Η ιστορία της Θέλμα Τζανέτ Γκάστον, ή αλλιώς Jane Doe, της 80χρονης εκατομμυριούχου που δολοφόνησε ο σύντροφός της, αποτελεί μια κλασική υπενθύμιση του πώς η οικονομική επιτυχία μπορεί μερικές φορές να συνοδεύεται από μια επικίνδυνη αφέλεια.
Πριν από σχεδόν μισό αιώνα, η Γκάστον είχε καταφέρει με εξαιρετική οξύνοια και μεθοδικότητα να χτίσει μια τεράστια περιουσία, η οποία άγγιζε τα 20 εκατομμύρια δολάρια, αγοράζοντας και μεταπωλώντας ακίνητα που είχαν περιέλθει στις δημοτικές αρχές της Καλιφόρνια λόγω χρεών.
Ωστόσο, όσο ευφυής αποδεικνυόταν στις επιχειρηματικές της δραστηριότητες, τόσο ευάλωτη και εύπιστη εμφανιζόταν στην προσωπική της ζωή, γεγονός που την κατέστησε εύκολο στόχο για καιροσκόπους.
Ο άντρας που έκλεψε την καρδιά της και… την περιουσία της
Στα 80 της χρόνια, έχοντας συσσωρεύσει τεράστια κεφάλαια στις τράπεζες, βρέθηκε περικυκλωμένη από ανθρώπους που εποφθαλμιούσαν τον πλούτο της. Ανάμεσά τους, ο 39χρονος Λόρενς Ρέμσεν, ένας πρώην πωλητής χαλιών και υπάλληλος σε εταιρεία συστημάτων ασφαλείας, κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη της και να συνάψει σχέση μαζί της, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να την πείσει ότι οι δυο τους όδευαν προς τον γάμο. Ο πραγματικός του σκοπός, ωστόσο, ήταν πολύ πιο σκοτεινός, και η εξέλιξη της σχέσης τους έμελλε να είναι εφιαλτική.
Τα ίχνη της Γκάστον χάθηκαν οριστικά στις 28 Ιουνίου του 1981. Οι συγγενείς της, ανήσυχοι από την απουσία της, εντόπισαν στο σπίτι της στο Rancho Park ένα σύντομο ιδιόχειρο σημείωμα, στο οποίο ανέφερε ότι είχε βγει έξω για να αναζητήσει τη γάτα της. Λίγους μήνες αργότερα, σε μια ερημική περιοχή της νότιας Καλιφόρνια, εντοπίστηκε το πτώμα μιας γυναίκας σε προχωρημένη αποσύνθεση μέσα σε έναν ρηχό τάφο. Η κατάσταση της σορού ήταν τέτοια που καθιστούσε αδύνατη την άμεση αναγνώριση ή την άντληση οποιασδήποτε πληροφορίας για την ταυτότητα του θύματος.
Κατά τη διάρκεια των ερευνών, οι αρχές εντόπισαν επιστολές που φέρεται να είχε γράψει η Γκάστον, στις οποίες δήλωνε αποφασισμένη να ζήσει ελεύθερη μακριά από όσους προσπαθούσαν να την εκμεταλλευτούν, μεταβιβάζοντας παράλληλα τη διαχείριση όλων των υποθέσεών της στον Ρέμσεν. Ο ανιψιός της, ο οποίος ήταν και στενός συνεργάτης της, αμφισβήτησε αμέσως τη γνησιότητα των επιστολών αυτών, επισημαίνοντας ότι το περιεχόμενό τους ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τον χαρακτήρα και τη λογική της. Η επισήμανση αυτή έστρεψε το ενδιαφέρον της αστυνομίας απευθείας στον Ρέμσεν.
Η πλαστογράφηση
Η έρευνα αποκάλυψε γρήγορα ένα δίκτυο απάτης. Οι αρχές διαπίστωσαν ότι ο Ρέμσεν είχε χρησιμοποιήσει κλεμμένη συμβολαιογραφική σφραγίδα για να επικυρώσει έγγραφα, ενώ οι υπογραφές της Γκάστον είχαν πλαστογραφηθεί προκειμένου να αποσπάσει περισσότερα από 100.000 δολάρια από τους λογαριασμούς της και να πουλήσει προσωπικά της αντικείμενα. Όταν ο ίδιος συνειδητοποίησε ότι ο κλοιός στενεύει, εξαφανίστηκε.
Σε έρευνα που έγινε στο διαμέρισμά του στο δυτικό Λος Άντζελες βρέθηκαν κλεμμένα αντικείμενα της 80χρονης, καθώς και η πολυτελής Mercedes της στο γκαράζ. Λόγω γραφειοκρατικών κολλημάτων το όχημα δεν κατασχέθηκε αμέσως, με αποτέλεσμα την επόμενη ημέρα να έχει κάνει και αυτό φτερά.
Ο Ρέμσεν συνελήφθη τελικά τον Σεπτέμβριο του 1981 στο Τέξας, την ώρα που επιχειρούσε να περάσει τα σύνορα προς το Μεξικό. Στις απολογίες του ισχυρίστηκε ότι η Γκάστον πέθανε από φυσικά αίτια μέσα στο σπίτι της και ότι ο ίδιος, πανικόβλητος, πέταξε τη σορό της στη θάλασσα.
Παρά το γεγονός ότι το πτώμα της νότιας Καλιφόρνια δεν είχε ταυτοποιηθεί, το δικαστήριο το 1983 έκρινε τον Ρέμσεν ένοχο για ανθρωποκτονία δευτέρου βαθμού, επιβάλλοντάς του την ποινή της ισόβιας κάθειρξης.
Η ταυτοποίηση 45 χρόνια μετά
Η υπόθεση αυτή, που παρέμενε ανοιχτή ως προς την ταυτότητα του θύματος για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, έφτασε επιτέλους στο οριστικό της τέλος. Το Γραφείο του Σερίφη της κομητείας Ρίβερσαϊντ ανακοίνωσε επίσημα ότι η άγνωστη γυναίκα που είχε βρεθεί στον πρόχειρο τάφο ήταν πράγματι η Θέλμα Τζανέτ Γκάστον, με την ταυτοποίηση να επιτυγχάνεται χάρη στη διασταύρωση οδοντιατρικών αρχείων και τη χρήση εξελιγμένης γενετικής γενεαλογίας (DNA).
Όσο για τον Λόρενς Ρέμσεν, σήμερα βρίσκεται σε ηλικία 83 ετών στη φυλακή, έχοντας δει όλες τις αιτήσεις αποφυλάκισής του από το 2016 μέχρι σήμερα να απορρίπτονται κατηγορηματικά.






