Σεισμό στο παγκόσμιο εμπόριο και τις διεθνείς διπλωματικές σχέσεις προκαλεί η σύλληψη του πρώην ισχυρού άνδρα της ναυτιλίας του Παναμά, χθες Τετάρτη 9 Ιουλίου.
Η υπόθεση φέρνει στην επιφάνεια ένα σκοτεινό παρασκήνιο διαφθοράς, οικονομικής απιστίας και παρασκηνιακών πιέσεων ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη.
Η σύλληψη του Νοριέλ Αραούς στο αεροδρόμιο Τοκουμέν
Ο Νοριέλ Αραούς, ο οποίος διετέλεσε επικεφαλής της Ναυτιλιακής Αρχής του Παναμά (AMP) από το 2019 έως το 2024, προσήχθη από τις αστυνομικές αρχές στο διεθνές αεροδρόμιο Τοκουμέν, αμέσως μόλις αποβιβάστηκε από πτήση προερχόμενη από την Παραγουάη.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της παναμαϊκής αστυνομίας, ο πρώην αξιωματούχος αποτελεί το κεντρικό πρόσωπο μιας εκτεταμένης έρευνας:
«Η έρευνα διενεργείται από τη διεύθυνση καταπολέμησης της διαφθοράς της εισαγγελίας για το φερόμενο αδίκημα της απιστίας σε βάρος του δημοσίου και για αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η ζημία του νομικού προσώπου του δημοσίου ανέρχεται σε 1,3 εκατ. δολάρια»
Το «μπλόκο» στον κολοσσό του Χονγκ Κονγκ και οι νέες συμβάσεις
Στο επίκεντρο της πολιτικής θύελλας βρίσκεται η απόφαση που έλαβε η AMP υπό τη διεύθυνση του κ. Αραούς το 2021, να ανανεώσει τη σύμβαση εκμετάλλευσης δύο στρατηγικών λιμανιών με την εταιρεία Panama Ports Company (PPC), θυγατρική του ομίλου CK Hutchison με έδρα το Χονγκ Κονγκ. Ο εν λόγω όμιλος διαχειριζόταν από το 1997 τους τερματικούς σταθμούς Μπαλμπόα (στον Ειρηνικό) και Κριστόμπαλ (στον Ατλαντικό), δηλαδή τις δύο πύλες εισόδου της διώρυγας.
Ωστόσο, τον περασμένο Ιανουάριο, η παναμαϊκή δικαιοσύνη προχώρησε σε μια ιστορική απόφαση, ακυρώνοντας την παραχώρηση και χαρακτηρίζοντας τη σύμβαση «αντισυνταγματική» λόγω σωρείας παραβιάσεων της νομοθεσίας. Η κυβέρνηση ανέκτησε αμέσως τον έλεγχο των λιμανιών και υπέγραψε νέες συμβάσεις, παραχωρώντας την εκμετάλλευσή τους στην APM Terminals (θυγατρική της δανέζικης Maersk) και στην Terminal Investment Limited (θυγατρική της ιταλοελβετικής MSC).
Τα αντίποινα του Πεκίνου και η «σκιά» του Ντόναλντ Τραμπ
Αν και οι δικαστικές αρχές δεν συνδέουν επίσημα τη σύλληψη με το διπλωματικό θρίλερ, η απόφαση αυτή έχει προκαλέσει ακραία γεωπολιτική ένταση.
Η δεξιά κυβέρνηση του προέδρου Χοσέ Ραούλ Μουλίνο κατήγγειλε ότι η Κίνα, ως αντίποινα, προχώρησε σε δραματική αυστηροποίηση των ελέγχων σε παναμαϊκά πλοία που προσεγγίζουν τα κινεζικά λιμάνια.
Παράλληλα, ο Παναμάς κατήγγειλε ασφυκτικές πιέσεις από το Πεκίνο προκειμένου να παρέμβει στο Ανώτατο Δικαστήριο για να ανατραπεί η ακύρωση, κάτι που η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι αρνήθηκε να πράξει.
Από την άλλη πλευρά, η Κίνα κατηγορεί ανοιχτά την κυβέρνηση Μουλίνο ότι υπέκυψε στις απαιτήσεις του αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Η Ουάσιγκτον είχε εκφράσει έντονες ανησυχίες ότι το Πεκίνο επιχειρεί να αποκτήσει τον έλεγχο της στρατηγικής θαλάσσιας οδού, με τον Τραμπ να προειδοποιεί ακόμη και με μονομερή παρέμβαση των ΗΠΑ για την προστασία της υποδομής, αν διαπιστωνόταν αθέτηση των διεθνών εμπορικών συμφωνιών.






