Οικονομία

Πληθωρισμός: Το ενεργειακό σοκ για το οποίο δεν υπάρχει εγχειρίδιο – Η δεύτερη φάση της αντίδρασης στην κρίση


Μετά από μια περίοδο σταδιακής αποκλιμάκωσης των τιμών το σκηνικό έχει περιπλακεί ξανά εξαιτίας νέων δεδομένων στην παγκόσμια σκακιέρα. Ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε κάτι που έγινε άμεσα αντιληπτό στην Ελλάδα και όχι μόνο.

Ο πληθωρισμός και οι ενεργειακές προκλήσεις επανέρχονται στο προσκήνιο λόγω γεωπολιτικών αναταράξεων

Η εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν και η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ για τις μεταφορές πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου αποτελεί θετική εξέλιξη, αλλά δεν σηματοδοτεί το τέλος της ενεργειακής κρίσης.

Θα χρειαστεί χρόνος

Ακόμη και αν τα Στενά επαναλειτουργήσουν χωρίς προβλήματα, θα χρειαστούν εβδομάδες, αν όχι μήνες, για να επανέλθουν στην κανονικότητα οι εφοδιαστικές αλυσίδες, οι θαλάσσιες μεταφορές, τα αποθέματα και οι κίνδυνοι που αφορούν το φυσικό αέριο για τη χειμερινή περίοδο. Για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, το ερώτημα μετατοπίζεται επομένως στο πώς θα διαχειριστούν τις επιπτώσεις από το αυξανόμενο κόστους ζωής.

Το Ινστιτούτο Bruegel επιχειρεί να δώσει απαντήσεις με ένα κείμενο του ερευνητή Gene Frieda. Στην ανάλυση του αναδεικνύει τις προκλήσεις του σήμερα και τις προοπτικές του αύριο.

Πληθωρισμός και επιτόκια

Η τυπική πολιτική αντίδραση είναι οι κεντρικές τράπεζες να διατηρήσουν σταθερή τη νομισματική πολιτική τους και να μην προσαρμόσουν τα επιτόκια ενόψει της αύξησης των τιμών της ενέργειας, ενώ οι κυβερνήσεις παρέχουν δημοσιονομική στήριξη για να αμβλύνουν τις επιπτώσεις στα εισοδήματα των νοικοκυριών και στους ισολογισμούς των επιχειρήσεων.

Για τα νοικοκυριά, το σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή μεταφράζεται σε υψηλότερα έξοδα για βενζίνη, θέρμανση και τρόφιμα. Ωστόσο, υπό τις τρέχουσες συνθήκες, οι κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιαπωνίας πρέπει να επιδιώξουν να αντισταθμίσουν τις απώλειες σε μια περίοδο που οι υψηλές τιμές επιμένουν και η δημοσιονομική κατάσταση είναι ιστορικά αδύναμη.

Οι δείκτες χρέους είναι υψηλότεροι, το κόστος του μακροπρόθεσμου δανεισμού είχε ήδη αρχίσει να αυξάνεται σταδιακά, ενώ οι κεντρικές τράπεζες και οι διαχειριστές αποθεματικών, που κάποτε αγόραζαν κρατικά ομόλογα σχεδόν σε οποιαδήποτε τιμή, δεν το κάνουν πλέον.

Σε αυτό το πλαίσιο, μια επιθετική νομισματική σύσφιξη – δηλαδή αύξηση των επιτοκίων – θα επιδείνωνε τη δυναμική του χρέους. Η επεκτατική δημοσιονομική στήριξη επιδεινώνει το πρόβλημα του πληθωρισμού και οδηγεί σε αύξηση του κόστους δανεισμού. Η αδράνεια δεν αποτελεί καλύτερη λύση: το κόστος χρηματοδότησης αυξάνεται σε μια οικονομία που επιβραδύνεται, ενώ οι απότομες υποτιμήσεις του νομίσματος τροφοδοτούν με τη σειρά τους την έξαρση του πληθωρισμού.

Υπάρχει λύση;

O Gene Frieda προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα.  Γράφει: η δημοσιονομική στήριξη θα πρέπει να στοχεύει συγκεκριμένα στα νοικοκυριά και τους τομείς που είναι πιο εκτεθειμένοι στην κρίση. Οι κυβερνήσεις δεν πρέπει να καταφεύγουν σε βραχυπρόθεσμο χρέος (…). Μπορεί σήμερα το χρήμα να φαίνεται φθηνότερο όμως το πρόβλημα της αναχρηματοδότησης παραμένει και κανείς δεν ξέρει πότε θα υπάρξουν νέοι σοβαροί τριγμοί στην παγκόσμια οικονομία.

Τα επιτόκια πρέπει να παραμείνουν ως έχουν και οι κεντρικοί τραπεζίτες ενδέχεται να χρειαστεί να κάνουν κάτι που δεν θα τους αρέσει: να παρέμβουν για να θέσουν ανώτατο όριο (πλαφόν) στην άνοδο των βραχυπρόθεσμων και μεσοπρόθεσμων επιτοκίων. Αυτό θα πρέπει να συνοδεύεται από δημοσιοποιημένους κανόνες εξόδου, που θα εξηγούν πώς και πότε θα σταματήσει μια τέτοια παρέμβαση.

Και εξηγεί: Η επιλογή αυτή δεν είναι διαθέσιμη σε όλες τις περιπτώσεις. Η αξιοπιστία της λήψης αποφάσεων από τις κεντρικές τράπεζες εξαρτάται από τις αρχικές συνθήκες, τον θεσμικό σχεδιασμό και την πεποίθηση της αγοράς ότι η έξοδος θα τηρηθεί.

Τα διαφορετικά «όπλα»

Στην παγκόσμια οικονομία δεν έχουν όλοι τα ίδια όπλα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τα μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών: εκδίδουν ένα παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα και διαθέτουν βαθύτερη διείσδυση στις κεφαλαιαγορές από οποιαδήποτε άλλη οικονομία.

Εδώ βρίσκεται η απόλυτη επιβεβαίωση της φράσης «δεν υπάρχει εγχειρίδιο», με μια σημαντική υποσημείωση: Ακόμη κι αν υπήρχε εγχειρίδιο, θα ήταν γραμμένο στα… αμερικανικά.

Η ανάλυση ολοκληρώνεται με τον πιο ανάγλυφο τρόπο: το παγκόσμιο παράδοξο της τρέχουσας κρίσης με συγκεκριμένα παραδείγματα (ΕΚΤ, Ιαπωνία, Μεγάλη Βρετανία) και τον παράγοντα «χειμώνας».

Η αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις 11 Ιουνίου αποκρυσταλλώνει αυτόν τον περιορισμό. Η σύσφιξη έγινε για να κρατηθούν οι αυξήσεις των τιμών σε διαχειρίσιμα επίπεδα, ωστόσο αυξάνει επίσης το κόστος παροχής δημοσιονομικής στήριξης για τις χώρες που έχουν τη μικρότερη οικονομική δυνατότητα.

Οποιαδήποτε υπό όρους παρέμβαση της ΕΚΤ στις αγορές ομολόγων τους θα αναζωπύρωνε τους φόβους ότι στηρίζει ένα κυρίαρχο κράτος εις βάρος ενός άλλου: ο κίνδυνος κατακερματισμού (fragmentation risk) για τον οποίο η ΕΚΤ δημιούργησε ένα ειδικό εργαλείο αγοράς ομολόγων το 2022 (TPI) δεν έχει εκλείψει ποτέ πλήρως.

Αντίθετα, η κεντρική τράπεζα της Ιαπωνίας μπορεί να χρησιμοποιήσει τα μεγάλα ξένα συναλλαγματικά της αποθέματα για να αποτρέψει την εξασθένηση του γεν με τρόπο που θα μεγέθυνε το σοκ του ενεργειακού πληθωρισμού στις εγχώριες τιμές.

Η Τράπεζα της Αγγλίας έχει τα λιγότερα περιθώρια ελιγμών: δεν διαθέτει μεγάλο «μαξιλάρι» αποθεμάτων έναντι της αποδυνάμωσης του νομίσματος και έχει μια οικονομία που εξαρτάται από την ξένη χρηματοδότηση, πράγμα που σημαίνει ότι τα υψηλότερα επιτόκια μπορεί να εξακολουθούν να είναι απαραίτητα για την υπεράσπιση της στερλίνας, ακόμη και αν καθιστούν τη σχέση ανταλλαγής (trade-off) μεταξύ εγχώριου χρέους και ανάπτυξης πιο επώδυνη.

Καραδοκεί… ο χειμώνας

Η δεύτερη φάση στην αντίδραση στο σοκ της ενεργειακής κρίσης θα ξεκινήσει όταν η ζήτηση για θέρμανση κατά τον χειμώνα θα επικαθίσει πάνω σε μια ήδη εξασθενημένη εφοδιαστική αλυσίδα, η οποία θα παραμείνει προβληματική ανεξάρτητα από τη διπλωματική οδό.

Τα ευρωπαϊκά αποθέματα φυσικού αερίου βρίσκονται σε χαμηλά επίπεδα· το Κατάρ θα χρειαστεί δύο έως τρεις μήνες για να αποκαταστήσει τα αποθέματα. Μια κατάπαυση του πολέμου δεν τερματίζει άμεσα τον βαρύ λογαριασμό της ενεργειακής κρίσης και ο χειμώνας πλησιάζει.



Source link

sporadesnews
the authorsporadesnews