Οικονομία

Όχι άλλες κατεδαφίσεις «στα τυφλά» σε παραδοσιακούς οικισμούς λέει το ΣτΕ


Με μια απόφαση που αναμένεται να επηρεάσει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο η Διοίκηση αντιμετωπίζει τα παλαιά και φθαρμένα κτίρια σε παραδοσιακούς οικισμούς, το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) υπενθυμίζει ότι η προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς δεν μπορεί να παρακάμπτεται. Αφορμή στάθηκε υπόθεση που αφορούσε κτίριο που είχε κατασκευασθεί προ του έτους 1923, με μεταγενέστερη προσθήκη προ του έτους 1955, στον παραδοσιακό οικισμό του Αγίου Πέτρου Κυνουρίας.

Το επίδικο κτίριο είχε χαρακτηριστεί ετοιμόρροπο και κατεδαφιστέο. Το ΣτΕ, ωστόσο, ακύρωσε τη σχετική έκθεση της Διοίκησης, κρίνοντας ότι δεν τηρήθηκαν οι ειδικές εγγυήσεις που ο νόμος προβλέπει για τα κτίσματα εντός παραδοσιακών οικισμών.

Καταρχάς, το δικαστήριο με την απόφασή του διαχωρίζει με σαφήνεια δύο έννοιες που συχνά συγχέονται: το «κοινώς ετοιμόρροπο» και το «επικινδύνως ετοιμόρροπο» κτίριο. Στην πρώτη περίπτωση, η Διοίκηση οφείλει να εξετάσει ποια μέτρα επισκευής ή ενίσχυσης μπορούν να ληφθούν ώστε να αρθεί η επικινδυνότητα. Μόνο στη δεύτερη, όταν δηλαδή το κτίριο θεωρείται άμεσα επικίνδυνο, επιτρέπεται η άμεση κατεδάφιση χωρίς εξέταση εναλλακτικών λύσεων.

Ωστόσο, όπως επισημαίνεται στην απόφαση, για τη διαδικασία κατεδαφίσεων στους παραδοσιακούς οικισμούς έχουν θεσπιστεί εγγυήσεις «προκειμένου να αποφευχθεί η γενικότερη βλάβη του προστατευόμενου οικισμού διά της τμηματικής κατεδαφίσεώς του και έτσι καταστεί γράμμα κενό η προστασία του». Σε αυτούς, η κατεδάφιση παλαιών κτισμάτων, ακόμη και όταν αυτά κρίνονται ετοιμόρροπα, έχει συνέπειες στη φυσιογνωμία και την ιστορική συνέχεια των οικισμών, οι οποίοι προστατεύονται ακριβώς για να αποτραπεί η σταδιακή αλλοίωσή τους μέσω αποσπασματικών κατεδαφίσεων.

Για τον λόγο αυτό, το ΣτΕ επισημαίνει ότι απαιτείται προηγούμενη, ειδικώς αιτιολογημένη γνωμοδότηση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής για κατεδάφιση ετοιμόρροπων σε παραδοσιακούς οικισμούς. Μάλιστα, όπως επισημαίνουν οι δικαστές, το όργανο αυτό δεν μπορεί να περιορίζεται στην απλή υιοθέτηση των πορισμάτων των τεχνικών εκθέσεων των Πολεοδομιών περί επικινδυνότητας, αλλά οφείλει να αξιολογεί το κτίριο αυτοτελώς ως προς την αρχιτεκτονική, μορφολογική, αισθητική και ιστορική του αξία και τη σχέση του με τον προστατευόμενο οικισμό.

Παράλληλα, πρέπει να εξετάζει αν υπάρχουν ηπιότερα μέτρα που θα μπορούσαν να διασώσουν το κτίσμα.

Στην επίμαχη υπόθεση, το ΣτΕ διαπίστωσε ότι η γνωμοδότηση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής εκδόθηκε εκ των υστέρων και χωρίς την απαιτούμενη αιτιολογία, γεγονός που καθιστούσε τη διαδικασία πλημμελή. «Η γνωμοδότηση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής της Π.Ε. Αρκαδίας εκδόθηκε μετά την προσβαλλόμενη έκθεση, επιπλέον δε, στερείται της απαιτούμενης ειδικής αιτιολογίας, εφόσον το παραπάνω όργανο αποφαίνεται μόνον ότι η οικοδομή είναι κατεδαφιστέα, στηριζόμενο αποκλειστικά στο περιεχόμενο της έκθεσης της τριμελούς Επιτροπής Επικινδύνως Ετοιμόρροπων Κτιρίων και χωρίς οποιαδήποτε κρίση για τη μορφολογική ή άλλη αξία του κτιρίου αυτοτελώς και εν σχέσει προς τον παραδοσιακό οικισμό εντός του οποίου ευρίσκεται», σημειώνεται στην απόφαση του ΣτΕ (2335/2025). Έτσι, η έκθεση κατεδάφισης κρίθηκε μη νόμιμη.

Πηγή: OT



Source link

sporadesnews
the authorsporadesnews