Οικονομία

Πώς αλλάζει ο χάρτης στην απασχόληση: To 1,9% των επιχειρήσεων απασχολεί το 50% των μισθωτών


Μια σταδιακή αλλά βαθιά αλλαγή, στο πώς δομείται η απασχόληση στην Ελλάδα, προκύπτει από τα ετήσια στοιχεία του ΕΡΓΑΝΗ.

Ενώ η ελληνική επιχειρηματικότητα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από το μεγάλο πλήθος πολύ μικρών και ατομικών επιχειρήσεων, που μαζί με τις μικρομεσαίες αποτελούν το 99% του συνόλου της οικονομικής δραστηριότητας, η μισθωτή εργασία μετατοπίζεται σε λίγους «μεγάλους» – για τα ελληνικά δεδομένα – παίκτες.

Από τις 304.568 εταιρείες που απασχολούν μισθωτούς, σχεδόν η μία στις δύο θέσεις απασχόλησης (47%), προέρχεται από μόλις το 1,9% των επιχειρήσεων – δηλαδή 5.721 συνολικά.

Δυο δουλειές για να τα βγάλουν πέρα

Πρόκειται για τις επιχειρήσεις με 50 εργαζόμενους και πάνω, οι οποίες αθροιστικά  καλύπτουν περίπου 1,224 εκατομμύρια θέσεις εργασίας, σε σύνολο των 2,591 εκατ. θέσεων εργασίας. Υπενθυμίζεται ότι οι παραπάνω θέσεις δεν αφορούν μόνο τον στενό ιδιωτικό τομέα, αλλά περιλαμβάνουν και εργαζόμενους σε φορείς του δημοσίου και των ΟΤΑ, με σχέσεις απασχόλησης ιδιωτικού δικαίου  – όπως είναι για παράδειγμα οι δεκάδες χιλιάδες αναπληρωτές εκπαιδευτικοί.

Ο πραγματικός αριθμός των εργαζόμενων είναι αισθητά μικρότερος από τον αριθμό των θέσεων μισθωτής απασχόλησης, στα 2,460 εκατομμύρια άτομα. Πάνω από 131.000 άτομα απασχολούνται σε περισσότερους από έναν κλάδους, κάνουν δηλαδή και δεύτερη δουλειά για να τα βγάλουν πέρα. Aν λάβουμε ως μέτρο τον αριθμό των εργαζομένων, και όχι τις θέσεις εργασίας τότε οι επιχειρήσεις άνω των 50 ατόμων ακριβώς το 50% των μισθωτών.

Το 88% των επιχειρήσεων είναι πολύ μικρές, με 1 ως 10 εργαζόμενους -πηγή: ΕΡΓΑΝΗ

Οι τρεις στους δέκα μισθωτούς δουλεύουν για 937 μεγάλες εταιρείες

Οι μεγάλες επιχειρήσεις, που απασχολούν από 250 εργαζόμενους και πάνω, είναι μόλις 937 ή το 0,3% του συνόλου.  Όμως απασχολούν πάνω από το 30% των μισθωτών.

Οι εταιρείες που θεωρούνται μεσαίες και απασχολούν από 50 ως 249 άτομα, ανέρχονται σε 4.384 σε όλη την επικράτεια, λιγότερο από το 1,6% του συνόλου. Απασχολούν όμως 474.214 μισθωτούς, ήτοι το 19,3% του συνόλου.

Μικροί και μικρομεσαίοι εργοδότες

Οι πολύ μικρές και οικογενειακές επιχειρήσεις, που έχουν από έναν ως τέσσερις το πολύ μισθωτούς, αποτελούν πάνω από το 71% του συνόλου των επιχειρήσεων που καταγράφει το ΕΡΓΑΝΗ (218.212). Απασχολούν όμως μόλις το 15% των ατόμων με εξαρτημένη σχέση εργασίας, λιγότερα από 395.500 άτομα.

Η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα – όσοι δηλαδή απασχολούν από 10 ως 49 μισθωτούς – εξακολουθεί να έχει σημαντικό μερίδιο στην αγορά εργασίας.

Αν και αποτελούν μόλις το 12% του συνόλου (λιγότερες από 36.000), οι ΜμΕ καλύπτουν πάνω 26% των θέσεων μισθωτής απασχόλησης (681.535 εργαζόμενοι).

Μια ενδιάμεση κατηγορία είναι οι μικρές επιχειρήσεις των 5-9 ατόμων. Αποτελούν σχεδόν το 15% του συνόλου των επιχειρήσεων (λιγότερες 45.000) και δημιουργούν περίπου το 11% των θέσεων εργασίας (σχεδόν 290.500)

Μισθολογική ψαλίδα

Τα παραπάνω στοιχεία οφείλουν να διαβαστούν σε αντιπαραβολή με τα δεδομένα των μισθών,  με βάση τις αναλυτικές  περιοδικές δηλώσεις που υποβάλλουν οι επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα στον ΕΦΚΑ.

Εκεί παρατηρούμε ένα σημαντικό μισθολογικό χάσμα, της τάξης του 40%, επί των μικτών αποδοχών, ανάμεσα στους εργαζόμενους που δουλεύουν σε μικρές επιχειρήσεις (από 1 ως 9 μισθωτούς) και σε όσους δουλεύουν σε εταιρείες άνω των 10 ατόμων.  Πρόκειται για μια απόκλιση που κινείται μεταξύ 350 και 500 ευρώ κατά μέσο όρο, για τις γυναίκες και τους άντρες εργαζόμενους αντίστοιχα. Οι μεγάλοι χαμένοι είναι οι γυναίκες απασχολούμενες σε μικρές επιχειρήσεις, με μικτό μισθό κάτω από 1000 ευρώ για πλήρη απασχόληση.

Συλλογικές συμβάσεις εργασίας

Εφόσον η απασχόληση μετατοπίζεται από τους  μικρούς στους μεγαλύτερους εργοδότες, είναι λογικό να μπαίνει δυναμικά στο προσκήνιο το ζήτημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

Πρόκειται άλλωστε για επιχειρήσεις που έχουν μεγαλύτερο κύκλο εργασιών και κατά τεκμήριο υψηλότερα επίπεδα κερδοφορίας από τις «micro» επιχειρήσεις.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επιχειρηματικοί όμιλοι, σύμφωνα με πιλοτική έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ, πολυεθνικοί και εθνικοί, αν και αποτελούν το 0,46% του συνόλου των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα (μετρώντας και τις ατομικές επιχειρήσεις χωρίς εργαζόμενους), ελέγχουν το 44% του τζίρου και συμβάλλουν στο 43,5% της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας που δημιουργείται στη χώρα μας.

Άρα εκ των πραγμάτων, οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα να δώσουν αυξήσεις μέσω συλλογικών συμβάσεων, μεγαλύτερες από το ύψος του πληθωρισμού, κάτι που προς το παρόν δεν ισχύει για τον μέσο μισθό, ο οποίος μειώθηκε σε πραγματικούς όρους.

Αντίστοιχα, οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα, καθώς συγκεντρώνονται σε λιγότερες και μεγαλύτερες επιχειρήσεις, αποκτούν την «κρίσιμη μάζα» για να διεκδικήσουν συλλογικά δικαιώματα, σε επιχειρησιακό και κλαδικό επίπεδο, καθώς ξεφεύγουν από την «οικογενειακή» σχέση του μικρού αφεντικού.

Εμπόριο και εστίαση οι «βασιλιάδες» της απασχόλησης

Παρά το μετασχηματισμό της δομής της απασχόλησης, ως προς το είδος της οικονομικής δραστηριότητας, εξακολουθούν να κυριαρχούν οι κλάδοι του εμπορίου και της εστίασης, που μαζί με τα καταλύματα απασχολούν σχεδόν το 35% των μισθωτών.

Από τα 2,4 εκατομμύρια μισθωτούς, σχεδόν 900.000 απασχολούνται σε μόλις δύο μεγάλους υπερ-κλάδους. Το εμπόριο (χονδρική-λιανική με 12,35% και 9,12% αντίστοιχα) και τον επισιτισμό-τουρισμό (12,35% και 3,53%).

Στον χώρο της μεταποίησης ο μεγαλύτερος εργοδότης είναι η βιομηχανία τροφίμων, με περισσότερους από 107.000 εργαζόμενους. Εκπαίδευση και υγεία απασχολούν αθροιστικά περίπου το 9% των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα (113.000 και 102.000 αντίστοιχα).

Αυξήθηκε η απασχόληση, αλλά δεν αρκεί

Η τελευταία ειδική έκδοση της Εurostat «7 Ημέρες Οικονομία», που αντλεί στοιχεία από την ΕΛΣΤΑΤ, καταγράφει μικρή ενίσχυση της απασχόλησης το δ΄ τρίμηνο του 2025, της τάξης 0,9%. Σε ετήσιο επίπεδο, ο μέσος ρυθμός αύξησης της απασχόλησης επιβραδύνθηκε ελαφρά στο 1,6%, από 1,8% το 2024, παραμένοντας ωστόσο βασικός πυλώνας της οικονομικής μεγέθυνσης.

Όπως αναφέρεται, συνολικά ο αριθμός των απασχολούμενων, με βάση την ΕΛΣΤΑΤ,  ανέρχεται σε περίπου 4,379 εκατομμύρια άτομα, συμπεριλαμβανομένων των ελεύθερων επαγγελματιών, αγροτών και των δημόσιων υπαλλήλων.

Αν όμως συγκρίνουμε τον αριθμό των απασχολούμενων με το υψηλότερο επίπεδο της περιόδου πριν την κρίση χρέους (2008), βλέπουμε ότι είναι μικρότερος σχεδόν κατά 5% (227.5000 άτομα).

Πλέον, η απόκλιση αυτή έχει δομικά χαρακτηριστικά, σχολιάζουν οι οικονομολόγοι της τράπεζας, αντικατοπτρίζοντας τη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού και άλλες αδυναμίες της εγχώριας αγοράς εργασίας. Αυτό αντανακλάται και στο θετικό παραγωγικό κενό που παρουσιάζει η ελληνική οικονομία, δηλαδή στο ότι το τρέχον πραγματικό ΑΕΠ είναι υψηλότερο από το δυνητικό.

Κλειδί η αύξηση της παραγωγικότητας

Η ανάλυση των οικοομολόγων της Στο σημείωμα της Eurobank καταλήγει ότι αναγκαία (αλλά όχι και ικανή) συνθήκη για να διατηρηθεί η αύξηση της απασχόλησης σε ικανοποιητικούς ρυθμούς τα επόμενα χρόνια είναι η διεύρυνση του εργατικού δυναμικού, από τις δεξαμενές των γυναικών, των νέων, των συνταξιούχων αλλά και με τον επαναπατρισμό των επιστημόνων μετανάστευσαν στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους (brain-regain).

Ο καθοριστικός παράγοντας όμως, παραμένει η πορεία της παραγωγικότητας της εργασίας, η οποία εξαρτάται από τον κεφαλαιουχικό εξοπλισμό της οικονομίας και από τη συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών.

κεντρική φωτογραφία: Igor Omilaev- unsplash



Source link

sporadesnews
the authorsporadesnews