Την πρόθεση του Λευκού Οίκου να προσφέρει «χώρο» προκειμένου να διεξαχθούν διπλωματικές συνομιλίες με το Ιράν, υπογράμμισε ο Αμερικανός πρέσβης στον ΟΗΕ. Η ρητορική αυτή έρχεται να συμπληρώσει την προσωρινή αναστολή των αμερικανικών αεροπορικών επιδρομών, μια εξέλιξη που λειτούργησε ως «βάλσαμο» για τις αγορές, πιέζοντας τις τιμές του πετρελαίου προς τα κάτω.
Μιλώντας την Κυριακή, 26 Ιουλίου, στο τηλεοπτικό δίκτυο Fox News, ο Μάικ Γουόλτς αποσαφήνισε τη στάση του Ντόναλντ Τραμπ, δηλώνοντας: «Αυτό που κάνει ο πρόεδρος (των ΗΠΑ, Τραμπ) αυτή τη στιγμή (…) είναι πως αφήνει χώρο για διαπραγματεύσεις. Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται».
Παρ’ όλα αυτά, ο Αμερικανός αξιωματούχος έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι ο Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος δεν έχει απορρίψει οριστικά το ενδεχόμενο μιας νέας κλιμάκωσης, υπενθυμίζοντας τις πρόσφατες απειλές προς την Τεχεράνη και τονίζοντας ότι «διατηρεί όλες τις επιλογές στο τραπέζι».
Εκεχειρία στο πεδίο και ανακούφιση στις αγορές
Οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί έχουν παύσει από το βράδυ της Παρασκευής, βάζοντας προς το παρόν φρένο σε ένα δεκαπενθήμερο σφοδρών και πρωτοφανών επιθέσεων, οι οποίες ακολούθησαν την κατάρρευση της εκεχειρίας του Απριλίου. Ως άμεση απάντηση, το Ιράν σταμάτησε οποιοδήποτε χτύπημα εναντίον αμερικανικών βάσεων στα συμμαχικά κράτη του Κόλπου, με τον νυχτερινό συναγερμό σε αυτές τις χώρες να έχει σιγήσει.
Εξηγώντας τη στάση της Τεχεράνης, ο εκπρόσωπος του ιρανικού στρατού, Μοχαμάντ Ακραμινιά, σημείωσε: «Καθώς η στρατηγική μας βασίζεται ουσιαστικά στην ανταπόδοση, διακόψαμε επίσης τις επιχειρήσεις μας».
Αυτή η προσωρινή κατάπαυση πυρός οδήγησε σε μια «βαθιά ανάσα» για τις διεθνείς χρηματαγορές. Ενδεικτική ήταν η πτώση της τιμής του αργού τις πρώτες πρωινές ώρες (27/7) των ασιατικών συναλλαγών: το βαρέλι του Brent (Βόρειας Θάλασσας) υποχώρησε σχεδόν κατά 5%, κλειδώνοντας γύρω στα 92 δολάρια, ενώ βρέθηκε στιγμιαία και κάτω από το φράγμα των 90 δολαρίων. Αντίστοιχη ήταν η εικόνα και για το αμερικανικό αργό WTI, το οποίο κατέγραψε πτώση, διαμορφούμενο περίπου στα 84 δολάρια.
Ερωτήματα για τις αμερικανικές αντοχές και τα πυρομαχικά
Με τη σύγκρουση να συμπληρώνει την Τρίτη (28/7) πέντε μήνες ζωής, ρεπορτάζ του αμερικανικού Τύπου εγείρουν ερωτήματα για τα στρατηγικά αποθέματα της Ουάσιγκτον. Σύμφωνα με πηγές των New York Times, η κυβέρνηση Τραμπ εκφράζει ανησυχία για τη συρρίκνωση των αποθεμάτων σε κρίσιμα πυρομαχικά, ιδιαίτερα στους πυραύλους αναχαίτισης για τα συστήματα Patriot, καθώς και για τις λοιπές αντιαεροπορικές «ομπρέλες» που προστατεύουν περιφερειακούς συμμάχους.
Ο Μάικ Γουόλτς, πάντως, απέρριψε κατηγορηματικά τα περί ελλείψεων, διαβεβαιώνοντας ότι οι αμερικανικές δυνάμεις διαθέτουν «όλα όσα χρειάζεται για να διεξαγάγει αυτή την εκστρατεία με όλη την απαιτούμενη αποτελεσματικότητα», ενώ προσέθεσε ότι στην περιοχή της Μέσης Ανατολής αναπτύσσονται «περαιτέρω πόροι».
Το «αγκάθι» του Νετανιάχου
Στον αντίποδα, η Τεχεράνη ερμηνεύει τη στάση της Ουάσιγκτον ως σημάδι αδυναμίας. Σύμφωνα με τον Ακραμινιά, οι ΗΠΑ βρίσκονται σε «δύσκολη και ασταθή» κατάσταση, ψάχνοντας πιθανότατα μια «νέα στρατηγική».
Λίγα 24ωρα πριν από την κρίσιμη άφιξη του Μπενιαμίν Νετανιάχου στην αμερικανική πρωτεύουσα, ενός ηγέτη που τάσσεται πάγια υπέρ της σκληρής γραμμής απέναντι στο Ιράν, ο εκπρόσωπος του ιρανικού στρατού έστειλε ηχηρή προειδοποίηση. Όπως διεμήνυσε, εάν οι Αμερικανοί «αφεθούν να εξαπατηθούν ξανά» από τον Ισραηλινό πρωθυπουργό και «επιμείνουν να συνεχίσουν τον πόλεμο, ειδικά με αεροπορικά πλήγματα», τότε η σύγκρουση «θα επεκταθεί γεωγραφικά».
Από την πλευρά του, μιλώντας στο Fox News, ο Νετανιάχου δήλωσε ότι «υποστηρίζει πλήρως τις προσπάθειες» του Τραμπ να βάλει οριστικό τέλος στις φιλοδοξίες του Ιράν για απόκτηση πυρηνικών όπλων (τις οποίες το Ιράν αρνείται). Παράλληλα, πάντως, σημείωσε: «Αν μπορούσαμε να καταλήξουμε σε αυτό χωρίς μάχες υψηλής έντασης θα ήταν καλό».
Κλειστά τα Στενά του Ορμούζ – «Ανάφλεξη» στην Υεμένη
Στην Τεχεράνη, η οποία έχει μείνει εκτός του κάδρου των βομβαρδισμών μετά την αναζωπύρωση των εχθροπραξιών στις αρχές Ιουλίου, η καθημερινότητα επιστρέφει στους γνωστούς ρυθμούς της, με το παραδοσιακό μποτιλιάρισμα και την έντονη ζέστη να ταλαιπωρούν τους κατοίκους.
Όμως η παγκόσμια ναυσιπλοΐα παραμένει σε ομηρία. Η σύρραξη, που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου μετρώντας χιλιάδες νεκρούς, κυρίως σε Ιράν και Λίβανο, έχει «στραγγαλίσει» τα Στενά του Ορμούζ, τον κρίσιμο δίαυλο από τον οποίο διέρχεται το 20% των παγκόσμιων υδρογονανθράκων.
Η εύθραυστη ειρηνευτική συμφωνία («μνημόνιο κατανόησης του Ισλαμαμπάντ») της 17ης Ιουνίου, που προέβλεπε διάλογο 60 ημερών, κατέρρευσε σε λιγότερο από έναν μήνα. Ως αποτέλεσμα, η Τεχεράνη έκλεισε εκ νέου το στρατηγικό πέρασμα, ανακοινώνοντας πως συζητά το μέλλον του με το γειτονικό Ομάν. Τις τελευταίες 24 ώρες, σύμφωνα με την ιρανική κρατική τηλεόραση, έξι πλοία ακινητοποιήθηκαν καθώς επιχείρησαν να διασχίσουν τα Στενά χωρίς την έγκριση του Ιράν. Οι ΗΠΑ απάντησαν επιβάλλοντας νέο αποκλεισμό στα ιρανικά λιμάνια του Κόλπου.
Η κατάσταση στη θάλασσα παραμένει χαοτική, με το εξειδικευμένο ιρανικό πρακτορείο ειδήσεων Defa Press να μεταδίδει (ανεπιβεβαίωτες ακόμη) πληροφορίες ότι ένα πετρελαιοφόρο χτυπήθηκε από νάρκη, επειδή «απέκλινε» από τον μοναδικό εγκεκριμένο δίαυλο που επιτρέπει η Τεχεράνη κατά μήκος των ακτών της.
Την ίδια ώρα, ενώ ο Κόλπος βιώνει μια άτυπη διήμερη ηρεμία, το μέτωπο Σαουδικής Αραβίας – Χούθι έχει πάρει φωτιά. Η ανάφλεξη ξεκίνησε στις 13 Ιουλίου, λόγω του ελέγχου του εναέριου χώρου της Υεμένης: Η Τεχεράνη έστειλε αντιπροσωπεία ανταρτών στη Σανάα με αεροσκάφος, παρακάμπτοντας την άδεια του Ριάντ. Η Σαουδική Αραβία απάντησε με βομβαρδισμό του αεροδρομίου της Σανάα.
Σε αντίποινα, οι προσκείμενοι στο Ιράν Χούθι κήρυξαν ναυτικό αποκλεισμό της Σαουδικής Αραβίας, έθεσαν στο στόχαστρο τα δεξαμενόπλοιά της και το Σάββατο, για πρώτη φορά από το 2022, πραγματοποίησαν απευθείας επίθεση σε σαουδαραβικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, ανοίγοντας ένα νέο, εξαιρετικά επικίνδυνο κεφάλαιο στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής.






