Δρόμος στρωμένος με ροδοπέταλα ή με αγκάθια; H Ενδιάμεση Έκθεση (2025) του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ μας προσγειώνει ανώμαλα στην πραγματικότητα: το «success story» της ελληνικής οικονομίας δείχνει «ξεθωριασμένο». Αναδεικνύει μια «προβληματική εικόνα», σε μια σειρά από κρίσιμους δείκτες.
Παραμένει άνιση η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας
Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα καταγράφει ρυθμούς ανάπτυξης που είναι σχεδόν διπλάσιοι από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, η απόσταση που τη χωρίζει από το βιοτικό επίπεδο των υπόλοιπων Ευρωπαίων παραμένει χαοτική, οι αποκλίσεις στους μισθούς είναι σημαντικές, οι δαπάνες στέγασης βρίσκονται στα ύψη.
Η οικονομική μεγέθυνση δεν μεταφράζεται σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου
Η λειτουργία του σημερινού αναπτυξιακού υποδείγματος της χώρας συνεχίζει να βασίζεται σε άνισες κατανομές κόστους και οφέλους, με την εργασία να φέρει δυσανάλογο βάρος προσαρμογής και υπό αυτές τις συνθήκες, η οικονομική μεγέθυνση δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, της ποιότητας εργασίας και της κοινωνικής συνοχής, σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης.
Οκτώ και πλέον χρόνια μετά την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια και παρά την επιστροφή της οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης, οι επιδόσεις της αγοράς εργασίας, αν και βελτιωμένες τα τελευταία έτη, συνεχίζουν να απέχουν αρκετά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ακόμη πιο ανησυχητικό όμως, είναι το γεγονός ότι η Ελλάδα, εξαιτίας των θεσμικών και των αναπτυξιακών εμπλοκών που παρουσιάζει, χάνει έδαφος έναντι των κρατών-μελών της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων και σε μια σειρά κρίσιμους δείκτες της αγοράς εργασίας που αποτυπώνουν, μεταξύ άλλων, την κλαδική διάρθρωση της απασχόλησης, την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων και τις συνθήκες διαβίωσής τους.
Άνισες κατανομές κόστους και οφέλους στην Ελλάδα
Υστέρηση της ελληνικής οικονομίας
Στα συμπεράσματα της έκθεσης επισημαίνεται πως η Ελλάδα τα τελευταία τρίμηνα καταγράφει υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης από τον μέσο όρο της ΕΕ, ο οποίος αντανακλά κυρίως τη στασιμότητα των μεγάλων οικονομιών (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία). Ωστόσο, η επίδοσή της υπολείπεται συγκρίσιμων χωρών. Αρκετές χώρες καταγράφουν σαφώς υψηλότερους ρυθμούς, γεγονός που αποκαλύπτει τη σχετική υστέρηση της ελληνικής οικονομίας.
Το χάσμα στο επίπεδο ευημερίας μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ παραμένει εξαιρετικά υψηλό. Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα ανήλθε το 2019 σε 17.210 ευρώ, έναντι 32.270 ευρώ στην ΕΕ, ενώ το 2024 η απόκλιση παραμένει περίπου στις 14.600 ευρώ. Παρά την ανάκαμψη που σημειώθηκε μετά το 2021, η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν περιορίζεται, γεγονός που δείχνει ότι οι ρυθμοί μεγέθυνσης δεν επαρκούν για ουσιαστική σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) ανήλθε από 65,5% του μέσου όρου της ΕΕ το 2019 σε 68,5% το 2024. Παράλληλα, σε σύγκριση με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η Ελλάδα υπολείπεται χωρών όπως η Τσεχία (90,6%), η Λιθουανία (87,5%), η Εσθονία (79,0%) και η Πολωνία (78,4%), ενώ συγκρίνεται κυρίως με τη Λετονία (68,4%). Η Ρουμανία (77%) είναι σαφώς σε υψηλότερη θέση από την Ελλάδα, η οποία υπερβαίνει μόνο τη Βουλγαρία (65,9%). Αξίζει να σημειωθεί ότι την περίοδο 2019-2024 η Ελλάδα βελτίωσε τη θέση της κατά μόλις 3 ποσοστιαίες μονάδες, έναντι 11 ποσοστιαίων μονάδων της Βουλγαρίας, γεγονός που καταδεικνύει ασθενέστερη δυναμική σύγκλισης.
Οι αποδοχές των εργαζομένων
Σημαντικές είναι και οι αποκλίσεις που αφορούν τις αποδοχές των εργαζομένων. Ειδικότερα, ενώ το 2009 ο μέσος ετήσιος μισθός στη χώρα μας σε όρους PPS (22.107) αντιστοιχούσε στο 91,8% του μέσου ευρωπαϊκού (24.087), το 2019 η αναλογία αυτή μειώθηκε στο 61,2% (18.204 στην Ελλάδα, έναντι 29.738 στην ΕΕ), ενώ το 2024 διαμορφώθηκε ακόμη χαμηλότερα στο 59,1% (21.486 στην Ελλάδα, έναντι 36.382 στην ΕΕ).
Η εικόνα παραμένει εξίσου προβληματική, αν σταθμίζουμε τις συνολικές αποδοχές των μισθωτών με τις ώρες εργασίας τους. Ειδικότερα, το μέσο ωρομίσθιο των εργαζομένων σε όρους PPS ανερχόταν το 2024 στη χώρα μας σε 11,3, όταν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήταν 15,3, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 18,1 και στις οικονομίες της Περιφέρειας 20,4.
Οι χαμηλές επιδόσεις που καταγράφει η Ελλάδα σε σχέση με άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ όσον αφορά την εξέλιξη βασικών ποσοτικών και εισοδηματικών δεικτών της αγοράς εργασίας αντικατοπτρίζονται και σε αντίστοιχες αποκλίσεις σε μια σειρά μεγέθη που αποτυπώνουν το επίπεδο διαβίωσης πολιτών και εργαζομένων. Αν και είναι γεγονός ότι η χώρα μας εμφανίζει πλέον βελτιωμένες επιδόσεις σε αρκετούς δείκτες συνθηκών διαβίωσης, η απόσταση που τη χωρίζει με άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ σε ορισμένους από αυτούς παραμένει μεγάλη, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η 9 απόσταση αυτή έχει αυξηθεί, παρά το πέρας της οικονομικής κρίσης της δεκαετίας του 2010.
Αποκλίσεις στις αποδοχές των εργαζομένων μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ
Σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης
Ενδεικτικά, το 2024 το ποσοστό των μισθωτών που διαβιούσαν σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης διαμορφώθηκε στη χώρα μας στο 21% και ήταν με διαφορά το υψηλότερο μεταξύ των 15 επιλεγμένων κρατών-μελών της ΕΕ, ξεπερνώντας κατά 12,6 ποσοστιαίες μονάδες τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αντίστοιχα, σε σχέση με τα κράτη-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, το ποσοστό στη χώρα μας ήταν υψηλότερο κατά 16,1 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ σε σχέση με τις οικονομίες της Περιφέρειας κατά 11,8 ποσοστιαίες μονάδες. Μικρότερη (7,6 ποσοστιαίες μονάδες) ήταν η απόκλιση του ποσοστού των μισθωτών στη χώρα μας που διαβιούσαν το 2024 σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης σε σχέση με τα άλλα κράτη-μέλη της Βαλκανικής.
Επιπλέον, στην Ελλάδα το 2024 το 18,5% των ατόμων που ζούσαν σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά δήλωναν ότι αδυνατούσαν να διατηρήσουν επαρκώς ζεστή την οικία τους, έναντι μέσου ποσοστού 12,9% στις οικονομίες της Περιφέρειας και 10,4% στα κράτη-μέλη της Βαλκανικής, τα οποία μάλιστα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια έχουν καταγράψει αξιοσημείωτη μείωση των αντίστοιχων ποσοστών. Επίσης, το 2024 το ποσοστό του πληθυσμού που ζούσε σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά και αδυνατούσε να ανταποκριθεί σε μια σειρά πάγιες πληρωμές, όπως ενοίκιο ή δόση δανείου, λογαριασμοί νερού, ηλεκτρικού ρεύματος, δόσεις πιστωτικών καρτών κ.ά., διαμορφώθηκε στο υψηλό 46,6%. Σε σύγκριση με το αντίστοιχο μέσο ποσοστό στα κράτη-μέλη της Βαλκανικής, το ποσοστό αυτό ήταν υψηλότερο κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ έναντι εκείνου στις οικονομίες της Περιφέρειας και στα κράτη-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης υψηλότερο κατά 34,6 και 40,3 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα.
Στεγαστική κρίση – Κόστος στέγασης
Δυνητική εστία μακρο-χρηματοπιστωτικής αστάθειας εξακολουθεί να παραμένει και το στεγαστικό πρόβλημα, το οποίο έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο του δημόσιου ενδιαφέροντος εξαιτίας, μεταξύ άλλων, της αύξησης που καταγράφουν οι δαπάνες στέγασης. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2024 στην Ελλάδα το ποσοστό δαπανών στέγασης στο διαθέσιμο εισόδημα ανερχόταν στο 35,5%. Η τιμή αυτή, αν και μειωμένη συγκριτικά με το 2019, παραμένει με διαφορά η υψηλότερη μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά στην Ελλάδα δαπανούσαν το 51,1% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για να καλύψουν τις στεγαστικές τους ανάγκες, ενώ τα τετραμελή νοικοκυριά που αποτελούνται από δύο ενήλικες με δύο εξαρτώμενα παιδιά δαπανούσαν το 34,8% του διαθέσιμου εισοδήματός τους. Οι επιδόσεις αυτές αποτελούν τις χειρότερες επιδόσεις μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.
Τονίζεται ότι το 2024 στην Ελλάδα το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιούσε σε νοικοκυριά όπου το στεγαστικό κόστος ήταν μεγαλύτερο του 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους (ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης από το κόστος στέγασης) ανερχόταν στο 28,9%. Το ποσοστό αυτό, παρά την αποκλιμάκωσή του σε σχέση με το 2019 (36,2%), παραμένει το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.
Αξιοσημείωτες διαφοροποιήσεις παρουσιάζει το ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης του κόστους στέγασης ανάλογα με το καθεστώς ιδιοκτησίας της κατοικίας. Το 2024 το ποσοστό αυτό για τους ενοικιαστές ανερχόταν στο 37,4% (τρίτο υψηλότερο στην ΕΕ), ενώ για τα άτομα σε ιδιόκτητη κατοικία, χωρίς δάνειο ή υποθήκη σε εκκρεμότητα, ήταν 25,7% (το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ).
Επιπρόσθετα, το κόστος στέγασης στη χώρα μας έχει δυσανάλογη επίδραση στην ευημερία των πολιτών διαφορετικής εισοδηματικής κατάστασης. Ενδεικτικά, το 2024 για τα άτομα που ανήκαν στο φτωχότερο εισοδηματικό πεμπτημόριο το ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης του κόστους στέγασης ανερχόταν στο 88,6% 11 (έναντι 27,8% στην ΕΕ), ενώ για τα πλουσιότερα άτομα (5ο εισοδηματικό πεμπτημόριο) στο 1,4% (συγκριτικά με 0,7% στην ΕΕ).






