Πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι υπάρχει ήδη ένας απρόσμενος κερδισμένος από την αυξανόμενη ένταση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και το Ιράν: ο πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντίιμίρ Πούτιν. Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, που συχνά συνοδεύει κάθε μεγάλη κρίση στη Μέση Ανατολή, προσφέρει σημαντική οικονομική ανάσα στη ρωσική οικονομία, η οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει κυρώσεις από τη Δύση.
Ταυτόχρονα, μια νέα σύγκρουση στην περιοχή, ενδέχεται να αποσπάσει την προσοχή και τους πόρους της Δύσης από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Εάν τα δυτικά κράτη χρειαστεί να διαθέσουν στρατιωτικά μέσα και συστήματα αεράμυνας αλλού, το Κίεβο θα μπορούσε να βρεθεί σε πιο δύσκολη θέση στο μέτωπο.
Ωστόσο, η κατάσταση δεν είναι τόσο απλή για τον Πούτιν. Η νέα κρίση τον «τοποθετεί» σε ένα δίπολο μίας λεπτής διπλωματικής ισορροπίας. Από τη μία πλευρά, η Ρωσία διατηρεί στενές σχέσεις με το Ιράν, το οποίο θεωρείται σημαντικός στρατηγικός της εταίρος. Από την άλλη πλευρά, το Κρεμλίνο δεν επιθυμεί να επιδεινώσει υπερβολικά τις σχέσεις του με την Ουάσιγκτον, ιδιαίτερα αν ελπίζει σε μελλοντικές διαπραγματεύσεις για την Ουκρανία με έναν Αμερικανό ηγέτη, όπως ο Ντόναλντ Τραμπ.
Ο ρόλος του «διαμεσολαβητή»
Μέσα σε αυτό το περίπλοκο γεωπολιτικό γίγνεσθαι, ο Πούτιν προσπαθεί να προσδώσει στη Ρωσία, το ρόλο του πιθανού διαμεσολαβητή. Η Μόσχα έχει διαχρονικά διατηρήσει σχέσεις τόσο με το Ιράν όσο και με το Ισραήλ, γεγονός που της επιτρέπει να μιλά με όλες τις πλευρές.
Αυτή η στρατηγική δεν αποσκοπεί απαραίτητα, μόνο στον τερματισμό της σύγκρουσης. Για τη ρωσική διπλωματία, η προβολή του ρόλου του «μεσολαβητή» ενισχύει την εικόνα της Ρωσίας ως παγκόσμιας δύναμης, που δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αγνοηθεί όταν ξεσπούν μεγάλες διεθνείς κρίσεις.
Με άλλα λόγια, ακόμη και αν η Μόσχα δεν καταφέρει να επιτύχει μια πραγματική ειρηνευτική συμφωνία, η συμμετοχή της στις διαπραγματεύσεις, ενισχύει το διεθνές της κύρος.
Η στρατηγική σχέση με την Κίνα
Ένας ακόμη καίριος παράγοντας, είναι η στενή συνεργασία μεταξύ Ρωσίας και Κίνας. Ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ και ο Πούτιν έχουν ενισχύσει τα τελευταία χρόνια τις οικονομικές και στρατηγικές σχέσεις των δύο χωρών.
Για το Πεκίνο, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή δημιουργεί κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία, αλλά ταυτόχρονα αποσπά την προσοχή των ΗΠΑ από την Ασία. Για τη Ρωσία, η συνεργασία με την Κίνα, αποτελεί βασικό αντίβαρο στην πίεση της Δύσης και των θεσμών, όπως για παράδειγμα του ΝΑΤΟ.
Έτσι, η γεωπολιτική πραγματικότητα, δείχνει τη σταδιακή διαμόρφωση ενός άξονα συνεργασίας μεταξύ Μόσχας και Πεκίνου, ο οποίος επηρεάζει ολοένα και περισσότερο τις διεθνείς ισορροπίες.
Παρά τις εκτιμήσεις ότι η Ρωσία μπορεί να επωφελείται στρατηγικά από την κρίση, η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά ασταθής. Μια ευρύτερη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να προκαλέσει παγκόσμιες οικονομικές αναταράξεις, νέα ενεργειακή κρίση και περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση.
Για τον Πούτιν, το ιδανικό σενάριο είναι μια ελεγχόμενη κρίση που αποδυναμώνει τη δυτική ενότητα, αυξάνει τις τιμές της ενέργειας και ενισχύει τον ρόλο της Ρωσίας στη διεθνή γεωπολιτική σκακιέρα. Αν όμως η σύγκρουση ξεφύγει από κάθε έλεγχο, οι συνέπειες θα μπορούσαν να καταστούν απρόβλεπτες για όλους.
Σε κάθε περίπτωση, η νέα πραγματικότητα, δείχνει ότι οι μεγάλες κρίσεις του 21ου αιώνα δεν έχουν έναν μόνο νικητή ή ηττημένο. Αντίθετα, αποτελούν περίπλοκα παιχνίδια ισχύος, όπου κάθε δύναμη προσπαθεί να μετατρέψει την αστάθεια σε στρατηγικό πλεονέκτημα.






