλεονέκτημα για τη Μελόνι


Του Francesco De Palo από τη Ρώμη
Twitter@FDePalo

Κάποτε, η εικόνα του Αλμπέρτο Σόρντι μπροστά σε ένα λαχταριστό πιάτο μακαρόνια συμβόλιζε την αυθεντική ιταλική κουλτούρα. Ακολούθησε μια περίοδος κατά την οποία η τάση αποδόμησης της παράδοσης ανέκοψε μια ισορροπημένη πορεία εξέλιξης. Στη συνέχεια, όμως, ήρθε η ευρύτερη συνειδητοποίηση — πολιτική, κοινωνική και αξιακή.

Σήμερα, η ιταλική κουζίνα αναγνωρίζεται ως παγκόσμιο κεφάλαιο, στηριγμένο σε ένα σταθερό τρίπτυχο: ιστορία, παράδοση και ήπια διπλωματία. Η απόσταση που τη χωρίζει από τον υπόλοιπο κόσμο ως προς την ποιότητα, τη δημιουργικότητα και τη γεύση παραμένει εμφανής. Ας το παραδεχτούμε: δύσκολα συγκρίνεται ένα τραπέζι στρωμένο με τα καλύτερα προϊόντα της Ιταλίας — από το ρωμαϊκό abbacchio και το pugliese panzerotto έως το καλαβρέζικο capocollo, την τρούφα του Πιεμόντε και την παρμεζάνα reggiano. Και ο κατάλογος θα μπορούσε να συνεχιστεί επ’ άπειρον.

Ποιος μπορεί, άλλωστε, να υποστηρίξει το αντίθετο; Η γαστρονομική ταυτότητα της χώρας βασίζεται στη σαφή προέλευση των προϊόντων, στον αυστηρό ποιοτικό έλεγχο και στον βαθύ σεβασμό της ιστορίας και της παράδοσης. Σήμερα, τίποτα δεν λείπει.

Μέχρι πρόσφατα, ωστόσο, απουσίαζε εκείνη η θεσμική «σφραγίδα» που αποδίδει αντικειμενικά την αξία αυτής της πολιτιστικής κληρονομιάς και επιτρέπει τη μετεξέλιξή της σε έναν κλάδο με εξαιρετικά υψηλή προστιθέμενη αξία. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη συνολική στρατηγική της κυβέρνησης της Τζόρτζια Μελόνι, η οποία επικεντρώνεται στη βελτίωση των εμπορικών σχέσεων, στην ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης και στο άνοιγμα προς περιοχές που μέχρι σήμερα δεν αποτελούσαν προτεραιότητα της ιταλικής εξωτερικής πολιτικής, όπως το Μπαχρέιν και το Ομάν. Πρόκειται για μια συγκυρία που συνδυάζει ευκαιρίες και πολιτική δράση.

Παρά ταύτα, τις τελευταίες ημέρες δεν έλειψαν οι προσπάθειες απαξίωσης αυτής της πορείας. Σε μερίδα του ιταλικού Τύπου διατυπώθηκε ο ισχυρισμός ότι η ιταλική κουζίνα δεν υφίσταται ως ενιαία οντότητα και ότι, για παράδειγμα, η πίτσα αποτελεί αποκλειστικά προϊόν αμερικανικών επιρροών.

Ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί. Η πολιτισμική και υλική βάση της πίτσας —η οποία στις διάφορες περιοχές της ιταλικής χερσονήσου απαντά με διαφορετικές ονομασίες, όπως πίτα, puccia ή piada— αντλεί την καταγωγή της από τη μακρά μεσογειακή παράδοση, που στηρίζεται σε απλά αλλά θεμελιώδη υλικά, όπως το σιτάρι και το νερό, προσαρμοσμένα στις τοπικές ιδιαιτερότητες.

Υπό αυτό το πρίσμα, η αναγνώριση της ιταλικής κουζίνας ως παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς δεν αποτελεί απλώς μια αυτονόητη δικαίωση για μια χώρα που προσελκύει, εμπνέει και επηρεάζει ολόκληρο τον κόσμο, αλλά και ένα ουσιαστικό βήμα προς τη συστηματική αξιοποίηση ενός μοναδικού πολιτισμικού και οικονομικού πλεονεκτήματος.

Αξίζει, τέλος, να επισημανθεί ότι η Ιταλία είναι ίσως η μόνη χώρα στον κόσμο όπου κάθε περιφέρεια διαθέτει προϊόντα, συνταγές και γαστρονομικές παραδόσεις απόλυτα διακριτές και υψηλής ποιότητας. Από το speck και το ξίδι έως το asiago και το περγαμόντο, από το caciocavallo και το capocollo έως το Chianti, το κρεμμύδι της Tropea, την τρούφα και το ψωμί της Altamura.

Ένας ατελείωτος κατάλογος γεύσεων και προϊόντων, που δεν συνιστά απλώς γαστρονομία, αλλά έναν ζωντανό πολιτισμό, άρρηκτα συνδεδεμένο με μια ιστορία και μια παράδοση χωρίς αντίστοιχο διεθνώς.



Source link

sporadesnews
the authorsporadesnews