Με ένα πακέτο μέτρων ύψους περίπου 300 εκατ. ευρώ η κυβέρνηση επιχειρεί να ανακόψει το νέο κύμα ανατιμήσεων στα καύσιμα, με τα κόμματα της αντιπολίτευσης να ασκούν κριτική στις κυβερνητικές εξαγγελίες.
ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ κάνουν λόγο για «αργοπορημένα και αναποτελεσματικά» επιδοματικά μέτρα που θέλουν να σβήσουν τη «φωτιά» αλλά δεν αγγίζουν «τη ρίζα του προβλήματος της μεγάλης ακρίβειας».
ΠΑΣΟΚ
«Η ανάληψη μέτρων από πλευρας της κυβέρνησης έγινε αργοπορημένα. Αφού οι τιμές πετρελαίου και βενζίνης έχουν προηγουμένως ξεπεράσει τα 2 ευρώ και ήδη διαμορφώνουν ασφυκτικό πλαίσιο για νοικοκυριά, επιχειρήσεις και καταναλωτές», σχολιάζει ο εκπρόσωπος Τύπου του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, Κώστας Τσουκαλάς.
Ο ίδιος συνεχίζει λέγοντας πως «δεν υπήρξε καμία διευκρίνιση πως θα ενεργοποιηθούν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί» και «η ειδική στήριξη για τη βενζίνη η οποία ανακοινώθηκε. Δεν επαρκεί και δεν μπορεί να είναι μία παρέμβαση που θα έχει αποτέλεσμα αν δεν συνοδευτεί με επέκταση του πλαφόν και στα διυλιστήρια, καθώς και παρέμβαση με μείωση προσωρινή στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης και στον ΦΠΑ».
Καταλήγει σημειώνοντας: «Είναι ξεκάθαρο ότι η κυβέρνηση δεν τολμάει, δεν έχει τη βούληση να συγκρουστεί με ισχυρά συμφέροντα προκειμένου να διαμορφώσει ένα πλαίσιο προστασίας της κοινωνίας από την κρίση».
ΣΥΡΙΖΑ
Η δέσμη μέτρων που ανακοίνωσε η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη «κινείται, για ακόμη μία φορά, στη λογική των περιορισμένων και βραχυπρόθεσμων παρεμβάσεων, χωρίς να αντιμετωπίζει την ακρίβεια που η ίδια έχει γιγαντώσει αλλά και κυρίως δεν αντιμετωπίζει τις δομικές της αιτίες», σχολιάζει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.
Τα μέτρα «εστιάζουν στην επιδότηση της τελικής κατανάλωσης (fuel pass) και στη μερική επιδότηση εισροών (diesel, λιπάσματα), χωρίς να παρεμβαίνουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση των τιμών. Αυτό σημαίνει ότι η επίδρασή τους στον πληθωρισμό είναι περιορισμένη και προσωρινή, ενώ ενέχει τον κίνδυνο να διατηρήσει υψηλά περιθώρια κέρδους σε κρίσιμους τομείς της αγοράς και κυρίως των διυλιστηρίων», συνεχίζει.
Επιπλέον, αναφέρει ότι «η επιλογή επιδοτήσεων μέσω επιχειρήσεων –όπως στην ακτοπλοΐα και στην εφοδιαστική αλυσίδα– δεν συνοδεύεται από επαρκείς μηχανισμούς ελέγχου και διασφάλισης μετακύλισης του οφέλους στον καταναλωτή. Πρόκειται για μια προσέγγιση με χαμηλή αποδοτικότητα δημοσιονομικών πόρων».
Παράλληλα, «η διάρκεια των μέτρων (δίμηνη εφαρμογή) περιορίζει σημαντικά τον μακροοικονομικό τους αντίκτυπο και δεν δημιουργεί συνθήκες σταθερότητας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, σε ένα περιβάλλον παρατεταμένης διεθνούς αβεβαιότητας».
Στο κόμμα της Κουμουνδούρου επισημαίνουν πως «η κυβέρνηση επιλέγει να διατηρήσει ανέπαφο τον πυρήνα της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα και να αποφύγει παρεμβάσεις στη λειτουργία της αγοράς ενέργειας, επικαλούμενη ψευδής δημοσιονομικούς περιορισμούς από την Ευρωπαϊκή Ένωση».
Εκτιμούν πως «απαιτείται ένα νέο συνεκτικό πλαίσιο δημοσιονομικής πολιτικής προσαρμοσμένο στην παρούσα κατάσταση που θα περιλαμβάνει μείωση έμμεσων φόρων, αυστηρή ρύθμιση της αγοράς, φορολόγηση υπερκερδών και ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος».
Και καταλήγουν: «Η πολιτική επιλογή της Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν στερείται μόνο επάρκειας, στερείται και στρατηγικής κατεύθυνσης που χρειάζεται αλλαγή το συντομότερο δυνατόν από μια νέα προοδευτική διακυβέρνηση».
ΚΚΕ
«Τα μέτρα- κοροϊδία, που ανακοίνωσε ο συνεργός στον πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ, κ. Μητσοτάκης, δεν έχουν στόχο να ανακουφίσουν τα λαϊκά νοικοκυριά από τις οικονομικές συνέπειες του πολέμου, αλλά να στηρίξουν την ήδη τεράστια κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων. Την ίδια ώρα συνεχίζει να αυξάνει τη φοροληστεία του λαού, αφού οι ανατιμήσεις εκτοξεύουν τα κρατικά έσοδα εξαιτίας των έμμεσων φόρων στην ενέργεια και τα είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης» επισημαίνει το ΚΚΕ σε σχόλιό του.
Και προσθέτει: «Με αυτό το κριτήριο η κυβέρνηση επαναφέρει τα γνωστά ψίχουλα των «pass», που στην πράξη επιδοτούν μέσω του κρατικού προϋπολογισμού, την αύξηση των τιμών, ενώ επιλέγει να επιδοτήσει ξανά τους εφοπλιστές που ήδη διατηρούν τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια στα ύψη.
Αντί να επιβάλει πλαφόν στις τιμές και επίταξη λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, επιλέγει να επιδοτήσει το 15% της αγοράς λιπασμάτων, όταν ήδη η τιμή τους έχει αυξηθεί κατά 30-35%, με στόχο να διασφαλίσει ότι τα μονοπώλια θα εισπράξουν το 100% της αύξησης των τιμών, την ώρα που ο αγρότης παραμένει με επιβάρυνση 15-20% στο κόστος λιπασμάτων που χρησιμοποιεί, αποδεικνύοντας ότι το μοναδικό πραγματικό κριτήριο του μέτρου είναι η προστασία των ομίλων και όχι η επιβίωση των βιοπαλαιστών αγροτών».
Καταλήγει σημειώνοντας πως: «το λιγότερο που απαιτείται είναι η κυβέρνηση να καταργήσει τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης στην ενέργεια και τον ΦΠΑ σε όλα τα είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης, να βάλει πλαφόν στις τιμές των καυσίμων και της Ενέργειας στη χονδρική αγορά και τους ενεργειακούς ομίλους, να προχωρήσει σε ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς, με πλήρη και πραγματική επαναφορά των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας».






