Μια συγκλονιστική συνέντευξη παραχώρησε η Μαρία Αϊράουντο, γνωστή με το ψευδώνυμο «Μέρι», στην ιταλική εφημερίδα La Repubblica και στον δημοσιογράφο Μαουρίτσιο Κροσέτι.
Σε ηλικία 101 ετών σήμερα, η εμβληματική παρτιζάνα ανασύρει μνήμες από την Αντίσταση, τη στιγμή που οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα από τους φασίστες και τη σφαίρα που παραμένει μέχρι σήμερα στον πνεύμονά της – μια διαρκή υπενθύμιση του τιμήματος της ελευθερίας.
Με λόγο που καθηλώνει, η Μαρία Αϊράουντο περιγράφει τον αγώνα των «ανταρτών» στα βουνά του Τορίνο και στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα στις νέες γενιές.
Η Μαρία κοιτάζει από το παράθυρο τα βουνά του δικού της πολέμου για την ελευθερία. Τα δάση, τα οροπέδια και τις κοιλάδες όπου οι «αντάρτες» («Έτσι μας έλεγαν τότε, ξέρετε, όχι παρτιζάνους») έδωσαν τη ζωή τους για να επιστρέψει η ζωή στον τόπο. Είναι 101 ετών. Όταν ήταν 19, ήταν «σύνδεσμος» (staffetta)· μετέφερε όπλα και έγγραφα. Μετά οι φασίστες τη συνέλαβαν. Την εκτέλεσαν, αλλά εκείνη δεν πέθανε.
Εκείνη η σφαίρα στον δεξί πνεύμονα είναι το σημάδι και το νόημα της ύπαρξής της – και εν μέρει και της δικής μας. Εμείς, οι «ανεπίγνωστα ελεύθεροι», ενίοτε και αχάριστοι. Αυτή είναι η Μαρία Αϊράουντο, η παρτιζάνα «Μέρι». Της σφίγγουμε τα χέρια· είναι τόσο κρύα. Τα μάτια της όμως όχι. Τα μάτια της λάμπουν και καίνε ακόμα.
Ακολουθεί η συνέντευξη:
Μαρία, τι έχουν δει τα μάτια σας;
«Μαύρα πράγματα. Όμως υπάρχει πάντα μια ανώτερη δύναμη μέσα μας. Πιστεύω ότι οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερη θέληση να κάνουν μια νέα αρχή. Εγώ, άλλωστε, είμαι ακόμα εδώ».
Θα μας διηγηθείτε τη ζωή σας ως παρτιζάνα;
«Ήμουν εργάτρια κλωστοϋφαντουργίας στο εργοστάσιο Mazzonis στη Λουζέρνα. Φρόντιζα και για τον ανεφοδιασμό του κυλικείου της εταιρείας, κι έτσι μπορούσα να κυκλοφορώ με ποδήλατο έχοντας άδεια από τους Γερμανούς, ακόμα και στην απαγόρευση κυκλοφορίας. Τους παρτιζάνους τους γνώριζα γιατί έρχονταν στο αγρόκτημά μας για να πάρουν κάτι να φάνε. Ήταν φίλοι. Μια μέρα μου ζήτησαν να τους βοηθήσω. Δεν το σκέφτηκα ούτε στιγμή».
Ποια ήταν η αποστολή σας;
«Πήγαινα τα όπλα για επισκευή στον μηχανικό Ρενάτο Ροσμίνο, ο οποίος ήταν εξαιρετικός και έφτιαχνε μέχρι και τα ρολόγια των παιδιών. Είχα πιστόλια και τουφέκια στην τσάντα μου, και έγγραφα σε κρυφές τσέπες, ραμμένες στο σουτιέν και στο εσώρουχο. Ποδηλατούσα τριάντα χιλιόμετρα τη μέρα, έπρεπε να περάσω από οκτώ σημεία ελέγχου. Μια φορά, ένας Γερμανός μου έστρεψε το πιστόλι στο πρόσωπο και με ρώτησε: “Τι έχεις στην τσάντα;”. Εγώ, τρελή, του απάντησα: “Ένα αυτόματο!”. Εκείνος άρχισε να γελάει και με άφησε να φύγω. Όμως, το αυτόματο το είχα πράγματι μαζί μου».
Μετά σας συνέλαβαν ;
«Ήμασταν τρεις. Μας έπιασαν στη Madonnina di Bagnolo. Μας ξυλοκόπησαν άγρια και μετά μας καταδίκασαν σε θάνατο: ήταν 26 Μαρτίου του ’45. Το να περιμένεις τον θάνατο είναι χειρότερο από το να πεθαίνεις. Μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα ξέρεις ότι η ζωή σου τελειώνει, κι όμως ήμουν αποφασισμένη, ήξερα ότι έκανα το σωστό. Την ομοβροντία τη θυμάμαι σαν άμμο στο πρόσωπο και πάνω μου. Τα πόδια μου λύγισαν, έπεσα αλλά δεν πέθανα. Οι δύο σύντροφοί μου, όμως, χάθηκαν. Ήμουν τραυματισμένη, λιποθύμησα, με πέρασαν για νεκρή. Από τότε, έχω εκείνο το θραύσμα στον δεξί πνεύμονα. Το νιώθω να με τσιμπάει κάθε φορά που αναπνέω. Και κάθε φορά που αναπνέω, θυμάμαι τι είναι η ελευθερία».
Σε ποια Ταξιαρχία ανήκατε;
«Στην Garibaldi, την 105η. Θέλαμε να απαντήσουμε στη ναζιφασιστική σφαγή στο Μπανιόλο Πιέμοντε, στις 30 Δεκεμβρίου 1943, όταν δολοφονήθηκαν 22 πολίτες που δεν είχαν κάνει τίποτα. Θυμάμαι ένα δεκαεπτάχρονο αγόρι κρεμασμένο, που στο χέρι του έσφιγγε ακόμα μια γωνιά ψωμί. Και τον τραυματία που φώναζε “μη με αφήνετε να πεθάνω”: για να του δώσουμε την τελευταία μετάληψη του βγάλαμε παπούτσια και κάλτσες. Είχε μια σφαίρα ακόμα και στη φτέρνα και ένα κομμάτι έντερο έξω. Καθάρματα».
Εσείς χρησιμοποιήσατε ποτέ όπλο;
«Δεν έριξα ποτέ ούτε έναν πυροβολισμό, αλλά θα ήξερα πώς να το κάνω. Ήμουν η παρτιζάνα “Μέρι” και έπαιρνα το ποδήλατο κάθε μέρα, ακόμα και με χιόνι. Ο καημένος ο πατέρας μου ο Μπαρτολομέο, που είχε μια κοκαλιάρα αγελάδα και λίγη γη, μου έλεγε συνέχεια: “Δεν θα ησυχάσεις αν δεν σε σκοτώσουν”. Ξέρω ότι του έδωσα πολλές πίκρες».
Σκέφτεστε συχνά εκείνα τα χρόνια;
«Ναι, αλλά για να επιβιώσεις πρέπει και να ξεχνάς, ο πόνος είναι υπερβολικός. Άρχισα να αρμέγω την αγελάδα μόλις τελείωσα την τετάρτη δημοτικού. Για τα κορίτσια είναι πάντα δύσκολα τα πράγματα. Εγώ ήθελα να σπουδάσω αλλά δεν υπήρχαν χρήματα, ήμασταν τέσσερις αδελφές και δύο αδελφοί. Οι φασίστες μας έκαψαν το αγρόκτημα τρεις φορές».
Πώς έβλεπαν τότε τις γυναίκες παρτιζάνες;
«Επειδή ζούσαμε κρυμμένες στα βουνά μαζί με τους άντρες, μας έλεγαν πόρνες. Ακόμα και κάποιοι δικοί μας σύντροφοι, για να είμαστε ειλικρινείς, θα προτιμούσαν να είχαμε μείνει στο σπίτι να καθαρίζουμε και να μαγειρεύουμε. Όμως μας είχαν ανάγκη – ξέρετε πώς είναι οι άντρες. Αλλά χωρίς την ψήφο των γυναικών στο δημοψήφισμα, θα είχε κερδίσει η μοναρχία, είμαι σίγουρη. Ήμασταν όλοι κομμουνιστές και δεν ξέραμε καν τι σήμαινε αυτό».
Τι θυμάστε από τη σφαγή στο Μπανιόλο Πιέμοντε;
«Τα φέρετρα που γέμιζαν την εκκλησία του Βιλάρ Μπανιόλο. Είχαν βγάλει έξω τα στασίδια για να χωρέσουν όλα. Ακόμα και ο παπάς έκλαιγε, δεν μπορούσε να συνεχίσει. Οι νεκροθάφτες έσκαβαν τρεις μέρες για να τους θάψουν όλους μαζί. Και μετά εκείνα τα πέντε πτώματα που τα κατασπάραξαν τα σκυλιά στο Σαν Ρόκο. Το χειρότερο όμως ήταν όταν έπρεπε να πούμε σε μια μάνα ότι της σκότωσαν το παιδί: θυμάμαι μια δόλια γυναίκα που ξερίζωνε τα μαλλιά της. Εγώ έφυγα τρέχοντας, δεν άντεχε η καρδιά μου να μείνω, ενώ εκείνη η μάνα ούρλιαζε στον άνεμο το όνομα του αγοριού».
Τι θυμάστε από την κήρυξη του πολέμου;
«Μας συγκέντρωσαν στην αυλή του δημοτικού σχολείου της Λουζέρνα. Ήταν προς το βράδυ, αλλά υπήρχε στον αέρα εκείνο το φως του Ιουνίου. Όταν η φωνή του Ντούτσε σίγησε, σχεδόν όλοι έκλαιγαν».
Πώς ζήσατε την 25η Απριλίου 1945 (Ημέρα Απελευθέρωσης);
«Ήμουν ακόμα τραυματισμένη, δυστυχώς δεν μπόρεσα να συμμετάσχω στην εξέγερση. Πολλοί δικοί μας δεν επέστρεψαν ποτέ».
Φοβάστε μήπως αναγεννηθεί εκείνος ο φασισμός;
«Όχι, γιατί τα σημερινά παιδιά είναι πιο ενημερωμένα από εμάς και θα ήξεραν να αντισταθούν με την εξυπνάδα τους. Αλλά όταν πήγαινα να μιλήσω στα σχολεία –και το έκανα μέχρι πριν από τέσσερα-πέντε χρόνια– επαναλάμβανα ότι η ελευθερία δεν είναι ένα αιώνιο αγαθό, δεν είναι ένα δώρο που λαμβάνεις μια και καλή, αλλά μια κατάκτηση που πρέπει να υπερασπίζεσαι κάθε μέρα. Και ποτέ να μην απελπίζεσαι».
Μαρία, τι ήταν τελικά οι παρτιζάνοι;
«Ό,τι καλύτερο είχε ποτέ η Ιταλία».






