Όσο η ακρίβεια παραμένει το νούμερο ένα θέμα που απασχολεί τους πολίτες, τόσο θα συνεχίζεται η συζήτηση για τον «πληθωρισμό της απληστίας» (greedflation) και κατά πόσο πυροδοτεί το ράλι των τιμών. Εκείνοι που υποστηρίζουν ότι οι ανατιμήσεις οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στη δίψα των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων για υπερκέρδη, δεν είναι κάποιοι αιρετικοί, αλλά «ορθόδοξοι» οικονομολόγοι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Έρευνα του ΔΝΤ έχει διαπιστώσει ότι το 45% του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη, την περίοδο του μεγάλου πληθωριστικού κύματος του 2022-23, οφείλεται στα υψηλότερα επιχειρηματικά κέρδη, έναντι 40% στις τιμές των εισαγωγών και μόλις 25% στην άνοδο των μισθών.
Στην Ελλάδα το φαινόμενο του πηθωρισμού της απληστίας έχουν αναδείξει μεταξύ άλλων μελέτες του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής και της Τράπεζας της Ελλάδας, ενώ έστω με καθυστέρηση τον ανακάλυψε και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης.
Νέα έρευνα για τον πληθωρισμό
Μολονότι η θεωρία του greedflation αμφισβητείται, νέα έρευνα οικονομολόγων αναδεικνύει τον ρόλο που παίζουν οι μεγάλες εταιρείες στη διαμόρφωση των τιμών και στις πληθωριστικές πιέσεις. Η έρευνα παρουσιάζεται στο CEPR (Centre for Economic Policy Research), ευρωπαϊκό ινστιτούτο για την οικονομική πολιτική και βασίζεται σε μελέτη της Tράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (Bank of International Settlements – BIS).
Όπως αποδεικνύει, με λεπτομερή στοιχεία από 16 χώρες, μια χούφτα μεγάλες εταιρείες και μια λίστα βασικών προϊοντικών κατηγοριών, ευθύνονται ως και για το 56% των διακυμάνσεων του πληθωρισμού, στις ανεπτυγμένες οικονομίες.
Το γεγονός αυτό έχει σοβαρές συνέπειες για τη νομισματική πολιτική, καθυστερώντας τη διάχυση των αποτελεσμάτων της. Οι οικονομολόγοι μας εξηγούν γιατί οι διαδοχικές αυξήσεις των επιτοκίων από της Κεντρικές Τράπεζες, δεν ήταν αρκετές για να τιθασευτεί ο πληθωρισμός, τουλάχιστον σε πρώτο στάδιο.

Η συγκέντρωση της αγοράς και ο πληθωρισμός
Η έρευνα βασίστηκε σε μια τεράστια βάση δεδομένων: 2,9 δισεκατομμύρια συναλλαγές σε επίπεδο προϊόντος (barcode) από 16 ανεπτυγμένες και αναδυόμενες οικονομίες, που καλύπτουν την περίοδο 2005-2020. Κάθε προϊόν συνδέθηκε με την εταιρεία που το παράγει, την κατηγορία στην οποία ανήκει, καθώς και με την αλυσίδα λιανεμπορίου που το διακινεί.
Οι οικονομολόγοι διαπίστωσαν τα εξής:
- Οι αγορές είναι πολύ συγκεντρωμένες: Στις ανεπτυγμένες χώρες, οι 10 μεγαλύτερες εταιρείες ελέγχουν κατά μέσο όρο το 41% των πωλήσεων, ενώ οι 10 κορυφαίες κατηγορίες προϊόντων αντιπροσωπεύουν το 48% της αγοράς. Αυτό σημαίνει ότι λίγες εταιρείες έχουν τεράστια επιρροή στην οικονομία.
- Οι μεγάλες εταιρείες συγχρονίζουν τις τιμές τους: Υπάρχει υψηλός βαθμός συντονισμού στις αλλαγές τιμών μεταξύ των διαφόρων προϊόντων που πουλά η ίδια εταιρεία, καθώς και μεταξύ προϊόντων της ίδιας κατηγορίας.
- Οι αποφάσεις των μεγάλων εταιρειών έχουν δυσανάλογο αντίκτυπο: Πρόκειται για το πιο εντυπωσιακό εύρημα της έρευνας. Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι η τιμολογιακή πολιτική των μεγάλων εταιριών ευθύνεται για το 41% των διακυμάνσεων του πληθωρισμού. Τη μερίδα του λέοντος έχουν οι δέκα μεγαλύτερες επιχειρήσεις (26%), ενώ το υπόλοιπο 15% διαμορφώνεται από άλλες μεγάλες επιχειρήσεις εκτός του τοπ-10. Άλλο ένα 15% των διακυμάνσεων του πληθωρισμού αποδίδεται στις αλλαγές τιμών σε επίπεδο κατηγοριών προϊόντων.
Συνολικά το 56% των διακυμάνσεων του πληθωρισμού στις ανεπτυγμένες χώρες οφείλεται στις αποφάσεις συγκεκριμένων μεγάλων εταιρειών και κατηγοριών προϊόντων και όχι σε γενικούς οικονομικούς παράγοντες.
Ενδιαφέρον έχει ότι στις αναδυόμενες αγορές, όπου ο πληθωρισμός είναι γενικά υψηλότερος και οι αγορές λιγότερο συγκεντρωμένες, οι μεγάλες εταιρείες εξηγούν μόνο το 20% της διακύμανσης του πληθωρισμού.
Το μεγάλο πληθωριστικό κύμα του 2021-22
Κατά τη διάρκεια της μεγάλης αύξησης των τιμών μετά την πανδημία του COVID-19, οι μεγάλες εταιρείες έπαιξαν ακόμα πιο σημαντικό ρόλο. Περίπου το ένα τρίτο του πληθωρισμού της περιόδου 2021-2022 στις ανεπτυγμένες οικονομίες οφειλόταν στις αποφάσεις τιμολόγησης αυτών των εταιρειών.
Αυτό συνέβη για δύο λόγους: Πρώτον, λόγω της στρατηγικής κάθε εταιρείας ξεχωριστά (π.χ. αποφάσεις για περιθώρια κέρδους). Δεύτερον, επειδή οι μεγάλες εταιρείες αντέδρασαν πιο έντονα σε κοινά προβλήματα, όπως οι διαταραχές της εφοδιαστικής αλυσίδας και η αύξηση των τιμών ενέργειας.
Το παράδειγμα της Γερμανίας δείχνει ξεκάθαρα πως κατά τη διάρκεια του πληθωριστικού κύματος, οι επιδράσεις από συγκεκριμένες μεγάλες εταιρείες έπαιξαν πολύ μεγαλύτερο ρόλο από τους γενικούς μακροοικονομικούς παράγοντες.
Νομισματική πολιτική
Αυτή η ανακάλυψη έχει σημαντικές συνέπειες για την αποτελεσματικότητα των κεντρικών τραπεζών. Όταν οι κεντρικές τράπεζες αυξάνουν τα επιτόκια για να μειώσουν τον πληθωρισμό, η πολιτική τους δουλεύει πιο αργά όταν οι αγορές είναι συγκεντρωμένες.
Η έρευνα για τις ΗΠΑ και την ευρωζώνη δείχνει κάτι παράδοξο: μετά από μια αύξηση επιτοκίων, ο πληθωρισμός αρχικά αυξάνεται αντί να μειωθεί – αυτό που οι οικονομολόγοι ονομάζουν «το παζλ των τιμών» (price puzzle). Η αρχική άνοδος του πληθωρισμού οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στις μεγάλες εταιρείες, που συνεχίζουν να αυξάνουν τιμές.
Αντίθετα, ο μακροοικονομικός πληθωρισμός (η μη σταθμισμένη μέση τιμή) αντιδρά όπως προβλέπει η θεωρία: μειώνεται σταδιακά.
Οι μεγάλες εταιρείες μπορούν να καθυστερήσουν τη διαδικασία μείωσης του πληθωρισμού, μεταφέροντας στους καταναλωτές το κόστος χρηματοδότησης και των εισροών τους πιο έντονα από ό,τι οι μικρότερες επιχειρήσεις.
Το συμπέρασμα των οικονομολόγων
Σε αντίθεση με την παραδοσιακή θεωρία, ο πληθωρισμός δεν καθορίζεται μόνο από γενικούς μακροοικονομικούς παράγοντες. Οι αποφάσεις λίγων μεγάλων εταιρειών έχουν τεράστια σημασία – και αυτό πρέπει να το λαμβάνουν υπόψη οι υπεύθυνοι χάραξης οικονομικής πολιτικής. Η παρακολούθηση των τιμών που θέτουν οι μεγάλες εταιρείες μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη πρόβλεψη και διαχείριση του πληθωρισμού.
Nίπτουν τας χείρας τους για το greedflation
Το πολιτικό «ζουμί» της έρευνας εντοποίζεται στον αστερίσκο μιας υποσημείωσης. Οι ερευνητές, οι οποίοι δουλεύουν για μεγάλους οργανισμούς των κεντρικών τραπεζών (Ευρωσύστημα, Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών), αποφεύγουν να πάρουν θέση για τον πληθωρισμό της απληστίας.
Διευκρινίζουν ότι δεν εξετάζουν τον ρόλο που παίζουν οι προσαρμογές των περιθωρίων κέρδους στις μεταβολές των τιμών. «Τα ευρήματά μας δεν σχετίζονται άμεσα με την πρόσφατη συζήτηση σχετικά με το αν οι μεγάλες επιχειρήσεις αύξησαν δυσανάλογα τα περιθώρια κέρδους τους κατά τη διάρκεια της αύξησης του πληθωρισμού το 2021-22, δηλαδή τη συζήτηση για τον ‘πληθωρισμό της απληστίας’». Κρατάνε όμως αποστάσεις από τη θεωρια του greedflation, σημειώνοντας ότι «τα διαθέσιμα εμπειρικά στοιχεία υποδηλώνουν ότι η προσαρμογή των περιθωρίων κέρδους δεν ήταν σημαντικός παράγοντας στην αύξηση του πληθωρισμού».








