Ασυνεπή αξιολογούν οι Έλληνες πολίτες την κυβέρνηση σχεδόν σε όλους τους τομείς πολιτικής με τη Δικαιοσύνη, την Αγροτική Πολιτική και την Υγεία να συγκεντρώνουν τις χειρότερες επιδόσεις, σύμφωνα με έρευνα του Παντείου Πανεπιστημίου και του Politikometro.
Κατά μέσο όρο, το 71,3% των 839 ερωτηθέντων θεωρεί ότι η κυβέρνηση της ΝΔ είναι εξαιρετικά ή λίγο ασυνεπής ως προς την υλοποίηση των δεσμεύσεών της έναντι των πολιτών, στους 28 εξεταζόμενους τομείς πολιτικής.
Η έρευνα διεξήχθη το διάστημα Απρίλιος-Μάιος 2026 από το Εργαστήριο Έρευνας στα Μέσα Επικοινωνίας και τη Δημοσιογραφία του Παντείου και το Politikometro – τον πρώτο φορέα στην Ελλάδα που παρακολουθεί την εκάστοτε κυβερνητική συνέπεια – στο πλαίσιο του διεθνούς συνεδρίου «Η Ενημέρωση σε Μετάβαση» στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και τα ευρήματά της παρουσιάζονται για πρώτη φορά.
«Αν και η συλλογή δεδομένων ολοκληρώθηκε τον Μάιο, τα ευρήματα παραμένουν πλήρως επίκαιρα» αναφέρει στο in ο επιστημονικός υπεύθυνος της έρευνας Επίκουρος Καθηγητής Δημοσιογραφίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αχιλλέας Καραδημητρίου. «Οι στάσεις των πολιτών απέναντι στη λογοδοσία και την πολιτική εμπιστοσύνη ανήκουν σε εκείνες τις διαστάσεις που η έρευνα τεκμηριώνει ως ιδιαιτέρως σταθερές, δεν μεταβάλλονται σε ορίζοντα δύο μηνών. Να θυμίσω ότι η πρόσφατη έρευνα της Eurostat για τις στάσεις των πολιτών απέναντι στην ΕΕ, τους θεσμούς και τις προτεραιότητές τους δημοσιεύτηκε την 1η Ιουλίου και η συλλογή δείγματος έγινε Απριλίου-Μάιο».
Αν και έχουν πραγματοποιηθεί στο παρελθόν έρευνες για την συνέπεια ελληνικών κυβερνήσεων, η συγκεκριμένη αξιολογεί τις αντιλήψεις του κόσμου σε 28 τομείς, εκ των οποίων εστιάζουμε σε αυτούς με τις χειρότερες και με καλύτερες επιδόσεις.


Ειδικότερα, η Δικαιοσύνη αναδεικνύεται ως ο τομέας με τις πιο αρνητικές αξιολογήσεις ως προς την κυβερνητική συνέπεια, καθώς σχεδόν 9 στους 10 πολίτες (88%) τη χαρακτηρίζουν «εξαιρετικά ασυνεπή» ή «λίγο ασυνεπή», γεγονός που αντικατοπτρίζει βαθιά κρίση εμπιστοσύνης.
«Τείνει να γίνει κοινή πεποίθηση δυστυχώς η ανισονομία, η απουσία, δηλαδή, ισότιμης αντιμετώπισης των πολιτών από την πλευρά του νόμου και των δικαιοδοτικών αρχών, και ακόμα χειρότερα η αίσθηση ατιμωρησίας για οικονομικά ή πολιτικά ισχυρές προσωπικότητες, πλήττοντας έτσι σοβαρά το περί δικαίου αίσθημα», εξηγεί στο in ο Νίκος Ζέρβας, Διδάσκων Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης ΕΚΠΑ και Σχολής Ικάρων Π.Α. ο οποίος ειδικεύεται στην εφαρμογή δημόσιων πολιτικών στη σύγχρονη διακυβέρνηση.
«Η δικανική μεταχείριση σοβαρότατων υποθέσεων, από πλευράς μάλιστα ανωτάτης δικαιοσύνης (βλ. περιπτώσεις Αρείου Πάγου ή και ΣτΕ), όπως το σκάνδαλο των υποκλοπών ή το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών επιβεβαιώνουν τόσο τη συγκεκριμένη αίσθηση των πολιτών, όσο και αυτή της παντελούς απουσίας ή τουλάχιστον της φαλκίδευσης της δικαστικής ανεξαρτησίας από το πολιτικό σύστημα και δη από την κυβερνητική εξουσία»
Η αγροτική πολιτική είναι ένα άλλο πεδίο διαψευσμένων προσδοκιών με το 84% να αξιολογεί αρνητικά την κυβέρνηση. Για τον κ. Ζέρβα, μπορεί το σκάνδαλο με τον ΟΠΕΚΕΠΕ να πρωτοστατεί δικαίως στη δημόσια σφαίρα, ωστόσο, «στη κυβερνητική ασυνέπεια εγκιβωτίζεται η πεποίθηση του αγροτικού κόσμου ότι το πολιτικό σύστημα αδιαφορεί παντελώς για τα πραγματικά, καθημερινά προβλήματα του Έλληνα παραγωγού (υψηλό κόστος παραγωγής, απουσία εργατικού δυναμικού, εξαιρετικά χαμηλές τιμές διάθεσης των προϊόντων κ.ά.)».
Ο πολιτικός επιστήμονας επισημαίνει πως τα σοβαρά προβλήματα του αγροτικού κόσμου όχι απλά διατηρούνται, αλλά διογκώνονται διαρκώς, παρόλο που η πολιτική ηγεσία του καθ’ ύλην αρμοδίου Υπουργείου Αγροτικής Πολιτικής και Τροφίμων «έχει τροποποιηθεί περισσότερο από κάθε άλλη κατά τη διάρκεια της θητείας της παρούσας κυβέρνησης».
Παιδεία και κοινωνική πολιτική
Στον τομέα της παιδείας, το 82% κρίνει αρνητικά την κυβερνητική συνέπεια με τον κ. Ζέρβα να το συνδέει με το γεγονός ότι οι απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις στο σύνολο του εκπαιδευτικού συστήματος φαίνεται πως έχουν «εξαντληθεί στη νομοθετική πρωτοβουλία, που ξεπέρασε τα όρια της συνταγματικής νομιμότητας, περί της σύστασης ιδιωτικών πανεπιστημίων».
«Δομικά προβλήματα, όπως η βελτίωση και ο εκσυγχρονισμός των προγραμμάτων σπουδών, το ελλιπές διδακτικό προσωπικό και κυρίως ο επαναπροσδιορισμός του ρόλου του σχολείου προς την κατεύθυνση της ουσιαστικής αγωγής του πολίτη, παραμερίζονται στο όνομα της προετοιμασίας των μαθητών για τον παρωχημένο θεσμό των πανελλαδικών εξετάσεων» τονίζει ο ειδικός.
Το 81% αξιολογεί ότι στην ευρύτερη κοινωνική πολιτική η κυβέρνηση ήταν λίγο-πολύ ασυνεπής. «Τα σοβαρά προβλήματα στον χώρο της υγείας και των νοσηλευτικών ιδρυμάτων της χώρας, η στεγαστική κρίση για την οποία δεν αναλαμβάνεται καμία ουσιαστική πρωτοβουλία, η απουσία στοιχειωδών υποδομών από την ελληνική ύπαιθρο, που επιφέρει την ερημοποίησή της, η έλλειψη κινήτρων και κυρίως η κρατική αδιαφορία ακόμα και για το υψηλό κόστος της ανατροφής των παιδιών στην πλειονότητα των ελληνικών οικογενειών, που λειτουργούν προσαυξητικά για το πιο σοβαρό δημόσιο πρόβλημα της δεδομένης στιγμής, το δημογραφικό ζήτημα, δεν θα μπορούσαν να διαφύγουν από τα ραντάρ των πολιτών, υπερτονίζοντας και σε αυτό την ασυνέπεια των κυβερνητικών δεσμεύσεων» σημειώνει ο κ. Ζέρβας.
Οι δυνατοί τομείς της κυβέρνησης
Ο μοναδικός τομέας που υπερισχύουν οι θετικές αξιολογήσεις είναι η Άμυνα, με το 53% να κρίνει την κυβερνητική συνέπεια ως «λίγο» ή «εξαιρετικά συνεπή», έναντι 41% που εκφράζει αρνητική άποψη. Η εικόνα αυτή ίσως συνδέεται και με την πρόσκτηση οπλικών συστημάτων τα τελευταία χρόνια, όπως οι φρεγάτες Belharra που προβλήθηκαν από τα ελληνικά ΜΜΕ.
Μια πιο ισορροπημένη εικόνα παρατηρείται στην Ψηφιακή Διακυβέρνηση, με το 42% των ερωτηθέντων να αξιολογεί θετικά την κυβερνητική συνέπεια και το 51% αρνητικά. Πρόκειται για έναν από τους λίγους τομείς όπου οι θετικές αξιολογήσεις προσεγγίζουν τις αρνητικές, και υποδηλώνει συγκριτικά ευνοϊκότερη αποτίμηση.
Το τρίτο προνομιακό πεδίο είναι εκείνο του τουρισμού, που αξιολογείται θετικά συγκριτικά με τους άλλους τομείς, καθώς το 44% κρίνει την κυβέρνηση ως «λίγο» ή «εξαιρετικά συνεπή», έναντι 49% που εκφράζει αρνητική γνώμη. Η εικόνα αυτή τον κατατάσσει μεταξύ των τριών τομέων με τις υψηλότερες θετικές επιδόσεις στην έρευνα.
Σημειώνεται πως οι διασταυρώσεις της έρευνας αποκαλύπτουν σαφείς γραμμές διαίρεσης στην κοινή γνώμη. Οι γυναίκες αξιολογούν την κυβέρνηση πιο αυστηρά σχεδόν σε όλους τους τομείς, με τη μεγαλύτερη διαφορά φύλου να καταγράφεται στην Ψηφιακή Διακυβέρνηση. Η αρνητικότητα αυξάνεται με την ηλικία, ιδίως στα Εργασιακά, το Συνταξιοδοτικό και τη Δικαιοσύνη, ενώ οι υψηλότερα μορφωμένοι είναι αυστηρότεροι στα κοινωνικά ζητήματα αλλά πιο θετικοί στους τεχνοκρατικούς τομείς (Άμυνα, Ψηφιακή Διακυβέρνηση).
Η αντίληψη της ατιμωρησίας


Η αντίληψη της ατιμωρησίας των πολιτικών είναι σχεδόν καθολική. Το 91% των ερωτηθέντων συμφωνεί (74% «συμφωνώ απόλυτα», 17% «συμφωνώ») ότι οι πολιτικοί σπάνια υφίστανται πραγματικές συνέπειες για παραβάσεις ή αθετημένες δεσμεύσεις. Μόλις το 6% διαφωνεί με αυτή την άποψη.


Οι απόψεις εμφανίζονται μοιρασμένες, με μια ελαφρά τάση συμφωνίας. Το 52% συμφωνεί ότι η λογοδοσία των πολιτικών περιορίζεται κυρίως στην προεκλογική περίοδο, ενώ το 45% διαφωνεί. Τα ευρήματα υποδηλώνουν έντονο προβληματισμό για τη συνέχεια της λογοδοσίας μετά τις εκλογές. «Αυτό που προκύπτει με ενάργεια είναι μια κρίση εμπιστοσύνης που δεν αφορά μόνο την πολιτική εξουσία αλλά και τους θεσμούς ελέγχου της» επισημαίνει ο κ. Καραδημητρίου.
«Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι ούτε οι κυβερνώντες λογοδοτούν αλλά ούτε και τα μέσα ενημέρωσης ασκούν αποτελεσματικό έλεγχο, τότε η ανεξάρτητη, τεκμηριωμένη δημοσιογραφία και τα εργαλεία διαφάνειας – όπως οι πλατφόρμες καταγραφής δεσμεύσεων – γίνονται απαραίτητος όρος για την ίδια τη δημοκρατική λογοδοσία» προσθέτει ο ίδιος.


Η μεγάλη πλειονότητα των πολιτών αναγνωρίζει την ύπαρξη πολιτικής μεροληψίας στην αξιολόγηση των πολιτικών προσώπων. Συγκεκριμένα, το 86% συμφωνεί με τη διαπίστωση ότι οι ψηφοφόροι είναι πιο επιεικείς απέναντι στους πολιτικούς που υποστηρίζουν, ενώ μόλις το 10% διαφωνεί.
«Το παιχνίδι είναι στημένο»


Η εμπιστοσύνη στους μηχανισμούς πολιτικής λογοδοσίας καταγράφεται εξαιρετικά χαμηλή. Το 92% των ερωτηθέντων δηλώνει ότι δεν θεωρεί πως οι πολιτικοί λογοδοτούν επαρκώς για τις πράξεις και τις παραλείψεις τους, ενώ μόλις το 7% εκφράζει θετική άποψη. Το εύρημα αυτό αναδεικνύει ένα έντονο έλλειμμα εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα.
«Τα ευρήματα της έρευνας συνάδουν με πληθώρα συναφών μετρήσεων που πραγματοποιούνται από ποικίλους επιστημονικούς φορείς και εταιρείες ερευνών γνώμης εδώ και πολλά χρόνια» λέει στο in ο Νίκος Δεμερτζής, Καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας και Επικοινωνίας, Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ, ΕΚΠΑ. «Αποκαλύπτουν μια προσλαμβανόμενη έλλειψη ανταπόκρισης του πολιτικο-διοικητικού συστήματος, κλιμακούμενη δυσπιστία στις εφαρμοζόμενες τομεακές πολιτικές αλλά και μια παγιωμένη δυσανεξία και αποξένωση από τους κυβερνητικούς αξιωματούχους».
Ο κ. Δεμερτζής υπογραμμίζει ότι τα παραπάνω είναι κρίσιμοι δείκτες της «κρίσης πολιτικής αντιπροσώπευσης και κρίσης νομιμοποίησης του εν γένει πολιτικού υποσυστήματος και μάλιστα πρωτίστως από άτομα υψηλού μορφωτικού επιπέδου που κατά τεκμήριο διαθέτουν επεξεργασμένους κώδικες ερμηνείας και αξιολόγησης του πολιτικού περιβάλλοντος».
Παράλληλα, καταλήγει «η δυσπιστία τους συμπεριλαμβάνει και τα μέσα ενημέρωσης, κάτι που όπως ξέρουμε ανέκαθεν δημιουργεί ένα σπιράλ πολιτικο-επικοινωνιακού κυνισμού, καθώς οι πολίτες νιώθουν πως το “παιχνίδι είναι στημένο”».
*H έρευνα διενεργήθηκε με δομημένο ηλεκτρονικό ερωτηματολόγιο σε δείγμα 839 ατόμων. Δεν πρόκειται για σταθμισμένη δημοσκόπηση αντιπροσωπευτική του συνόλου του εκλογικού σώματος, αλλά για καταγραφή στάσεων ενός κατά βάση αστικού (84% αστικές περιοχές) και υψηλά μορφωμένου κοινού (περίπου 6 στους 10 με πανεπιστημιακό ή μεταπτυχιακό τίτλο).





