Άκαρπες παραμένουν οι έρευνες για τον εντοπισμό του 55χρονου πρώην συνοριοφύλακα Νίκου Κάκαβου, ο οποίος εξαφανίστηκε στις 14 Μαρτίου 2026 από τους Λογγάδες στα Ιωάννινα. Το σκοτεινό μονοπάτι της εξαφάνισης έρχονται να φωτίσουν μάρτυρες που τον είδαν να κινείται στην περιοχή προτού χαθούν τα ίχνη του.
Υπενθυμίζεται ότι για τον Νίκο Κάκκαβο έχει εκδοθεί Silver Alert, με κάθε νέα μαρτυρία να εξετάζεται εξονυχιστικά. Το εξωτερικό συνεργείο ερευνών της εκπομπής «Φως στο Τούνελ», μαζί με την εθελοντική ομάδα του ΟΦΚΑΘ, πραγματοποίησαν επιτόπια έρευνα στην περιοχή.
«Το σημείο που έχουμε επικεντρωθεί είναι εδώ στα αμπέλια που είπε ο γείτονας ότι τον είδε να περνάει την Κυριακή τελευταία φορά», είπε στην κάμερα της εκπομπής ο υπεύθυνος συντονισμού του ΟΦΚΑΘ Ιωαννίνων, Θανάσης Γώρος. Πρόκειται για μία περιοχή που έχει δεξαμενές με νερό, ποτάμι και δεν είναι ένα μέρος εύκολο να περπατηθεί.
Ο γείτονας περιέγραψε στην εκπομπή τι συνέβη. «Καθόμουν εδώ στην αυλή την Κυριακή και κατά τις δύο με δυόμιση, είδα πρώτα τον αδερφό του να περνάει από τα αμπέλια προς το σπίτι τους και μετά από κανένα τέταρτο τον Νίκο από το σπίτι να πηγαίνει προς τα αμπέλια. Είπε καλησπέρα κανονικά και προχώρησε», λέει.
Και συνεχίζει: «Είχε μια σακούλα αρκετά μεγάλη μαζί του. Δεν παρατήρησα τι είχε μέσα. Μάλλον εγώ ήμουν ο τελευταίος που τον είδα και έδωσα κατάθεση τις προάλλες στην Ασφάλεια. Η κάμερα δεν έχει καταγράψει κάτι γιατί ήταν κολλημένη εκείνες τις μέρες αλλά πήρε η Ασφάλεια την κάρτα της», λέει χαρακτηριστικά.
Η περιοχή των ερευνών έχει δεξαμενές με νερό, ποτάμι και δεν είναι ένα μέρος εύκολο να περπατηθεί
Οι οικογενειακές διαμάχες
Στο παρασκήνιο της υπόθεσης που εξελίσσεται σε σκοτεινό θρίλερ αναδεικνύονται συνεχείς διαμάχες μεταξύ των δύο αδελφών, με επίκεντρο περιουσιακά ζητήματα και τη διαχείριση της σύνταξης της ηλικιωμένης και ασθενούς μητέρας τους. Ερωτήματα προκαλεί και το γεγονός ότι ο αγνοούμενος φέρεται να είχε στην κατοχή του αρκετά χρήματα, γεγονός το οποίο κάποιοι αποδίδουν σε κέρδη από τυχερό παιχνίδι.
«Κανείς από το χωριό δεν συγκινείται να ψάξει. Εδώ λίγο πιο πάνω είχαν βρει και τον πατέρα του νεκρό έπειτα από περίπου δέκα μέρες που αγνοούταν. Θα πάμε να δούμε και εκεί αλλά το ψάξαμε καλά το σημείο», λέει ο ξάδελφός του, Μιχάλης Κάκαβος, ο οποίος στεκόταν δίπλα του καθημερινά, στηρίζοντάς τον με κάθε τρόπο προσφέροντας του εργασία και φαγητό.
«Ήταν σαν να άνοιξε η γη και να τον κατάπιε. Από την στιγμή που χάθηκε, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε. Κανείς δεν ξεσηκώθηκε να τον ψάξει. Εγώ πήγα στην Ασφάλεια, εγώ κάλεσα και την εθελοντική ομάδα για να βγούμε να τον αναζητήσουμε», λέει με εμφανή αγανάκτηση.
Όπως λέει, οι δυο τους μεγάλωσαν μαζί. «Για μένα ήταν σαν μεγάλος αδερφός. Από μικρός είχα πάθος με τις μηχανές όπως και εκείνος. Κάθε φορά που άκουγα μηχανή, έτρεχα και έλεγα ‘ήρθε ο Νίκος από την Αθήνα’. Έμενε χρόνια εκεί. Είχε τελειώσει τη Γυμναστική Ακαδημία. Παράλληλα, είχε δουλέψει ως συνοριοφύλακας και ήταν και διαιτητής. Δεν φοβόταν τη δουλειά, έκανε δύο και τρεις δουλειές μαζί. Ήταν υγιής, δεν έπαιρνε φάρμακα και δεν τον σταματούσε τίποτα. Ήταν τόσο δυναμικός άνθρωπος, που κάποιοι με έπαιρναν τηλέφωνο όταν χάθηκε και μου έλεγαν ότι μας κοροϊδεύει, ότι κρύβεται κάπου και γελάει μαζί μας».
Ο ίδιος, αναφέρει ότι ο Νίκος επέστρεψε στο χωριό μετά τον χαμό του πατέρα του από καρδιακή ανακοπή. «Από τότε, η μητέρα του έγινε όλη του η ζωή. Την έπαιρνε παντού μαζί και την φρόντιζε. Όσο καιρό ήταν στο χωριό, δούλευε όπου μπορούσε. Καθάριζε χωράφια, επισκεύαζε τρακτέρ και μηχανήματα, έκανε τα πάντα. Η σχέση του με τον αδελφό του όμως, δεν ήταν καλή. Υπήρχαν συνεχείς εντάσεις για περιουσιακά ζητήματα. Φτάνανε συχνά μέχρι και στα αυτόφωρα».
Δεν είχε ουσιαστική στήριξη από κανέναν, συνεχίζει ο ξάδελφός του, ενώ πριν από περίπου ενάμιση χρόνο είχε ένα σοβαρό ατύχημα. «Κόντεψε να σκοτωθεί, αλλά κανείς δεν συγκινήθηκε να πάει να τον δει. Τότε, ο αδερφός του πήρε τη μητέρα τους και όταν εκείνος συνήλθε, δεν τον άφηνε να την δει, παρότι το ήθελε πολύ. Τον τελευταίο χρόνο ερχόταν εδώ, γιατί δεν είχε αλλού να πάει. Από τη μέρα που χάθηκε, με παίρνουν τηλέφωνο και μου λένε διάφορα για εκείνον. Άλλοι πιστεύουν ότι έφυγε, άλλοι ότι κάτι συνέβη με τον αδερφό του, ο καθένας λέει τα δικά του», καταλήγει.
«Ας λέει ο καθένας ό,τι θέλει, εγώ ξέρω ότι πονάω» λέει ο αδελφός του
Ο Νίκος Κάκαβος και ο αδελφός του είχαν βρεθεί αντιμέτωποι σε δικαστικές διαμάχες, με τις σχέσεις τους να έχουν διαρραγεί το τελευταίο διάστημα. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που έσπευσαν να τον κατονομάσουν ως «τον βασικό ύποπτο». Ο ίδιος, ωστόσο, επιμένει ότι η αλήθεια θα αποκαλυφθεί.
«Ας λέει ο καθένας ό,τι θέλει. Εγώ ξέρω ότι πονάω. Είναι αδερφός μου. Τελευταία φορά τον είδα στο δικαστήριο. Ήταν μετανιωμένος για όλα όσα είχαν συμβεί και ήρθε να μου ζητήσει συγγνώμη. Εγώ όμως είχα ήδη απομακρυνθεί. Δεν μπορούσα να τον εμπιστευτώ ξανά. Τον λυπήθηκα, αλλά η συγχώρεση θέλει χρόνο. Τον τελευταίο χρόνο δεν μας ενόχλησε καθόλου – ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Μάλιστα, του είχα πει ότι, αν θέλει, μπορεί να ανέβει στο σπίτι να δει τη μητέρα μας», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Παραδέχεται ότι οι σχέσεις τους δεν υπήρξαν ποτέ ομαλές. Οι εντάσεις ήταν συχνές και, όπως λέει, είχαν ως επίκεντρο τη μητέρα τους. «Την είχε σε πολύ κακή κατάσταση και δεν μπορούσα να το αφήσω να συνεχιστεί. Κάποιοι λένε ότι το έκανα για να παίρνω τη σύνταξή της, αλλά για πέντε χρόνια που την είχα κοντά μου δεν πήρα ούτε ένα ευρώ. Έγινε δικαστήριο και πήραμε την επιμέλεια της μητέρας μου. Από εκείνη τη στιγμή άρχισαν όλα».
Ο ίδιος αποκλείει το ενδεχόμενο ο αδερφός του να έβλαψε τον εαυτό του, εκτιμώντας ότι πίσω από την εξαφάνιση κρύβεται κάτι άλλο. «Δεν ξέρω τι δουλειές έκανε και με ποιους συναναστρεφόταν. Ήταν καλοκάγαθος άνθρωπος, φιλότιμος. Είναι…» λέει, διορθώνοντας τον εαυτό του, αδυνατώντας να αποδεχτεί το ενδεχόμενο του κακού.
Όπως εξηγεί, αντιλήφθηκε την εξαφάνιση αρκετές ημέρες αργότερα, όταν μία γειτόνισσά τους ενημέρωσε ότι δεν άναβε τη σόμπα του όπως συνήθιζε.
«Μπορεί να μέναμε στο ίδιο κτίριο, εμείς στον πρώτο και τον δεύτερο όροφο και εκείνος στο ισόγειο, αλλά δεν είχαμε καμία επαφή. Υπήρχαν διαφορετικές είσοδοι. Εκείνος έμπαινε από την κάτω πλευρά του δρόμου κι εμείς από την πάνω. Δεν υπήρχε τρόπος να καταλάβουμε κάτι. Την Κυριακή 15 του μήνα, εγώ με τον γιο μου πήγαμε στο κτήμα γύρω στις δέκα και μισή με έντεκα και επιστρέψαμε περίπου στις δύο. Δεν τον συναντήσαμε πουθενά, παρότι αυτός είναι ο μοναδικός δρόμος που χρησιμοποιούμε και οι δύο. Είναι βέβαια απρόβλεπτος ως άνθρωπος και μπορούσε να βρεθεί οπουδήποτε, αλλά συνήθως μετακινούνταν με το τρακτέρ, ποτέ με τα πόδια, εκτός από το κτήμα. Αν του είχε συμβεί κάτι εκείνες τις μέρες, θα το είχα αντιληφθεί όταν πήγα να ελέγξω το σπίτι, αφού πρώτα είχα ψάξει παντού. Γι’ αυτό σας λέω… εδώ κάτι άλλο έχει συμβεί», καταλήγει.
Μαρτυρίες φίλων και γειτόνων
Μία γειτόνισσά του μιλάει για εκείνον με ιδιαίτερα θερμά λόγια: «Του συμπαραστεκόμουν. Μετά το δικαστήριο ήταν πολύ στεναχωρημένος. Είχε έρθει και στο συνεργείο, αλλά δεν άντεχε, ήθελε να πάει να ξαπλώσει. Άρχισα να ανησυχώ μετά από λίγες ημέρες, όταν είδα ότι δεν άναβε ούτε τη σόμπα ούτε το φως στο σπίτι του. Σκέφτηκα πως κάτι είχε συμβεί και ζήτησα από τη συννυφάδα μου να ειδοποιήσει τη νύφη του και τον αδερφό του για να πάνε να δουν τι γίνεται. Πήγαν μετά από δύο τρεις ημέρες στο σπίτι, αλλά δεν τον βρήκαν πουθενά. Το κρεβάτι ήταν στρωμένο, τα κλειδιά πάνω στην πόρτα και εκείνος άφαντος. Είναι πολύ περίεργο. Δεν γίνεται να άνοιξε η γη και να τον κατάπιε έτσι. Μακάρι να βρεθεί».
Φίλος του αγνοούμενου, ο οποίος είχε αναφέρει στον ξάδερφό του ότι είχαν επικοινωνήσει γύρω στις 23 Μαρτίου μετά την εξαφάνιση, διευκρίνισε στην εκπομπή ότι η πληροφορία αυτή δεν ισχύει. «Τελευταία φορά τον είδα στις 21 Φεβρουαρίου. Το τελευταίο διάστημα τον φιλοξενούσα και συνήθως τρώγαμε μαζί τα βράδια. Στις 16 Μαρτίου ήταν η τελευταία φορά που τον κάλεσα στο τηλέφωνο για να έρθει για φαγητό, αλλά δεν απαντούσε. Το τηλέφωνο χτυπούσε, όμως δεν το σήκωνε», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ένας ακόμη φίλος και συγχωριανός του μίλησε με συγκίνηση για τον χαρακτήρα του: «Ο Νίκος ήταν από τα καλύτερα παιδιά του χωριού και νοιαζόταν για το κοινωνικό σύνολο. Είχε θέσει και υποψηφιότητα στην τοπική κοινωνία. Δεν πείραζε ποτέ κανέναν. Υπήρχαν βέβαια κάποιες οικογενειακές διαφορές με τον αδερφό του, όμως ο ίδιος ενδιαφερόταν για όλους και τελικά κανείς για εκείνον. Είχε σπουδάσει στη Γυμναστική Ακαδημία, ήταν εργατικός και πολύ έξυπνος άνθρωπος. Όταν μάθαμε για την εξαφάνισή του, κινητοποιηθήκαμε όλοι για να δούμε τι έχει συμβεί, γιατί δεν είχε δείξει ποτέ τάσεις αυτοκτονίας ή κάτι παρόμοιο».
Ο θείος του, μιλώντας από το συνεργείο όπου ο Νίκος περνούσε το χρόνο του και ένιωθε οικεία, πρόσθεσε: «Ο Νίκος ήταν φιλότιμος άνθρωπος, χωρίς κακία. Είχε έρθει στο χωριό με κάποιες οικονομίες, αγόρασε ένα τρακτέρ και άλλο εξοπλισμό και έκανε δουλειές για τους κατοίκους. Ωστόσο, υπήρχαν διαφωνίες με τον αδερφό του για οικονομικά ζητήματα, όπως συντάξεις, και κάποιες φορές οι εντάσεις έφταναν μέχρι και σε χειροδικίες. Τις τελευταίες ημέρες δεχόμασταν συνεχώς τηλεφωνήματα. Άλλος έλεγε ότι τον είδε, για παράδειγμα, σε σούπερ μάρκετ, άλλος στο πανεπιστήμιο να ζητά φαγητό. Κάθε φορά ενημερωνόταν η Αστυνομία, αλλά δεν επρόκειτο για εκείνον. Έρευνες έγιναν, αλλά όχι όπως θα έπρεπε».
«Δεν θα έφευγε ποτέ έτσι»
Με λόγια που «κουβαλούν» την αγωνία, ο ξάδελφός του περιγράφει την στιγμή που η ανησυχία μετατράπηκε σε βεβαιότητα ότι κάτι κακό έχει συμβεί. «Η θεία μου που μένει δίπλα στο σπίτι του, απόρησε… έκανε κρύο και για μέρες δεν είχε ανάψει τη σόμπα. Αναρωτήθηκε ‘πού είναι; Μήπως έπαθε κάτι;’».
Λίγο μετά, η εικόνα που αντίκρισαν τους «πάγωσε». «Τα κλειδιά ήταν στην πόρτα… όλα ανοιχτά. Το αυτοκίνητο εκεί, το μηχανάκι εκεί, τα ποδήλατά του στη θέση τους. Μπήκα μέσα, φώναξα, καμία απάντηση. Το κρεβάτι στρωμένο». Όλα έδειχναν ότι κάτι ξαφνικό τον έβγαλε από το σπίτι.
«Δεν θα έφευγε ποτέ έτσι. Είχε και το σκυλί και φοβόταν μην αυτό βγει έξω και χαθεί. Κλείδωνε πάντα. Δεν θα άφηνε ποτέ το σπίτι ανοιχτό ούτε θα έφευγε χωρίς το αυτοκίνητό του. Δεν ξέρω τι να υποθέσω, κάτι έχει συμβεί», συμπληρώνει ο ίδιος.
Όλα του τα προσωπικά αντικείμενα βρίσκονταν μέσα στο σπίτι. Ακόμα και χρήματα. Αστυνομία και Πυροσβεστική έψαξαν στο σπίτι και στον περιβάλλοντα χώρο, ακόμη και στο αμπέλι, ένα κτήμα της οικογένειας 200 μέτρα μακριά.
«Βρήκαν 1.200 ευρώ μέσα στο σπίτι. Δεν είχε οικονομικό πρόβλημα. Πάντα είχε λεφτά πάνω του. Έλεγαν ότι είχε κερδίσει το Τζόκερ. Σε εμάς δεν είχε πει ποτέ κάτι τέτοιο. Το κινητό του ήταν κλειστό. Κάρτες, ταυτότητα, δίπλωμα, όλα εκεί. Αναγκάστηκα και πήγα μόνος μου στην Ασφάλεια. Εκεί βρήκα και τον αδερφό του».
Ωστόσο, οι τελευταίες ημέρες του Νίκου, όπως περιγράφονται, ήταν δύσκολες. «Είχε δικαστικές εκκρεμότητες… ήταν πιεσμένος. Τη Δευτέρα είχε δικαστήριο με τον αδερφό του και καταδικάστηκε ερήμην σε έξι μήνες και 200 ευρώ πρόστιμο. Την Τρίτη ήρθε στη δουλειά, αλλά δεν ήταν καλά. Έπιανε το κεφάλι του. Μου είπε ότι θα πάει να ξαπλώσει να συνέλθει».
Αυτή ήταν και η αρχή της εξαφάνισής του. Και παρά τις εκκλήσεις του ξαδέλφου του, η έρευνα δεν προχωρά με τον τρόπο και την προσοχή που απαιτεί η υπόθεση. «Έρχονται για δύο τρεις ώρες, ψάχνουν και φεύγουν. Μετά τίποτα. Ο αδερφός του, τους έδειξε πού να ψάξουν και μέχρι εκεί. Πήρα τηλέφωνο στο Silver Alert για να δημοσιοποιηθεί. Άνθρωπος χάθηκε, και ζώο να ήταν, πάλι θα ψάχνουμε να το βρούμε. Δεν ενδιαφέρθηκε κανείς».






