Οικονομία

Oxford Economics:  Η Ελλάδα μπορεί να λάβει σοβαρότερα μέτρα για την ακρίβεια – Η απόφαση είναι πολιτική


Άμεσο πλήγμα στους καταναλωτές με αρνητικό σοκ στο πραγματικό εισόδημα, αύξηση του πληθωρισμού και επιβράδυνση στην ανάπτυξη στην Ευρωζώνη φέρνει ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με τη νέα ανάλυση του οίκου Οxford Economics.

Η έκθεση σχολιάζει τις τελευταίες δηλώσεις του Τραμπ, τονίζοντας ότι «ακόμα και μια απλή ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που υπονοούσε μια επικείμενη επίλυση της σύγκρουσης ήταν αρκετή για να προκαλέσει πτώση των τιμών του πετρελαίου κατά περισσότερο από 10%».

Παρ’όλα αυτά οι οικονομολόγοι του Oxford Economics δεν πείθονται από τα «τιτιβίσματα» του Αμερικανού προέδρου και προβλέπουν, ως βασικό σενάριο, ότι τα Στενά του Ορμούζ θα παραμείνουν πρακτικά αδιάβατα τουλάχιστον ως τον Μάιο.

Επίσης θεωρούν ότι οι αναταραχές στο διεθνές εμπόριο θα συνεχιστούν το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο του 2026, καθώς ακόμα και αν τελειώσει ή αποκλιμακωθεί η σύγκρουση, θα χρειαστούν μήνες για να αποκατασταθεί η κυκλοφορία των πλοίων και η επαναλειτουργία των υποδομών.

Aυξήσεις και στις τιμές των τροφίμων προβλέπει ο οίκος αναλυτών Οxford Economics

Τα νοικοκυριά θα πονέσουν από τον πόλεμο

Το δεδομένο, σύμφωνα με τους αναλυτές, είναι ότι τα νοικοκυριά της Ευρώπης θα «πονέσουν» από τον πόλεμο, παρά τα μέτρα που έχουν ανακοινώσει οι εθνικές κυβερνήσεις.

Το στοίχημα που θέτουν είναι το εξής: Αν  η σύγκρουση παραμείνει «σχετικά σύντομη» (αν και σε λίγες ημέρες συμπληρώνεται ένας μήνας πολέμου), η ζημιά στην οικονομική δραστηριότητα θα επικεντρωθεί κυρίως σε μια προσωρινή πτώση των εισοδημάτων, με περιορισμένη ζημιά στη βιομηχανία και τις επενδύσεις. Όσο όμως παρατείνεται η σύγκρουση, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος ενός ευρύτερου και πιο βαθιά ριζωμένου οικονομικού σοκ.

«Άλμα» στον ευρωπληθωρισμό και αύξηση επιτοκίων

Η Oxford Economics αναθεωρεί προς τα πάνω τις εκτιμήσεις για τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη στο 2,9% το 2026, από 1,7% που προέβλεπε τον Φεβρουάριο. Αντίστοιχα, περιορίζει τις προβλέψεις για ανάπτυξη στο 0,8%, από 1,1%.

Ο οικονομικός οίκος εκτιμά ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αυξήσει τα επιτόκια τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, προκειμένου να συγκρατήσει τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό και να σηματοδοτήσει ότι δεν είναι διατεθειμένη να επαναλάβει τα λάθη της ενεργειακής κρίσης του 2021-22.  Στο βασικό σενάριο, η ΕΚΤ θα αντισταθμίσει τις αυξήσεις επιτοκίων σχετικά γρήγορα, το 2027. Αν η κρίση παραταθεί, πιθανόν θα χρειαστούν βαθύτερες μειώσεις επιτοκίων προκειμένου να αντισταθμιστεί το πλήγμα στην ανάπτυξη.

Διαφορές και ομοιότητες με την ενεργειακή κρίση του 2021-22

Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Οxford Economics για την Ευρώπη Άνχελ Ταλαβέρα, παραδέχεται ότι τα μέτρα που έχουν ανακοινώσει οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για την αντιμετώπιση της νέας κρίσης είναι ελάχιστα, σε σύγκριση με το 2021-22, όταν είχαν ξοδέψει συνολικά περίπου 600 δισεκ. ευρώ. Μια άλλη διαφορά είναι ότι τα τωρινά μέτρα εστιάζουν κυρίως στην βραχυπρόθεσμη ανακούφιση, αντί για ευρείες δημοσιονομικές παρεμβάσεις. «Θα χρειαστεί μια βαθιά επιδείνωση της σύγκρουσης (σ.σ. στη Μέση Ανατολή) για να αρχίσουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να εξετάζουν το είδος των μέτρων που είχαν εφαρμοστεί τότε», σχολιάζει ο οικονομολόγος. Ωστόσο όλα δείχνουν ότι θα χρειαστούν πιο γενναίες παρεμβάσεις για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες

Αποσπασματικά μέτρα ή ολοκληρωμένο πακέτο;

«Ενώ οι πρώτες χώρες που έλαβαν μέτρα, όπως η Πορτογαλία, η Ελλάδα και η Κροατία, ανακοίνωσαν πακέτα αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, η Ισπανία ανακοίνωσε πρόσφατα ένα πολύ πιο ολοκληρωμένο σύνολο μέτρων που ανέρχεται σε 5 δισ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένων επιδοτήσεων και μειώσεων φόρων στα καύσιμα και την ηλεκτρική ενέργεια.  Εάν η σύγκρουση συνεχιστεί, αναμένουμε ότι περισσότερες χώρες θα ακολουθήσουν το παράδειγμα της Ισπανίας,  οπότε η δημοσιονομική πολιτική θα καταστεί ένας ολοένα και πιο σημαντικός παράγοντας που θα διαμορφώνει τις προβλέψεις μας για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη», τονίζει η έκθεση της Οxford Economics

Οικονομολόγος Oxford Economics: Η Ελλάδα αντέχει να λάβει σοβαρότερα μέτρα

Προς το παρόν η ελληνική κυβέρνηση έχει ανακοινώσει μέτρα που στοχεύουν στην πρόσκαιρη ανακούφιση, όπως το fuel pass και η δίμηνη επιδότηση στο ντίζελ,  χωρίς  να προχωράει σε μειώσεις έμμεσων φόρων ή να θέτει πλαφόν στο περιθώριο κέρδους στα διυλιστήρια. Η Ισπανία δείχνει ένα διαφορετικό δρόμο.

«Το δημοσιονομικό πακέτο της Ισπανίας αντιπροσωπεύει σημαντική αύξηση σε σχέση με τα μέτρα που έχουν ανακοινώσει άλλες χώρες. Αλλά πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα 5 δισ. ευρώ εξακολουθούν να αποτελούν μόνο ένα μικρό μέρος των δαπανών που είχε πραγματοποιήσει η Ισπανία στο παρελθόν στον τομέα της ενέργειας, οι οποίες εκτιμάται ότι ανέρχονταν σε περίπου 50 δισ. ευρώ», δηλώνει στο in ο επικεφαλής οικονομολόγος της Oxford Economics για την Ευρώπη.

Θα μπορούσε ή θα έπρεπε η Ελλάδα να ακολουθήσει το παράδειγμα της Ισπανίας;

«Η δημοσιονομική θέση της Ελλάδας έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια και, σύμφωνα με ορισμένους δείκτες, είναι ακόμη καλύτερη από αυτή της Ισπανίας, για παράδειγμα όσον αφορά το δημοσιονομικό έλλειμμα. Πράγμα που σημαίνει ότι η χώρα διαθέτει τον δημοσιονομικό χώρο για να προσφέρει μεγαλύτερη προστασία στους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις», απαντά ο οικονομολόγος.

Πολιτική απόφαση

«Πιστεύω ότι από οικονομική άποψη, η Ελλάδα μπορεί να αντέξει να κάνει κάτι μεγαλύτερο (σ.σ. για την αντιμετώπιση της ακρίβειας), αν η σύγκρουση συνεχιστεί. Δεδομένης της μεγάλης ζημιάς που έχει προκαλέσει ο πληθωρισμός στην οικονομία, αυτό θα ήταν δικαιολογημένο. Τελικά, όμως, πρόκειται για πολιτική απόφαση», επιμένει ο Ταλαβέρα. «Υπάρχει ένα ισχυρό κίνητρο για τους πολιτικούς να χρησιμοποιήσουν δημοσιονομικά μέτρα, γνωρίζοντας ότι οι ψηφοφόροι μισούν τον πληθωρισμό. Από πολιτική άποψη ειναι μια εύκολη νίκη», συμπληρώνει.

Ο ίδιος καταλήγει ότι το πλέον σημαντικό για την Ελλάδα είναι να προσπαθήσει να σχεδιάσει τα δημοσιονομικά μέτρα με τέτοιο τρόπο ώστε να προστατεύουν πραγματικά τους πλέον ευάλωτους και να μην καταλήξουν μπούμερανγκ. Εξίσου σημαντικό είναι να προσπαθήσει να ελαχιστοποιήσει τον αντίκτυπο στα δημόσια οικονομικά, τα οποία τελικά θα τα πληρώσουν όλοι οι υπόλοιποι.

 Στα 130 δολάρια το βαρέλι το πετρέλαιο

Το νέο βασικό σενάριο της Οxford Economics προϋποθέτει ότι τα Στενά του Ορμούζ θα παραμείνουν κλειστά έως τον Μάιο λόγω του κινδύνου επίθεσης, με τις αυξημένες γεωπολιτικές εντάσεις να συνεχίζουν να διαταράσσουν το εμπόριο κατά το 2ο και 3ο τρίμηνο του 2026.

Αυτό μεταφράζεται σε μια νέα υπόθεση ότι οι τιμές του αργού πετρελαίου θα αγγίξουν κατά μέσο όρο τα 130 δολάρια το βαρέλι τον Απρίλιο. Συνολικά το δεύτερο τρίμηνο οι τιμές του πετρελαίου θα κυμανθούν στα 113 δολάρια το βαρέλι – σύμφωνα πάντα με το επικρατέστερο σενάριο.

Η διέλευση μέσω των Στενών του Ορμούζ θα επανέλθει μόνο σταδιακά, αντανακλώντας τον χρόνο που απαιτείται για την επανεκκίνηση των εγκαταστάσεων που έχουν κλείσει, τον συνεχιζόμενο κίνδυνο επίθεσης, τα αυξημένα έξοδα ναυτιλίας και ασφάλισης και τις ευρύτερες διαταραχές της εφοδιαστικής αλυσίδας που σχετίζονται με τον πόλεμο.

Οι τιμές του φυσικού αερίου θα παραμείνουν επίσης υψηλότερες για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ό,τι αναμενόταν, μετά την επίθεση στο Ρας Λαφάν, τη μεγαλύτερη εγκατάσταση υγροποιημένου φυσικού αερίου στον κόσμο. Εξίσου σοβαρά και για μεγάλο χρονικό διάστημα θα επηρεαστεί και η προσφορά φυσικού αερίου.

Θα επιμείνουν οι αυξήσεις στα καύσιμα – Φόβοι για τα τρόφιμα

Η Oxford Economics προβλέπει αύξηση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη στο 2,5% τον Μάρτιο, και ακόμα μεγαλύτερες πιέσεις στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, άνω του 3%. Θεωρούν ότι το β’ τρίμηνο θα σηματοδοτήσει την κορύφωση του κύκλου του πληθωρισμού, ωστόσο δεν αναμένεται ταχεία ομαλοποίηση.

Ακόμα και αν οι  τιμές του αργού πετρελαίου και του φυσικού αερίου πέσουν ταχύτερα από ό,τι υποθέτει το βασικό σενάριο, οι τιμές των καυσίμων θα παραμείνουν υψηλές. Η αιτία, σύμφωνα με τους αναλυτές, είναι ότι τα περιθώρια κέρδους των διυλιστηρίων τείνουν να παραμένουν υψηλά όταν οι τιμές της ενέργειας πέφτουν από υψηλά επίπεδα. Επιπλέον, η απότομη αύξηση του ενεργειακού κόστους θα μετακυλιστεί σε άλλες συνιστώσες του καταναλωτικού καλαθιού, ιδίως στις τιμές των τροφίμων, δεδομένου ότι η κρίση επηρεάζει ήδη την προσφορά προϊόντων όπως τα λιπάσματα και έχει αντίκτυπο στις τιμές των γεωργικών εμπορευμάτων.



Source link

sporadesnews
the authorsporadesnews