Η συζήτηση για το δημογραφικό πρόβλημα στην Ελλάδα έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί μια θεωρητική άσκηση επί χάρτου για το μακρινό μέλλον.
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία των αρμόδιων αρχών και των διεθνών οργανισμών αποκαλύπτουν ότι η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν παρατεταμένο «δημογραφικό χειμώνα», ο οποίος δεν αλλάζει απλώς τις κοινωνικές ισορροπίες, αλλά απειλεί άμεσα τη βιωσιμότητα της εθνικής οικονομίας.
Στοιχεία-σοκ της ΕΛΣΤΑΤ και του ΟΟΣΑ αποκαλύπτουν τη μη αναστρέψιμη δημογραφική συρρίκνωση της Ελλάδας
Η Ελλάδα δεν χάνει απλώς κατοίκους· μετασχηματίζεται με γοργούς ρυθμούς σε μια κοινωνία δύο ταχυτήτων, όπου η μακροζωία συνυπάρχει με μια πρωτοφανή και σιωπηλή πληθυσμιακή κατάρρευση.
Το μη αναστρέψιμο έλλειμμα
Η ρίζα του προβλήματος εντοπίζεται στο σταθερά αρνητικό ισοζύγιο μεταξύ γεννήσεων και θανάτων, μια τάση που οι πρόσφατες προβολές της Eurostat και των Ηνωμένων Εθνών χαρακτηρίζουν πλέον ως «μη αναστρέψιμη». Ο πληθυσμός της χώρας εκτιμάται ήδη σε οριακή πτώση, πέφτοντας στα 10.372.335 άτομα, παρά το γεγονός ότι η εισερχόμενη μετανάστευση λειτουργεί ως μερικό ανάχωμα, συγκρατώντας την ακόμη μεγαλύτερη γεωμετρική μείωση.
Ο δημογραφικός χειμώνας απειλεί με κατάρρευση την ελληνική αγορά εργασίας
Οι επιστήμονες του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) επισημαίνουν μια σκληρή βιολογική πραγματικότητα: όσο ο πληθυσμός των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία μειώνεται, ως αποτέλεσμα της υπογεννητικότητας των προηγούμενων δεκαετιών, τόσο οι γεννήσεις θα συνεχίζουν να υποχωρούν, ακόμη κι αν αυξάνονταν θεωρητικά οι δείκτες γονιμότητας. Η Ελλάδα ουσιαστικά «χάνει» κάθε χρόνο τον πληθυσμό μιας μεγάλης επαρχιακής πόλης, με το φαινόμενο της ανισοκατανομής να χτυπά με μανία την ύπαιθρο, εκεί όπου το κλείσιμο των δημοτικών σχολείων αποτελεί το πρώτο ορατό σύμπτωμα της ερήμωσης.
Η βόμβα στην αγορά εργασίας
Οι πιο δραματικές επιπτώσεις αυτής της πληθυσμιακής συρρίκνωσης εντοπίζονται στην αγορά εργασίας και την παραγωγικότητα, αποτελώντας το μεγάλο «σκιώδες» πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν από το Κέντρο Κρήτης του ΟΟΣΑ, η μείωση του εργατικού δυναμικού αναμένεται να επιφέρει μια σοκαριστική μείωση του ελληνικού ΑΕΠ κατά 15% μέχρι το έτος 2050, εκτός και αν υπάρξει άμεση και κατακόρυφη αύξηση της παραγωγικότητας.
Οι αριθμοί προκαλούν ίλιγγο. Ενώ σήμερα η Ελλάδα διαθέτει περίπου 6,5 εκατομμύρια πολίτες σε παραγωγική ηλικία (15 έως 64 ετών), οι μαθηματικές προβολές δείχνουν ότι μέχρι το 2050 η χώρα θα μετρά δύο εκατομμύρια λιγότερους εργαζόμενους. Από τα 10,3 εκατομμύρια του ενεργού πληθυσμού, η δυναμική υποχωρεί στα 9 εκατομμύρια στα μέσα του αιώνα και αγγίζει τα 7,7 εκατομμύρια το 2070, σχηματίζοντας μια σχεδόν κάθετη πτώση στα διαγράμματα των αναλυτών. Η έλλειψη διαθέσιμων χεριών και μυαλών είναι ήδη ορατή: τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι ενώ πριν από την πανδημία σε κάθε άνεργο αντιστοιχούσε μία κενή θέση εργασίας, σήμερα η αναλογία έχει εκτοξευθεί στις 10 κενές θέσεις ανά άνεργο, με το 80% των ελληνικών επιχειρήσεων να δηλώνει αδυναμία εύρεσης προσωπικού.
Μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων
Το δημογραφικό δεν είναι, φυσικά, αποκλειστικά ελληνικό προνόμιο, αλλά ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνεται στη χώρα μας παρουσιάζει δομικές ιδιαιτερότητες. Στην υπόλοιπη Ευρώπη, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής συνδέεται συχνά με την ενεργό γήρανση και τη διατήρηση της παραγωγικότητας. Στην Ελλάδα, ωστόσο, η μακροζωία μετατοπίζει βίαια το βάρος προς τις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, χωρίς την ανάλογη υποστήριξη από τις βάσεις της πληθυσμιακής πυραμίδας.
Αυτή η ανισορροπία δημιουργεί έναν επικίνδυνο, φαύλο κύκλο. Η γήρανση του πληθυσμού ροκανίζει την ανταγωνιστικότητα, αυξάνει το μοναδιαίο κόστος εργασίας και ασκεί μη βιώσιμες πιέσεις στα συστήματα υγείας και κοινωνικής ασφάλισης. Το γεγονός ότι η καθαρή μετανάστευση αποτελεί τον μόνο παράγοντα που φρενάρει την ολική κατάρρευση των δεικτών, αποδεικνύει ότι οι παραδοσιακές δομές της ελληνικής οικογένειας και κοινωνίας έχουν υποστεί μια βαθιά, δομική μεταβολή.
Η ανάγκη για μεταρρυθμίσεις
Η αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί άμεσες, οριζόντιες και ρηξικέλευθες πολιτικές που ξεπερνούν τα στενά όρια των επιδοματικών ενισχύσεων. Οι αναλυτές του ΟΟΣΑ και οι δημογράφοι υπογραμμίζουν ότι για να σπάσει ο φαύλος κύκλος μεταξύ δημογραφικής ύφεσης και οικονομικής στασιμότητας, απαιτούνται ριζικές μεταρρυθμίσεις που θα ξεκινούν από την ουσιαστική στήριξη των νέων ζευγαριών για την αύξηση των γεννήσεων και θα φτάνουν μέχρι την πλήρη επανένταξη του γυναικείου πληθυσμού στην εργασία, την αξιοποίηση του μεταναστευτικού δυναμικού και την επένδυση στις ψηφιακές δεξιότητες που απαιτεί η σύγχρονη αγορά.
Αν η χώρα δεν καταφέρει να αυξήσει την παραγωγικότητα των λιγότερων, μελλοντικών εργαζομένων της, το οικονομικό μοντέλο θα βρεθεί σε αδιέξοδο. Η πρόκληση των επόμενων δεκαετιών δεν είναι απλώς να γεννηθούν περισσότερα παιδιά, αλλά να διασφαλιστεί ότι μια κοινωνία που γερνά αναπόφευκτα, θα διατηρήσει τις δομές, τα έσοδα και τη λειτουργικότητά της, αποφεύγοντας τον εθνικό μαρασμό.






