Καταπέλτης με ανάλυση όλων των γεγονότων από την έναρξη παράνομων παρακολουθήσεων ήταν στην αγόρευσή του ο εισαγγελέας Δημήτρης Παυλίδης στην 34η δικάσιμο της δικής για τις υποκλοπές.
Ο εισαγγελέας πρότεινε την ενοχή και των τεσσάρων κατηγορουμένων, κρίνοντας πως απεδήχθη η σύνδεση όλων με τις εταιρείες.
Μεταξύ άλλων, ο εισαγγελέας τόνισε πως η χρήση του Predator ειναι απολύτως παράνομη καθώς «παραβιάζει βάναυσα την ιδιωτική ζωη και απειλεί το δημοκρατικό πολίτευμα».
Πρόσθεσε ακόμη ότι «η χρήση από κρατικές υπηρεσίες θα πρέπει να αποτελέσει σημείο αφύπνισης».
Παράλληλα, επισήμανε με έμφαση ότι η δίκη για τις υποκλοπές δεν έπρεπε να δικαστεί σε μονομελές πλημμελειοδικείο, αλλά να αντιμετωπιστούν ως κακούργημα. «Μεταγενέστερα οι πράξεις αναβαθμίστηκαν σε κακουργήματα. Αν είχαν γίνει λίγο αργότερα, η υπόθεση δεν θα ήταν για μονομελές δικαστήριο, μπορείτε να το καταλάβετε».
Όσον αφορά τα πλημμελήματα, πρότεινε την ενοχή για το αδίκημα της επέμβασης σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, κατ συρροή τετελεσμένη και σε απόπειρα.
Σε σχέση με το κλητήριο θέσπισμα, προστέθηκε η κατ συρροή τέλεση της πράξης, γεγονός που σημαίνει ότι οι κατηγορούμενοι ενδέχεται, αν υιοθετηθεί η πρόταση, να αντιμετωπίσουν ποινές για κάθε ένα από τα 92 θύματα του παράνομου λογισμικού Predator, με ανώτατο όριο τα οκτώ έτη φυλάκισης.
Πρότεινε επίσης την ενοχή τους για την παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας, από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα, όπως και για την παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών ή σε δεδομένα, από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα, τονίζοντας πως πρέπει να καταδικαστούν για τις πράξεις που θύματα έχουν κάνει έγκυρη και νομότυπη έγκληση.
Το κείμενο ανανεώνεται…






