Η γήρανση του πληθυσμού χαρακτηρίζεται από τους ειδικούς ως ένας «πολλαπλασιαστής κινδύνων» για την οικονομία, καθώς προκαλεί βαθιές μεταβολές που επηρεάζουν τη σταθερότητα και την ανάπτυξη της χώρας. Το δημογραφικό δεν είναι ένα μεμονωμένο πρόβλημα αποτελεί μια κρίσιμη πρόκληση η οποία δεν αφορά πλέον το μακρινό μέλλον.
Οι κρίσιμες επιπτώσεις της δημογραφικής γήρανσης στην ελληνική οικονομία. Η ανάγκη για αναμόρφωση του κοινωνικού κράτους και ενίσχυση της παραγωγικότητας μέσω της τεχνολογίας. Παρεμβάσεις απέναντι στη συρρίκνωση του ενεργού πληθυσμού.
Τα ποσοστά γεννήσεων συνεχίζουν να υποχωρούν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, πολύ κάτω από το όριο που απαιτείται για τη διατήρηση του πληθυσμού. Η εξέλιξη του δείκτη γονιμότητας αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα κεφάλαια της σύγχρονης κοινωνικής ιστορίας. Από τα υψηλά ποσοστά των αρχών του 20ού αιώνα, περάσαμε σε μια φάση «δημογραφικού χειμώνα» που εντάθηκε ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση του 2010.
Οι σύγχρονες προκλήσεις, όπως η οικονομική αβεβαιότητα, η ανεργία, η υπεραπασχόληση των γονέων και η έλλειψη επαρκών κοινωνικών πολιτικών υποστήριξης (π.χ. παιδικοί σταθμοί, άδειες), λειτουργούν ως ανασταλτικοί παράγοντες για την απόκτηση παιδιών.
Η αναλογία ηλικιωμένων προς τον ενεργό πληθυσμό
Tο πώς η γήρανση «πνίγει» την ανάπτυξη και ετοιμάζεται να πυροδοτήσει σοκ στην εργασία και τα δημόσια οικονομικά συζητήθηκε εκτενώς στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.
O Tomasz Koźluk, από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), αναφέρθηκε στην ένταση του προβλήματος σημειώνοντας πως η αναλογία ηλικιωμένων προς τον ενεργό πληθυσμό έχει αλλάξει δραματικά: από 1 προς 10 τη δεκαετία του 1960, σήμερα έχει φτάσει στο 1 προς 3, ενώ τις επόμενες δεκαετίες αναμένεται να αγγίξει το 1 προς 2.

Πρόκειται για μια μεταβολή με βαθιές συνέπειες:
- αυξανόμενη πίεση σε συντάξεις και δαπάνες υγείας,
- ελλείψεις εργατικού δυναμικού,
- αβεβαιότητα για την παραγωγικότητα.
«Η γήρανση είναι προβλέψιμη, αλλά συχνά καθυστερούμε να αντιδράσουμε», σημείωσε, επισημαίνοντας ότι η τεχνολογία —και ειδικά η Τεχνητή Νοημοσύνη— μπορεί να λειτουργήσει ως μέρος της λύσης, αλλά όχι αυτόματα.

Η επόμενη μέρα για το δημογραφικό
O Arnstein Aassve, καθηγητής στο Bocconi, μίλησε για ένα «σοκ πραγματικότητας». Όπως είπε, το κοινωνικό κράτος σχεδιάστηκε για μια εντελώς διαφορετική δημογραφική δομή, που πλέον δεν υφίσταται.
«Σήμερα δεν επιστρέφουμε στο παρελθόν — πρέπει να χτίσουμε ανθεκτικότητα για το μέλλον», τόνισε. Μπροστά σε ένα πρόβλημα που απειλεί τα θεμέλια του δυτικού κόσμου εξέφρασε την άποψη ότι οι πολιτικές πρέπει να επανασχεδιαστούν με βάση νέους στόχους: είτε τη διατήρηση του πληθυσμού είτε την ενίσχυση της ανάπτυξης μέσω παραγωγικότητας και μεταρρυθμίσεων.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη νεότερη γενιά, η οποία είναι σημαντικά μικρότερη σε μέγεθος, γεγονός που επηρεάζει όχι μόνο την οικονομία αλλά και τη δημοκρατική εκπροσώπηση.
Το τρίπτυχο «γεννάμε λιγότερο, ζούμε περισσότερο και μετακινούμαστε περισσότερο», αποτελεί «βόμβα» στα θεμέλια της κοινωνίας καθώς νέες δοκιμασίες αναδύονται στην οργάνωση της αγοράς εργασίας σε ένα περιβάλλον μειωμένου εργατικού δυναμικού.
Στα σενάρια που εξετάζονται για να αντιστραφεί η δυσμενής κατάσταση, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, κεντρικό ρόλο έχει η αξιοποίηση δεξαμενών εργατικού δυναμικού, οι οποίες σήμερα εμφανίζουν χαμηλά ποσοστά συμμετοχής στην αγορά εργασίας.

O υπουργός Επικρατείας, Άκης Σκέρτσος αναφέρθηκε στο «παράδοξο της ευημερίας»: Όσο αυξάνεται το επίπεδο ζωής, τόσο μεταβάλλονται οι προτεραιότητες: οι άνθρωποι αποκτούν παιδιά σε μεγαλύτερη ηλικία, κάνουν λιγότερα και επενδύουν περισσότερο στην καριέρα και την ποιότητα ζωής και ανέπτυξε την εθνική στρατηγική με ορίζοντα εννέα ετών που έχει στόχο τη σταθεροποίηση της πτώσης της γονιμότητας και τη στήριξη των οικογενειών.
Ο δείκτης γονιμότητας
Πολλοί ειδικοί, όπως ο Wolfgang Lutz, αυστριακός δημοσιογράφος στη δημογραφική ανάλυση υποστηρίζουν ότι όταν μια χώρα πέσει κάτω από ένα ορισμένο επίπεδο γονιμότητας (π.χ. 1,3 παιδιά ανά γυναίκα) για αρκετά χρόνια, δημιουργείται μια κοινωνική συνήθεια. Οι νέες γενιές μεγαλώνουν σε οικογένειες με ένα παιδί ή καθόλου, και αυτό γίνεται το «νέο φυσιολογικό», καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολη την αναστροφή της τάσης μέσω απλών επιδομάτων.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat ο δείκτης γονιμότητας στη χώρα μας βρίσκεται σταθερά στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κυμαίνεται γύρω στο 1,25 ανά γυναίκα, παρουσιάζοντας ελάχιστες μεταβολές τα τελευταία χρόνια και απέχοντας πολύ από το 2,09 που είχε η χώρα στις αρχές της δεκαετίας του 1980.
Πρόσφατες προβολές των Ηνωμένων Εθνών (2024) και της Eurostat (EUROPOP-2023) για την περίοδο 2025-2050, διαπιστώνεται μια σύγκλιση στην εκτίμηση ότι το αρνητικό ισοζύγιο γεννήσεων-θανάτων στην Ελλάδα είναι μη αναστρέψιμο.
Η καθοδική πορεία θα συνεχιστεί και ο πληθυσμός θα φτάσει τα 7,3 εκατομμύρια έως το 2100 με ότι αυτό συνεπάγεται τόσο στο ασφαλιστικό σύστημα όσο και στην αγορά εργασίας και τη συνολική αναπτυξιακή πορεία της χώρας.






