Ενώ η περίοδος ανακοινώσεων αποτελεσμάτων του δεύτερου τριμήνου πλησιάζει στο τέλος της γίνεται όλο και πιο σαφές, ότι οι Big Tech δεν σκοπεύουν να επιβραδύνουν τις επενδύσεις τους στην AI.
Για κάποιους, αυτό σημαίνει ότι ο θετικός αντίκτυπος στην οικονομία θα συνεχιστεί, με τις κεφαλαιουχικές δαπάνες για την AI να αποτελούν σημαντική συνεισφορά στο ΑΕΠ.
Για άλλους σημαίνει ότι η AI θα συνεχίσει να απορροφά όλη την προσοχή, παραγκωνίζοντας άλλες επενδυτικές θεματικές.
Ωστόσο, η Goldman υποστηρίζει ότι και οι δύο πλευρές κάνουν λάθος.
Ενώ δημοσιεύματα των μέσων ενημέρωσης και σχόλια της αγοράς συχνά υποστηρίζουν ότι η AI συμβάλλει σε πολύ μεγάλο βαθμό στην αύξηση του ΑΕΠ των ΗΠΑ, αλλά παράλληλα εκτοπίζει μεγάλο μέρος άλλης οικονομικής δραστηριότητας, «η ανάλυσή μας σε προηγούμενη εργασία και παραπάνω υποδηλώνει ότι και οι δύο ισχυρισμοί είναι υπερβολικοί», έγραψε την Τρίτη η Αμερικανίδα οικονομολόγος Jessica Rindels.
Σύμφωνα με το Business Insider, οι αναλυτές της Goldman έχουν εκφράσει φέτος αισιόδοξες απόψεις για την τεχνητή νοημοσύνη ως επενδυτική τάση, αλλά όταν πρόκειται για τον μακροοικονομικό της αντίκτυπο, η ομάδα της Rindels υποστηρίζει ότι, ενώ αποτελεί αναμφίβολα μια ισχυρή δύναμη, η έκρηξη των κεφαλαιουχικών δαπανών (capex) δεν είναι τόσο κολοσσιαία όσο φαίνεται στα χαρτιά.


Mεταξύ στατιστικής και πραγματικότητας
Η οικονομολόγος τόνισε τη βασική διάκριση μεταξύ αυτού που είναι ορατό στα στατιστικά στοιχεία του ΑΕΠ και του πραγματικού οικονομικού αντίκτυπου των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη.
Η ομάδα της προβλέπει ότι οι δαπάνες για την τεχνητή νοημοσύνη θα προσθέσουν μόνο ένα μέτριο ποσό στο μετρήσιμο ΑΕΠ, καθώς πολλές εταιρείες αγοράζουν εισαγόμενο εξοπλισμό τεχνητής νοημοσύνης, ενώ τα οικονομικά δεδομένα δεν αποτυπώνουν πλήρως άλλες δραστηριότητες που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη.
«Εκτιμούμε ότι αν συνυπολογίζαμε τις έμμεσες επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης – περίπου 50 δισ. δολάρια πρόσθετου εκτοπισμού το 2026 από τα τρία παραπάνω κανάλια, τις θετικές επιδράσεις του πλούτου από την άνοδο της χρηματιστηριακής αγοράς στις καταναλωτικές δαπάνες, καθώς και το πλήγμα στο πραγματικό εισόδημα και στις καταναλωτικές δαπάνες από τις υψηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και άλλες τιμές- αυτό θα μείωνε κατά περίπου 0,1 ποσοστιαία μονάδα την επίδραση στην αύξηση του ΑΕΠ το 2026», είπε.
Ενώ οι επενδύσεις στην ΤΝ μπορεί να μην συμβάλλουν τόσο πολύ στη συνολική ανάπτυξη του ΑΕΠ, αυτό σημαίνει επίσης ότι δεν καταλαμβάνουν τόσο μεγάλο μέρος της συνολικής αγοράς όσο υποστηρίζουν ορισμένοι απαισιόδοξοι.
Μέση οδός
Η ομάδα της Rindels εξέτασε την πιθανή επίδραση «εκτόπισης»* από την AI, η οποία θα μπορούσε να καταστήσει δυσκολότερο και ακριβότερο για άλλες επιχειρήσεις να συνεχίσουν να επενδύουν.
Σημείωσε ότι, παρόλο που υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις πως η ΤΝ καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της διαθέσιμης δυναμικότητας σε τομείς όπως η τεχνολογία, οι κατασκευές και ο δανεισμός, άλλοι τομείς της αγοράς και της οικονομίας δεν είναι εξίσου προσηλωμένοι στην AI.
«Οι επιδράσεις εκτόπισης από τις δαπάνες για ΤΝ φαίνονται μέχρι στιγμής μέτριες, επειδή μεγάλο μέρος αυτών αποτελείται από αγορές παρόχων υπολογιστικού νέφους (hyperscalers) που διέθεταν άφθονες πρόσθετες ταμειακές ροές, επειδή οι εταιρείες έχουν αντικαταστήσει δαπάνες για άλλες ενδιάμεσες επιχειρηματικές υπηρεσίες με δαπάνες για υπηρεσίες AI», σημείωσε η Rindels.
*Φαινόμενο εκτοπισμού είναι το αποτέλεσμα της τονωτικής δημοσιονομικής πολιτικής ενός κράτους. Αυξάνοντας τις κρατικές δαπάνες , η κυβέρνηση αξιοποιεί την αγορά χρήματος για να χρηματοδοτήσει το έλλειμμα του προϋπολογισμού . Η αυξημένη ζήτηση για χρήμα στην χρηματοπιστωτική αγορά οδηγεί σε αύξηση της τιμής αυτού του χρήματος, δηλαδή, σε αύξηση του επιτοκίου , η οποία αναπόφευκτα μειώνει τη ζήτηση για επενδύσεις στον πραγματικό τομέα της οικονομίας . Έτσι, η αυξημένη κρατική δαπάνη, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων επενδύσεων, παραγκωνίζει τις ιδιωτικές επενδύσεις.
πηγή: ΟΤ






