Κόσμος

Ο πιο ηττημένος ενός πολέμου χωρίς νικητές


Ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο, δεν είναι απλώς μια στρατιωτική σύγκρουση, όπως αποκαλύπτεται τόσο μέσα από τα δημοσιεύματα του διεθνούς  Τύπου και τις αναλύσεις έμπειρών δημοσιογράφων, όσο και από τα ίδια τα λόγια και τις δηλώσεις αρκετών Αμερικανών και Ισραηλινών αξιωματούχων –μερικοί εκ των οποίων βρίσκονται σε πολύ νευραλγικές θέσεις μέσα στις κυβερνήσεις τους.

Η εξέλιξη μίας επίθεσης που διαφημίστηκε λίγο-πολύ ως ένας «μακρύς περίπατος λίγων εβδομάδων», ξεγύμνωσε  τις βαθιές στρατηγικές αδυναμίες και τις πολιτικές εμμονές του Μπέντζαμιν Νετανιάχου.

Η εύθραυστη εκεχειρία που ανακοινώθηκε μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν δεν αποτελεί νίκη για κανέναν από τους εμπλεκόμενους, άσχετα από το ότι ο καθένας για λογαριασμό του αυτοπαρουσιάζεται ως νικητής. Αντίθετα, αποτελεί  ένδειξη μιας αποτυχίας που είχε αβάσιμες προβλέψεις και στρατηγικές επιλογές χωρίς ρεαλιστική βάση, παρά την συνεχή επιμονή των επιτιθέμενων (ΗΠΑ-Ισραήλ).

Μέσα από τα γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων, έτσι όπως διαμορφώθηκαν βγήκε στην επιφάνεια η εικόνα πώς η πολιτική του Νετανιάχου στηρίζεται περισσότερο στην προσωπική του επιβίωση και την επικοινωνιακή αφήγηση παρά στην ασφάλεια και τη διεθνή θέση του Ισραήλ. Και όλο αυτό πηγάζει από τα ίδια τα γεγονότα, τόσο στο πεδίο της μάχης, όσο και στη διπλωματία και την εσωτερική πολιτική σκηνή του Ισραήλ.

Όλοι «νικητές» μέσα από την ήττα τους

Σε έναν πόλεμο ο οποίος κατέληξε να μην έχει νικητές, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ φαίνεται πως είναι ο μεγαλύτερος χαμένος, καθώς εισέρχεται σε μια εύθραυστη και αβέβαιη εκεχειρία με το Ιράν, την οποία δεν ήθελε με τίποτα.

Παράλληλα δεν πρέπει να ξεχνάμε πώς  η εκτίμηση των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, ότι οι ισραηλινές προσδοκίες για «αλλαγή καθεστώτος και επανάσταση στο Ιράν» ήταν «γελοίες»-όπως πολλά στελέχη τους έχουν δηλώσει- αποδείχθηκε σωστή, ενώ η ισραηλινή «πρόβλεψη» ότι ο πόλεμος θα τελείωνε σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες αποδείχθηκε τραγικά λανθασμένη.

Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι ο Νετανιάχου φέρεται να πίεζε ασφυκτικά τον Ντόναλντ Τραμπ να μην συμφωνήσει σε εκεχειρία με την Τεχεράνη, θέλοντας οι ΗΠΑ να συνεχίσουν να είναι το «όπλο» του Ισραήλ σε έναν πόλεμο που ουσιαστικά αυτό ήθελε και επεδίωξε.

Τα καρφιά της ισραηλινής αντιπολίτευσης

«Δεν υπήρξε ποτέ τέτοια πολιτική καταστροφή σε ολόκληρη την ιστορία μας. Το Ισραήλ δεν ήταν καν κοντά στο τραπέζι όταν ελήφθησαν αποφάσεις που αφορούσαν τον πυρήνα της εθνικής μας ασφάλειας», έγραψε στο X ο ηγέτης της αντιπολίτευσης, Γιαΐρ Λαπίντ.

«Ο στρατός εκτέλεσε όλα όσα του ζητήθηκαν και το κοινό επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, αλλά ο Νετανιάχου απέτυχε πολιτικά, απέτυχε στρατηγικά και δεν πέτυχε κανέναν από τους στόχους που ο ίδιος έθεσε. Θα χρειαστούν χρόνια για να αποκαταστήσουμε τη ζημιά που προκάλεσε, λόγω αλαζονείας, αμέλειας και έλλειψης στρατηγικού σχεδιασμού», πρόσθεσε ο Λαπίντ.

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο επικεφαλής του αριστερού κόμματος των Δημοκρατών, Γιαΐρ Γκολάν, χαρακτήρισε «στρατηγική αποτυχία» του Νετανιάχου την εκεχειρία.

«Υποσχέθηκε μια ιστορική νίκη και ασφάλεια για γενιές, και στην πράξη πήραμε μία από τις πιο σοβαρές στρατηγικές αποτυχίες που έχει γνωρίσει ποτέ το Ισραήλ. Πρόκειται για πλήρη αποτυχία που θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του Ισραήλ για τα επόμενα χρόνια», δήλωσε.

Τα ρίσκαρε όλα και απέτυχε

Η πραγματικότητα είναι ότι ο Μπένγιαμιν Νετανιάχου ρίσκαρε τα πάντα στον πόλεμο και, αποτυγχάνοντας να εξασφαλίσει την πτώση του ιρανικού θεοκρατικού καθεστώτος, την κατάσχεση των αποθεμάτων υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου της Τεχεράνης ή μια ουσιαστική αποδυνάμωση του κράτους, έπληξε τη διεθνή θέση του Ισραήλ που ήταν ήδη βαριά τραυματισμένη από τις ενέργειές του στη Γάζα.

Αντίθετα, στο πεδίο της ασφάλειας και παρά τους ισχυρισμούς και του Τραμπ ότι το Ιράν έχει μείνει «ακέφαλο», αποδείχτηκε ότι η ισχύς των Φρουρών της Επανάστασης ενισχύθηκε, καθώς η Τεχεράνη πέτυχε-τουλάχιστον προς το παρόν-τον βασικό της στόχο: την επιβίωση από μια επίθεση διάρκειας ενός μήνα από δύο από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις στον κόσμο. Οι επιθέσεις άφησαν ένα τραυματισμένο αλλά ακόμη άθικτο καθεστώς, με σημαντικά στρατιωτικά μέσα, που πιθανότατα θα αναζητήσει ταχεία επανεξοπλισμό και ευκαιρίες για αντίποινα.

Η επιμονή του Νετανιάχου στη συνέχιση των επιθέσεων στο νότιο Λίβανο φαίνεται επίσης αλαζονική, δεδομένου ότι η πρόθεση του Ισραήλ να δημιουργήσει μία νέα ζώνη ασφαλείας το φέρνει σε μία διαρκή σύγκρουση με τη Χεζμπολάχ, η οποία έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα ικανή να πολεμά στο δικό της έδαφος, όσο και αν το Ισραήλ δολοφονεί τον ένα της ηγέτη μετά τον άλλο.

Χάνει την εμπιστοσύνη των ΗΠΑ

Οι συνέπειες όμως για το Τελ Αβίβ  σε επίπεδο κοινής γνώμης και διπλωματίας μπορεί να είναι ακόμη πιο σοβαρές.

Στις ΗΠΑ, η πολιτική συναίνεση που υπήρχε από τη δεκαετία του 1960 φαίνεται να καταρρέει. Ο ρόλος του Ισραήλ στο να ωθήσει τον Τραμπ σε πόλεμο με το Ιράν έχει επικριθεί τόσο από προοδευτικούς όσο και από την ακροδεξιά του κινήματος MAGA, ενώ η γενικότερη υποστήριξη προς το Ισραήλ βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ακόμη και μεταξύ Εβραίων ψηφοφόρων.

Υπάρχουν επίσης εσωτερικές πολιτικές συνέπειες για τον Νετανιάχου, σε μια εκλογική χρονιά στο Ισραήλ. Αντί να μεταμορφώσει την κατάσταση ασφαλείας της χώρας, βγαίνει από τον πόλεμο χωρίς να έχει πετύχει κανέναν από τους βασικούς στόχους του.

Ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, μπορεί να είναι νεκρός, αλλά τον διαδέχθηκε ο γιος του που θεωρείται ακόμη πιο σκληροπυρηνικός. Αντί να κλείσει το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος, το σχέδιο 10 σημείων της Τεχεράνης, που ο Τραμπ χαρακτήρισε βάση διαπραγμάτευσης, φαίνεται να περιλαμβάνει την αποδοχή του δικαιώματος του Ιράν να εμπλουτίζει ουράνιο (κάτι που ο ίδιος αρνήθηκε).

Προς το παρόν, οι συνομιλίες ΗΠΑ-Ιράν μοιάζουν περισσότερο με το πλαίσιο της πυρηνικής συμφωνίας που είχε κάνει με την Τεχεράνη ο Μπαράκ Ομπάμα, την οποία ο Νετανιάχου προσπάθησε να υπονομεύσει και κατάργησε τελικά ο Τραμπ, παρά με μια νέα πραγματικότητα.

Ποιος είναι πλέον ο ρόλος του Νετανιάχου;

Για ορισμένους, όπως ο στρατιωτικός αναλυτής της ισραηλινής εφημερίδας Haaretz, Άμος Χαρέλ, η αποτυχία ήταν προδιαγραμμένη στα σχέδια του Νετανιάχου: «Πολλές από τις αδυναμίες τόσο της τρέχουσας αμερικανικής κυβέρνησης όσο και του ισραηλινού συστήματος υπό τον Νετανιάχου έγιναν εμφανείς: η τάση για ρίσκο βασισμένο σε αβάσιμες προσδοκίες, τα πρόχειρα σχέδια, η περιφρόνηση των ειδικών και η επιθετική πίεση για ευθυγράμμιση με την πολιτική ηγεσία».

Δεν πέρασε ακόμη απαρατήρητο ότι, έχοντας εξασφαλίσει τον πόλεμο που επιδίωκε και βλέποντάς τον τελικά να αποτυγχάνει, ο Νετανιάχου δύσκολα θα έχει ξανά τέτοια ευκαιρία με αμερικανική υποστήριξη. «Δεδομένου ότι αυτό υπήρξε για χρόνια βασικό στοιχείο της πολιτικής του αφήγησης, τίθεται το ερώτημα: ποιος είναι πλέον ο ρόλος του; Είναι η τέταρτη συνεχόμενη φορά-στη Γάζα, μία φορά στον Λίβανο και δύο φορές στο Ιράν-που οι υποσχέσεις του για απόλυτη νίκη και εξάλειψη υπαρξιακών απειλών αποδεικνύονται κενές», καταλήγει ο Χαρέλ.

Σκληρή κριτική από παντού

Η πολιτική Νετανιάχου αποκαλύπτεται πλέον ως ένας καθαρά αυτοσκοπός: βασίζεται στην προσωπική του επιβίωση και την εκλογική του στρατηγική, αδιαφορώντας για τη διεθνή κοινότητα και τη φήμη του Ισραήλ.

Η πολιτική του στηρίζεται σε έναν πόλεμο που διεξάγεται με όρους γενοκτονίας τόσο πριν στη Γάζα όσο και τώρα στον Λίβανο, μετατρέποντας το Ισραήλ σε μία χώρα που έχει απομονωθεί περισσότερο από ποτέ και όσο καμία άλλη στον πλανήτη, με την πλειοψηφία των ανθρώπων να τη συγκρίνουν με τα έργα και τις ημέρες της ναζιστικής Γερμανίας και τον ίδιο σε έναν ηγέτη που χρησιμοποιεί μεθόδους συστηματικής γενοκτονίας (όπως κάποτε εκείνο το ανθρώπινο τέρας με το τετράγωνο μουστάκι), και τη βία για να καλύψει τις σκανδαλώδεις πολιτικές του αδυναμίες.

Με πληροφορίες από: The Guardian



Source link

sporadesnews
the authorsporadesnews