Προθεσμία για να απολογηθεί αργά το βράδυ έλαβε ο ιατροδικαστής που εμπλέκεται στην υπόθεση των φερόμενων παράνομων τοξικολογικών εκθέσεων στα Χανιά, ενώ ο καθηγητής τοξικολογίας, ο οποίος κατηγορείται στην ίδια δικογραφία, αφέθηκε ελεύθερος με αυστηρούς περιοριστικούς όρους μετά την απολογία του.
Σε βάρος του καθηγητή είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης για το αδίκημα της δωροληψίας υπαλλήλου κατ’ εξακολούθηση και κατ’ επάγγελμα, για ενέργειες που φέρεται να αντίκεινται στα υπηρεσιακά του καθήκοντα.
Σύμφωνα με τη δικογραφία που σχημάτισε η Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Χανίων, ο γνωστός τοξικολόγος φέρεται να συνέτασσε, έναντι αμοιβής, τοξικολογικές εκθέσεις «κατά παραγγελία», με στόχο να ευνοούνται συγκεκριμένα πρόσωπα και να επηρεάζεται η πορεία σοβαρών υποθέσεων.
Μετά την απολογία του, ανακρίτρια και εισαγγελέας αποφάσισαν να τον αφήσουν ελεύθερο, επιβάλλοντάς του χρηματική εγγύηση ύψους 30.000 ευρώ, απαγόρευση εξόδου από τη χώρα και υποχρέωση εμφάνισης δύο φορές τον μήνα, την 1η και τη 15η, στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας του.
Όσον αφορά τον ιατροδικαστή, η απολογία του αναβλήθηκε για αργότερα, καθώς υπήρξε αλλαγή συνηγόρου υπεράσπισής του. Πρόκειται για το δεύτερο πρόσωπο που βρίσκεται στο επίκεντρο της υπόθεσης, η οποία ερευνάται από τις διωκτικές αρχές.
Πώς ξετυλίχθηκε το κουβάρι της υπόθεσης στα Χανιά
Η έρευνα της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Χανίων διήρκεσε, όπως προαναφέρθηκε, πολλούς μήνες και βασίστηκε σε ένα ευρύ πλέγμα ανακριτικών ενεργειών. Μετά την αποκάλυψη της πρώτης φάσης της αποκαλούμενης «μαφίας των Χανίων», εκδόθηκαν διαδοχικά βουλεύματα για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών προσώπων που είχαν τεθεί στο μικροσκόπιο των αρχών, σύμφωνα με το cretalive.
Παράλληλα πραγματοποιήθηκαν φυσικές επιτηρήσεις, αναλύθηκαν τηλεφωνικές συνομιλίες και ψηφιακά πειστήρια, συλλέχθηκαν έγγραφα και ελήφθησαν καταθέσεις μαρτύρων.
Στη δικογραφία καταγράφονται κάμποσες σοβαρές υποθέσεις, κάποιες εκ των οποίων μάλιστα είχαν απασχολήσει εκτενώς την κοινή γνώμη και τα ΜΜΕ, στις οποίες φέρεται να υπήρξαν «παρεμβάσεις».
Για τον καθηγητή Τοξικολογίας το βάρος της έρευνας επικεντρώνεται στις τοξικολογικές γνωματεύσεις που εξέδιδε, στις αποκλίσεις που οι αρχές υποστηρίζουν ότι εντόπισαν σε συγκεκριμένες υποθέσεις, αλλά και στη διαδικασία λήψης και αποστολής δειγμάτων προς εξέταση, ακόμα και μέσω εταιρειών ταχυμεταφορών (courier), στοιχείο που επίσης αξιολογείται στο πλαίσιο της έρευνας.
Οι συνομιλίες για τις πρόσθετες αμοιβές
Στο υλικό της δικογραφίας περιλαμβάνονται επίσης απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες μεταξύ συνηγόρου και του καθηγητή Τοξικολογίας, οι οποίες, σύμφωνα με την αστυνομική αξιολόγηση, αφορούν συζήτηση για πρόσθετη χρηματική αμοιβή πέραν των ποσών που είχαν ήδη καταβληθεί για τις εργαστηριακές εξετάσεις.
Υποστηρίζεται ότι η επιπλέον αμοιβή δεν συνδεόταν μόνο με τη γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων των εξετάσεων, αλλά με τη σύνταξη αξιολόγησης που θα μπορούσε να υποστηρίξει την ύπαρξη ουσιοεξάρτησης και να αξιοποιηθεί σε ποινικό επίπεδο. Κατά την Αστυνομία η επίμαχη ηχητική συνομιλία τους παραδόθηκε με USB. Το ενδιαφέρον είναι ότι η η συνομιλία αυτή γίνεται δια ζώσης μεταξύ του τοξικολόγου και του δικηγόρου (δεν δικηγορεί στο Ηράκλειο) σε συνάντηση που έχουν κανονίσει για να συζητήσουν. Οι δυο τους έχουν συνεργαστεί και στο παρελθόν και ο δικηγόρος μάλιστα εκφράζει κατ’ επανάληψη τις ευχαριστίες του για την «εξυπηρέτηση» του παρελθόντος.






