Σε αναταραχή βρίσκεται το ασφαλέστερο καταφύγιο της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής αγοράς, τα ομόλογα των χωρών της G7, μια αγορά που ξεπερνά τα 50 τρισ., με τις αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολογιακών τίτλων να σκαρφαλώνουν στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας 20ετίας.
Ο πόλεμος των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν επέφερε ένα ακόμη κύμα αυξήσεων των τιμών στην παγκόσμια οικονομία που μόλις που έχει ανακάμψει από το προηγούμενο. Κι όπως φαίνεται οι μεγαλύτερες αγορές ομολόγων του πλανήτη έχουν αποφασίσει ότι μια εκτόξευση του πληθωρισμού στη δεκαετία του 2020 μπορεί να είναι τυχαία αλλά μια δεύτερη συνιστά μια ανησυχητική νέα τάση. Κι αυτό, σύμφωνα με εκτιμήσεις, θα είναι από τις πιο δύσκολες προκλήσεις για τις κεντρικές τράπεζες εδώ και δεκαετίες.
Οι επενδυτές αρχίζουν να ανησυχούν, όπως δεν έκαναν ποτέ, ακόμη και στην κορύφωση της πανδημίας, ότι ο υψηλότερος πληθωρισμός ήρθε για να μείνει. Θέλουν αποζημίωση για αυτόν τον κίνδυνο και αναμένουν ότι οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να αυξήσουν τα επιτόκια για να τον περιορίσουν.
Αυτό είναι ένα συμπέρασμα που βασίζεται όχι μόνο στο πλήγμα από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, αλλά και στο γενικότερο πλαίσιο στο οποίο αυτό συμβαίνει, όπως αναφέρει ανάλυση του Bloomberg.
Οι οικονομίες δεν έχουν ακόμη τιθασεύσει πλήρως τον πληθωρισμό που προκάλεσε η πανδημία. Οι κυβερνήσεις έχουν ολοένα και μεγαλύτερο χρέος, καθώς αγωνίζονται να περιορίσουν τις δαπάνες που ρίχνουν λάδι στη φωτιά. Και η αντιπαλότητα μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων έχει καταστήσει τις εφοδιαστικές αλυσίδες κατακερματισμένες και πιο δαπανηρές, ενώ παράλληλα τροφοδοτεί έναν ακριβό αγώνα εξοπλισμών.

«Έχουμε απλώς αυτή τη σειρά των ατελείωτων διαταραχών στην προσφορά και αυτές τις μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές στην παγκόσμια οικονομία και αυτό θα δημιουργήσει μεγάλη μεταβλητότητα στον πληθωρισμό» υποστηρίζει ο Ντάριο Πέρκινς, διευθύνων σύμβουλος της TS Lombard.
Με το στόχο του 2% να αρχίζουν να μοιάζει περισσότερο με το κατώτατο όριο παρά με το ανώτατο όριο «η εκτίμησή μου είναι ότι εισερχόμαστε σε μια διαφορετική φάση του νομισματικού κύκλου. Θα υπάρξουν αυξήσεις επιτοκίων παντού».
Οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό
Οι κεντρικοί τραπεζίτες δεν μπορούν να κάνουν και πολλά για την ξαφνική διακοπή της ενεργειακής τροφοδοσίας από τον Περσικό Κόλπο, ακριβώς όπως δεν είχαν λύσεις για την άνοδο των τιμών των πρώτων υλών μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, ή για τα λουκέτα στα εργοστάσια κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Η βασική τους πρόκληση τώρα είναι να πείσουν όλους ότι, μόλις περάσει η τελευταία καταιγίδα, ο ωκεανός θα είναι και πάλι γαλήνιος.
Στην ορολογία τους αυτό λέγεται διατήρηση σταθερών των προσδοκιών για τον πληθωρισμό Ωστόσο, αυτό γίνεται πιο δύσκολο όταν οι αυξήσεις των τιμών έρχονται η μία μετά την άλλη.
Οι πολίτες μπορεί να χάσουν την εμπιστοσύνη τους στην ικανότητα των κεντρικών τραπεζιτών και να παγιώσουν την εκτίμηση ότι ο υψηλός πληθωρισμός ήλθε για να μείνει. Κι αυτό είναι σοβαρό γιατί ενσωματώνεται στις απαιτήσεις για τις αυξήσεις των μισθών, τον καθορισμό των τιμών από τις επιχειρήσεις και στις αγορές που καθορίζουν το κόστος δανεισμού σε μια σειρά από δάνεια.
«Προβλέπω ότι η επόμενη δεκαετία περίπου θα είναι δομικά πιο επιρρεπής στον πληθωρισμό και θα θέσει τις πιο δύσκολες προκλήσεις για τις κεντρικές τράπεζες εδώ και δεκαετίες» υπογραμμίζει ο Κλάουντιο Μπόριο, πρώην επικεφαλής του τμήματος νομισματικής και οικονομικής πολιτικής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS).
Μια κεντρική τράπεζα έχει ήδη αναγκαστεί να αναλάβει δράση εξηγώντας αυτή τη λογική. Η Τράπεζα της Αυστραλίας προχώρησε σε τρεις αυξήσεις των επιτοκίων φέτος.
Ένα τεράστιο ερώτημα που πλανάται πάνω από τις παγκόσμιες αγορές είναι αν η ισχυρότερη κεντρική τράπεζα όλων θα ακολουθήσει παρόμοια πορεία.
Οι κυβερνήσεις θα πιέσουν τις κεντρικές τράπεζες
Ο Κέβιν Γουόρς, ο νέος πρόεδρος της Fed, είναι επιλογή του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει επανειλημμένα ζητήσει μείωση των επιτοκίων. Ωστόσο ο πόλεμος με το Ιράν έχει αλλάξει τις δραστικά τις προοπτικές και οι αγορές εκτιμούν πλέον ότι η πρώτη κίνηση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας υπό τον Γουόρς θα είναι η αύξηση των επιτοκίων.
Ο Τραμπ είχε επιτεθεί στον προηγούμενο πρόεδρο της Fed, Τζερόμ Πάουελ, επειδή δεν ανταποκρίθηκε στις εκκλήσεις του για μείωση του κόστους δανεισμού. Οι κεντρικές τράπεζες σε άλλες χώρες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν παρόμοια πίεση, κυρίως λόγω της συσσώρευσης δημόσιου χρέους, η εξυπηρέτηση του οποίου κοστίζει περισσότερο όταν τα επιτόκια αυξάνονται.
«Θα ασκηθούν μακροπρόθεσμες και έντονες πιέσεις στις κεντρικές τράπεζες να στηρίξουν την αγορά ομολόγων και να διατηρήσουν τα επιτόκια σε χαμηλότερα επίπεδα από ό,τι θα έπρεπε κανονικά, προκειμένου να καταστεί το δημοσιονομικό πρόβλημα των κυβερνήσεων λιγότερο πιεστικό»,αναφέρει ο Τσαρλς Γκούντχαρτ, πρώην στέλεχος της Τράπεζας της Αγγλίας και συγγραφέας βιβλίων, μεταξύ των οποίων το *The Unanchored Central Banker*. «Όταν φτάνει η κρίσιμη στιγμή, συνήθως είναι οι κυβερνήσεις που κερδίζουν».
Η ενεργειακή κρίση
Η ενεργειακή κρίση δίνει στις κυβερνήσεις νέα ώθηση για δαπάνες, καθώς επιδιώκουν να ανακουφίσουν τους πολίτες τους.
Μέχρι στιγμής, το κόστος δεν πλησιάζει καν τα ποσά που οι κυβερνήσεις ξόδευαν συστηματικά κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Ωστόσο, μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση θα μπορούσε να απαιτήσει περισσότερα.
Οι υπουργοί Οικονομικών της G7, που συναντήθηκαν στο Παρίσι αυτή την εβδομάδα, ακριβώς την ώρα που τα ομόλογά τους κατέρρεαν, προσπάθησαν να καθησυχάσουν τις αγορές δεσμευόμενοι ότι δεν θα λάβουν μέτρα που θα καταστρέψουν τον προϋπολογισμό — μόνο «προσωρινά, στοχευμένα και δημοσιονομικά υπεύθυνα» μέτρα.
«Δεν είμαι αγοραστής»
Όσον αφορά τα δημόσια οικονομικά οι κυβερνήσεις της G7 έχουν τις ιδιαιτερότητές τους. Η Ιαπωνία έχει το μεγαλύτερο χρέος, οι ΗΠΑ προηγούνται στα δημοσιονομικά ελλείμματα και η Βρετανία πληρώνει το υψηλότερο τίμημα για να δανειστεί. Ωστόσο, πολλοί επενδυτές διακρίνουν ένα κοινό μοτίβο.
«Όλα καταλήγουν στη δημοσιονομική πολιτική» τονίζει ο Brij Khurana, διαχειριστής χαρτοφυλακίου σταθερού εισοδήματος στη Wellington Management. «Αν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θέλουν να μειωθούν οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις, πρέπει να ξοδέψουν λιγότερα».
Βεβαίως, ακόμη και σε αυτό το πλαίσιο, οι περισσότεροι οικονομολόγοι δεν προβλέπουν ένα πληθωριστικό σοκ από τον πόλεμο με το Ιράν τόσο μεγάλο όσο αυτό που ακολούθησε την Covid, πόσο μάλλον τη Μεγάλη Πληθωριστική Περίοδο της δεκαετίας του 1970.
«Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάποια βαθιά διαρθρωτική αλλαγή που θα κάνει την οικονομία πιο πληθωριστική», λέει ο Nathan Sheets, επικεφαλής οικονομολόγος της Citigroup Inc. Λέει ότι αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι η τεχνητή νοημοσύνη είναι πιθανό να αποτελέσει ένα τεράστιο θετικό σοκ προσφοράς. «Δεν νομίζω ότι θα το δούμε σήμερα ή αύριο, αλλά σε μια περίοδο αρκετών ετών είναι πιθανό να φέρει μείωση των πληθωριστικών πιέσεων, καθώς η παραγωγική ικανότητα της οικονομίας αναπόφευκτα επεκτείνεται».
Η τεχνητή νοημοσύνη
Η άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης είναι ένας σημαντικός λόγος για τον οποίο οι χρηματιστηριακές αγορές δεν έχουν ανησυχήσει ιδιαίτερα από τους κινδύνους του πληθωρισμού.
Βραχυπρόθεσμα, η βιασύνη για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης (AI) ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις. Τα κέντρα δεδομένων χρειάζονται τεράστιες ποσότητες τσιπ μνήμης, και η αλυσιδωτή αύξηση της ζήτησης για αυτά ωθεί προς τα πάνω τις τιμές βασικών ειδών οικιακής χρήσης, όπως υπολογιστές και κονσόλες παιχνιδιών. Αυτή η επίδραση θα κορυφωθεί στις ΗΠΑ τον ερχόμενο Φεβρουάριο, προσθέτοντας 0,4% στον συνολικό πληθωρισμό, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Bloomberg Economics.
Οι καιρικές συνθήκες
Ένας άλλος παράγοντας που συμβάλλει στον πληθωρισμό είναι οι καιρικές συνθήκες, τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα. Το κλείσιμο του Ορμούζ ήδη ωθεί τις τιμές των τροφίμων προς τα πάνω, γεγονός που πλήττει περισσότερο τις φτωχές χώρες.
Ωστόσο, υπάρχει επίσης πιθανότητα δύο στις τρεις να εμφανιστεί ένα «ισχυρό ή πολύ ισχυρό» φαινόμενο Ελ Νίνιο τους επόμενους μήνες, όπως ανέφερε την περασμένη εβδομάδα το Κέντρο Κλιματικών Προβλέψεων των ΗΠΑ, γεγονός που αποτελεί μια ακόμη απειλή για τις παγκόσμιες προμήθειες καλλιεργειών. Η ευρύτερη κλιματική αλλαγή καθιστά τέτοια ακραία καιρικά φαινόμενα πιο συχνά.
Η γήρανση του πληθυσμού
Η γήρανση του πληθυσμού αποτελεί επίσης ένα βασικό θέμα. Ενώ πολλοί μελετητές θεωρούν ότι αυτό λειτουργεί ως αντίρροπη δύναμη έναντι των υψηλότερων τιμών, επικαλούμενοι τον μακροχρόνιο αγώνα της Ιαπωνίας με τον αποπληθωρισμό, υπάρχει ένα αντίθετο επιχείρημα: δεδομένου ότι η ομάδα του ενεργού πληθυσμού θα είναι σχετικά μικρότερη, τα μέλη της θα έχουν μεγαλύτερη δύναμη να αυξήσουν τους μισθούς. Επιπλέον, ένας γηραιότερος πληθυσμός αυξάνει το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης.
Το κλίμα και η δημογραφία είναι τεκτονικές πλάκες που κινούνται αργά. Τα πολιτικά αντίστοιχα μεταβάλλονται γρήγορα.
Η διεθνής πολιτική αιτία του πληθωρισμού
Οι γεωπολιτικές εξελίξεις έχει αυξήσει τις δαπάνες για την άμυνα. Ο Τραμπ ζητά επιπλέον μισό τρισεκατομμύριο δολάρια για τον στρατιωτικό προϋπολογισμό του, ενώ Ευρώπη και η Ιαπωνία ενισχύουν τις δαπάνες τους.
Υπάρχει επίσης μια απότομη αύξηση στη χρήση οικονομικών όπλων όπως οι κυρώσεις, οι δασμοί και οι περιορισμοί στις εξαγωγές, που απομονώνουν ορισμένα τμήματα της παγκόσμιας οικονομίας από άλλα και αυξάνουν το κόστος. Οι κυβερνήσεις και οι βιομηχανίες αναδιαμορφώνουν τις αλυσίδες εφοδιασμού, μετατοπίζοντας την εστίασή τους από το γρήγορο και φθηνό στο ασφαλές, και οι υψηλότερες τιμές αποτελούν μέρος αυτής της συμφωνίας μέχρι να εγκατασταθούν τα νέα συστήματα.
Οι δείκτες που μετρούν την πίεση στην εφοδιαστική αλυσίδα, οι οποίοι εκτοξεύτηκαν μετά την εμφάνιση της Covid, σημειώνουν και πάλι άνοδο. Συνήθως απαιτείται τουλάχιστον ένας χρόνος μετά από τέτοιου είδους κλυδωνισμούς για να γίνει αισθητή η μέγιστη επίδραση στον παγκόσμιο πληθωρισμό, σύμφωνα με το Bloomberg Economics.
Πηγή: ot.gr






