Αντιφατικά μηνύματα εκπέμπει η αγορά εργασίας στην Ελλάδα, αν κρίνουμε από τα στοιχεία δύο επίσημων φορέων που είδαν ταυτόχρονα το φως της δημοσιότητας. Σύμφωνα με τη νέα ανάλυση της Τράπεζας της Ελλάδας (Note_on_the_Greek_economy_20_02_2026), οι προοπτικές στην αγορά εργασίας παραμένουν θετικές, με την απασχόληση να αυξάνεται και την ανεργία να μειώνεται. Ωστόσο υπάρχουν προκλήσεις, που συνδέονται με τη «στενότητα» στην αγορά εργασίας (labour market tightness).
Υπενθυμίζουμε ότι στενότητα υπάρχει όταν οι κενές θέσεις εργασίας υπερβαίνουν την προσφορά εργατικών χεριών, κάτι που στην Ελλάδα δεν ισχύει ως γενικός κανόνας, αλλά μόνο σε ορισμένους κλάδους. Σύμφωνα με τους εργοδότες οι κενές θέσεις εργασίας συνδέονται με την αναντιστοιχία δεξιοτήτων, όταν δηλαδή ότι οι υποψήφιοι εργαζόμενοι ανά κλάδο και περιοχή δεν καλύπτουν τις ανάγκες και τη ζήτηση μιας συγκεκριμένης αγοράς. Από τη σκοπιά των εργαζομένων η αναντιστοιχία μπορεί να συνδέεται με τις χαμηλές αμοιβές και συνθήκες εργασίας, που δεν καλύπτουν τις δικές τους ανάγκες, προτεραιότητες και προσόντα. Αποτελεί άλλωστε κοινή παραδοχή ότι έχουμε από το πλέον υπερ-εκπαιδευμένο (overqualified) εργατικό δυναμικό στην ΕΕ, με σχεδόν τέσσερις στους δέκα νέους εργαζόμενους να έχουν υψηλότερα μορφωτικά προσόντα από αυτά που απαιτούνται για τη δουλειά τους.

ΔΥΠΑ: Αυξήθηκαν οι άνεργοι τον Ιανουάριο
Πάντως, όπως παραδέχεται πρόσφατη ανάλυση της Eurobank, παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση της ανεργίας, η ελληνική αγορά εργασίας παραμένει «χαλαρή», καθώς το πραγματικό ποσοστό ανεργίας υπερβαίνει διαχρονικά την αποτελεσματική ανεργία. Το χάσμα ανεργίας έχει περιοριστεί αισθητά μετά το 2020, χωρίς όμως να μηδενιστεί, γεγονός που υποδηλώνει απόσταση από την πλήρη απασχόληση.
Η παραπάνω διαπίστωση επιβεβαιώνεται εν μέρει από τα νέα στατιστικά στοιχεία της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (ΔΥΠΑ) για την ανεργία.
Τον Ιανουάριο του 2026 οι άνεργοι ανήλθαν σε 923.853 άτομα.
Σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2025, η ανεργία αυξήθηκε κατά 7.964 άτομα (+0,9%), συνεχίζοντας μια ανοδική πορεία που είχε ξεκινήσει ήδη από τον προηγούμενο μήνα. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Ένωσης για την Υπεράσπιση της Εργασίας και του Κοινωνικού Κράτους (ΕΝΥΠΕΚΚ), ο αριθμός των ανέργων που δίνει η ΔΥΠΑ αντιστοιχεί στο δυσθεώρητο ποσοστό του 23,67% του εργατικού δυναμικού.

Απόκλιση στα ποσοστά ανεργίας
Τα στοιχεία της ΔΥΠΑ άλλη μια φορά αποκλίνουν από τους δείκτες της ΕΛΣΤΑΤ για την απασχόληση. Αν και ακόμα δεν έχει δημοσιοποιηθεί η έρευνα εργατικού δυναμικού για τον Ιανουάριο του 2026, τον Δεκέμβριο του 2025 η ΕΛΣΤΑΤ είχε καταγράψει 395.436 ανέργους, όταν στα μητρώα της ΔΥΠΑ οι εγγεγραμμένοι ήταν 915.889 άτομα. Πρόκειται για θηριώδη απόκλιση, κατά 560.985 ανέργους.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι σχεδόν οι μισοί άνεργοι είναι μακροχρόνια άνεργοι: 417.293 άτομα είναι εγγεγραμμένα στη ΔΥΠΑ για διάστημα άνω των 12 μηνών, ενώ 506.560 άτομα αναζητούν εργασία για λιγότερο από έναν χρόνο. Παράλληλα, η ανεργία έχει έντονο γυναικείο πρόσημο, καθώς οι γυναίκες ανέρχονται σε 594.229 (64,3% του συνόλου), έναντι 329.624 ανδρών (35,7%).
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι μόνο 261.170 άνεργοι λαμβάνουν επίδομα ανεργίας, δηλαδή περίπου 28% του συνόλου. Το χαμηλό αυτό ποσοστό συνδέεται με τα αυστηρότερα κριτήρια επιδότησης που ισχύουν τα τελευταία χρόνια, αφήνοντας εκτός χιλιάδες ανέργους.
Τι δείχνει η ΤτΕ για την απασχόληση
Σύμφωνα με το πρόσφατο σημείωμα της Τράπεζας της Ελλάδος, η απασχόληση αυξήθηκε το γ’ τρίμηνο του 2025, κυρίως χάρη στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας στις κατασκευές, το λιανεμπόριο, τον τουρισμό και τις επαγγελματικές υπηρεσίες. Η ΤτΕ επικαλείται τα τελευταία στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ, που δείχνουν ότι η ανοδική πορεία της απασχόλησης συνεχίστηκε και τον Δεκέμβριο του 2025.
Η ανεργία μειώθηκε κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες το γ’ τρίμηνο του 2025 σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024, ενώ τον Δεκέμβριο καταγράφηκε περαιτέρω πτώση σε μηνιαία βάση. Αντίθετα, αυξήθηκε κατά 2,2 ποσοστιαίες μονάδες το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων, στοιχείο που υποδηλώνει επίμονες δυσκολίες στην επανένταξη συγκεκριμένων ομάδων στην αγορά εργασίας.

Αρνητικό ισοζύγιο προσλήψεων-απολύσεων τον Δεκέμβριο
Θετική ήταν συνολικά και η εικόνα στις ροές εξαρτημένης απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα το 2025, σύμφωνα με το σύστημα ΕΡΓΑΝΗ του υπουργείου Εργασίας, με τις καθαρές προσλήψεις να ξεπερνούν τα επίπεδα του 2024. Ωστόσο, τον Δεκέμβριο του 2025 οι καθαρές ροές έγιναν αρνητικές, λόγω απολύσεων σε ξενοδοχεία και επιχειρήσεις εστίασης.
Οι προσδοκίες των επιχειρήσεων για την απασχόληση, σύμφωνα με τον δείκτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υποχώρησαν τον Ιανουάριο του 2026 σε σχέση με τον Δεκέμβριο, κυρίως λόγω επιδείνωσης των εκτιμήσεων στο λιανεμπόριο και τη μεταποίηση.
Σύμφωνα με τη Eurostat, η στενότητα στην αγορά εργασίας δείχνει να αποκλιμακώνεται σταδιακά από τα τέλη του 2024 και στα τρία πρώτα τρίμηνα του 2025, ωστόσο παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Το ποσοστό κενών θέσεων εργασίας διαμορφώθηκε στο 1,8% το γ’ τρίμηνο του 2025, από 2,1% ένα χρόνο νωρίτερα, με τα υψηλότερα ποσοστά να καταγράφονται στις κατασκευές και στις επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες.
Μόλις 0,6% η πραγματική αύξηση των μισθών
Οι αμοιβές ανά εργαζόμενο αυξήθηκαν κατά 4% σε ετήσια βάση το γ’ τρίμηνο του 2025, ενώ σε πραγματικούς όρους κατέγραψαν άνοδο 0,6%, καθώς ο αποπληθωριστής της ιδιωτικής κατανάλωσης αυξήθηκε με χαμηλότερο ρυθμό από τις ονομαστικές αποδοχές.
Παράλληλα, το μοναδιαίο κόστος εργασίας συνέχισε να ενισχύεται, ελαφρώς υψηλότερα σε σχέση με τα προηγούμενα τρίμηνα του 2025, λόγω της μικρής υποχώρησης της παραγωγικότητας της εργασίας.
Οι δαπάνες του Δημοσίου για αμοιβές προσωπικού (μαζί με τις ασφαλιστικές εισφορές) αυξήθηκαν κατά 3,5% το 2025, έναντι αύξησης 6% το 2024.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΡΓΑΝΗ, ο μέσος μεικτός μηνιαίος μισθός διαμορφώθηκε στα 1.362,66 ευρώ το 2025, αυξημένος κατά 1,5% σε σχέση με το 2024. Σημαντική ήταν η αύξηση του αριθμού των εργαζομένων με αποδοχές άνω των 1.000 ευρώ τον μήνα, ενώ ειδικά όσοι αμείβονται με 1.001–1.200 ευρώ αυξήθηκαν κατά 29,2%.
Ταυτόχρονα, μετά την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 880 ευρώ, το ποσοστό των εργαζομένων με μεικτές αποδοχές κάτω από 1.000 ευρώ μειώθηκε στο 36,5%, από 46,3% το 2024.






