Η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, μετά τις επιθέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν, δεν επηρεάζει μόνο την περιοχή. Δημιουργεί ισχυρούς κραδασμούς στις διεθνείς αγορές ενέργειας και, όπως εκτιμούν αναλυτές, προσφέρει απροσδόκητη οικονομική ανάσα στη Ρωσία και στον πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν.
Για τις γεωπολιτικές και οικονομικές προεκτάσεις αυτής της εξέλιξης μιλούν ειδικοί που αναλύουν πώς η εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου μπορεί να επηρεάσει τόσο την οικονομία της Ρωσίας όσο και την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία.
Το δύσκολο δίλημμα του Πούτιν
Στις αρχές του έτους, ο Ρώσος πρόεδρος βρισκόταν μπροστά σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο δίλημμα. Από τη μία πλευρά, η συνέχιση της λεγόμενης «ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης» στην Ουκρανία απαιτούσε τεράστιους οικονομικούς πόρους. Από την άλλη, η ρωσική οικονομία άρχιζε να δείχνει σημάδια έντονης πίεσης.
Ουσιαστικά, ο Πούτιν έπρεπε να επιλέξει ανάμεσα σε δύο επώδυνες επιλογές: είτε να περιορίσει τη στρατιωτική εκστρατεία είτε να διακινδυνεύσει σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις στο εσωτερικό της χώρας.
Ωστόσο, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή φαίνεται να άλλαξαν αιφνιδιαστικά το σκηνικό.
Η εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου
Οι επιθέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ κατά ιρανικών στόχων, και ιδιαίτερα ο βομβαρδισμός πετρελαϊκών εγκαταστάσεων, προκάλεσαν έντονους κλυδωνισμούς στις αγορές.
Μέσα σε λίγες ημέρες, οι τιμές αναφοράς του αργού πετρελαίου εκτινάχθηκαν πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από το καλοκαίρι του 2022 — περίοδο κατά την οποία οι αγορές είχαν ήδη αναστατωθεί από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Για τη Ρωσία, η άνοδος αυτή μεταφράζεται σε ένα απροσδόκητο οικονομικό κέρδος σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία. Μετά από τέσσερα χρόνια πολέμου, το δημοσιονομικό βάρος της σύγκρουσης είχε αρχίσει να δημιουργεί σοβαρές πιέσεις στην οικονομία.
Η οικονομία της Ρωσίας πριν την κρίση
Μόλις πριν από λίγες εβδομάδες, το κλίμα μεταξύ της ρωσικής οικονομικής ελίτ ήταν ιδιαίτερα απαισιόδοξο.
Το ρωσικό υπουργείο Οικονομικών είχε καταρτίσει τον κρατικό προϋπολογισμό για το έτος υπολογίζοντας ότι το βασικό μείγμα εξαγωγικού πετρελαίου της χώρας, το λεγόμενο Urals, θα διαπραγματευόταν γύρω στα 59 δολάρια το βαρέλι.
Τον Ιανουάριο όμως τα έσοδα από την ενέργεια κατέρρευσαν στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2020, γεγονός που επιδείνωσε τη δημοσιονομική κατάσταση.
Οι δυτικές κυρώσεις, τα υψηλά επιτόκια και οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού επιβάρυναν περαιτέρω την οικονομία. Αυτό οδήγησε σε αυξανόμενη ένταση μεταξύ του υπουργείου Οικονομικών και της κεντρικής τράπεζας σχετικά με το πώς θα αντιμετωπιστεί η κατάσταση.
Ο αναλυτής του Carnegie Russia Eurasia Center, Σεργκέι Βακουλένκο, περιγράφει την κατάσταση ως εξής:
«Δεν επρόκειτο για πλήρη κατάρρευση. Όμως η κυβέρνηση βρισκόταν μπροστά σε δύσκολες επιλογές: περικοπές δαπανών, αυξήσεις φόρων και πιθανώς ακόμη και μείωση στρατιωτικών δαπανών».
Ο ίδιος επισημαίνει ότι ο τερματισμός του πολέμου στην Ουκρανία δεν συζητήθηκε ποτέ σοβαρά στο Κρεμλίνο, αλλά γινόταν ολοένα πιο σαφές ότι η Μόσχα θα έπρεπε να κάνει οικονομία ακόμη και στον στρατιωτικό τομέα.
Το «δώρο» της γεωπολιτικής κρίσης
Η κατάσταση μεταβλήθηκε δραματικά όταν το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες επιτέθηκαν στο Ιράν.
Η Τεχεράνη απάντησε, η ένταση κλιμακώθηκε και η σύγκρουση άρχισε να παίρνει χαρακτηριστικά περιφερειακού πολέμου. Ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία ήταν η διακοπή της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους στον κόσμο.
Το αποτέλεσμα ήταν η εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου.
Ο πρώην αναπληρωτής υπουργός Ενέργειας της Ρωσίας και πλέον επικριτής του Κρεμλίνου, Βλαντιμίρ Μιλόφ, σχολιάζει:
«Ξαφνικά, η Μόσχα έλαβε ένα δώρο. Ήταν μια πραγματική σανίδα σωτηρίας».
Σύμφωνα με τον ίδιο, Ρώσοι αξιωματούχοι εμφανίζονται πλέον «πολύ, πολύ χαρούμενοι» με τις εξελίξεις.
Η ανατροπή στις κυρώσεις
Μέχρι πρόσφατα, το ρωσικό πετρέλαιο πωλούνταν με σημαντική έκπτωση λόγω των δυτικών κυρώσεων.
Ωστόσο, η νέα ενεργειακή κρίση έχει αλλάξει την εικόνα. Οι βασικοί αγοραστές της Ρωσίας —κυρίως η Ινδία και η Κίνα— προσπαθούν τώρα να εξασφαλίσουν επαρκείς προμήθειες, γεγονός που επιτρέπει στη Μόσχα να διεκδικεί υψηλότερες τιμές.
Παράλληλα, η Ουάσινγκτον δείχνει σημάδια χαλάρωσης της στάσης της. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε πρόσφατα 30ήμερη εξαίρεση που επιτρέπει στην Ινδία να αγοράζει ρωσικό αργό, προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου.
Λίγο αργότερα, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να αρθούν κυρώσεις και σε άλλες ρωσικές πετρελαϊκές εταιρείες — μια κίνηση που θεωρείται σημαντική αλλαγή πολιτικής.
Η ρωσική προπαγανδιστική αντεπίθεση
Η ρωσική ηγεσία επιχειρεί να εκμεταλλευτεί επικοινωνιακά τη συγκυρία.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, δήλωσε ότι η Ρωσία «ήταν και παραμένει αξιόπιστος προμηθευτής πετρελαίου και φυσικού αερίου», υποστηρίζοντας ότι η ζήτηση για ρωσική ενέργεια έχει αυξηθεί.
Την ίδια στιγμή, ο στενός συνεργάτης του Πούτιν, Κίριλ Ντμίτριεφ, σε αναρτήσεις του στο X υποστήριξε ότι:
«Το τσουνάμι του πετρελαϊκού σοκ μόλις ξεκινά».
Παράλληλα κατηγόρησε την Ευρώπη ότι η απόφασή της να απεξαρτηθεί από τη ρωσική ενέργεια αποτέλεσε «στρατηγικό λάθος».
Φιλοκυβερνητικοί σχολιαστές στη Ρωσία προχώρησαν ακόμη περισσότερο, διακινώντας εκτιμήσεις ότι οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να φτάσουν ακόμη και τα 215 δολάρια το βαρέλι.
Το «μακρύ παιχνίδι» της ενέργειας
Οι περισσότεροι ειδικοί εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί.
Η διάρκεια της κρίσης θα καθορίσει το πραγματικό όφελος για τη Μόσχα.
Ο Βλαντιμίρ Μιλόφ εκτιμά ότι για να υπάρξει ουσιαστική οικονομική ανάκαμψη, οι υψηλές τιμές του πετρελαίου θα πρέπει να διατηρηθούν για τουλάχιστον έναν χρόνο.
«Ένας ή δύο μήνες υψηλών τιμών θα βοηθήσουν, αλλά δεν θα σώσουν την οικονομία», τονίζει.
Ο Σεργκέι Βακουλένκο συμφωνεί ότι μια σύντομη ενεργειακή έκρηξη θα οδηγήσει απλώς σε αναβολή των δύσκολων αποφάσεων που αντιμετωπίζει η ρωσική κυβέρνηση.
Ο πόλεμος ως στρατηγική εξάντλησης
Όσο συνεχίζεται η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, οι Ηνωμένες Πολιτείες καταναλώνουν σημαντικά αποθέματα όπλων και πυρομαχικών — υλικό που διαφορετικά θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την υποστήριξη της Ουκρανίας.
Παράλληλα, σύμφωνα με δημοσιεύματα, η Ρωσία φέρεται να παρέχει στο Ιράν πληροφορίες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αμερικανικών πολεμικών πλοίων και αεροσκαφών.
Η δολοφονία του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, σε κοινή αεροπορική επιδρομή ΗΠΑ–Ισραήλ δημιουργεί επίσης ένα γεωπολιτικό παράδοξο: πλήττει την εικόνα της Ρωσίας ως προστάτη των συμμάχων της.
Ωστόσο, για τον Πούτιν το οικονομικό και στρατηγικό όφελος που προκύπτει από την ενεργειακή κρίση ίσως αποδειχθεί πιο σημαντικό από το διπλωματικό κόστος.
Πηγή: POLITICO






