Πολιτική

Εισαγγελείς: «Όχι» στην παράταση θητειών έως το 2027


Στα κάγκελα βρίσκεται ο δικαστικός κόσμος της χώρας μετά την κατάθεση διατάξεων από το Υπουργείο Δικαιοσύνης που αλλοιώνουν το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων και παρατείνουν τη θητεία των διοικήσεων έως το 2027.

Καταγγελίες από την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕνΔΕ), την Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος (ΕΕΕ) και την Ένωση Αξιωματικών ΕΛ.ΑΣ. για «επιτελικά τεχνάσματα» και παράκαμψη της δημόσιας διαβούλευσης.

Σε κατάσταση θεσμικής περιδίνησης εισέρχεται ο χώρος της Ελληνικής Δικαιοσύνης, καθώς η κατάθεση του νέου νομοσχεδίου του Υπουργείου Δικαιοσύνης στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής προκάλεσε την καθολική αντίδραση των συνδικαλιστικών οργάνων των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών.

Στο επίκεντρο της σκληρής αντιπαράθεσης βρίσκονται διατάξεις που κατατέθηκαν χωρίς να έχουν περιληφθεί στη δημόσια διαβούλευση, οι οποίες, σύμφωνα με τις ενώσεις,  καταργούν στην πράξη το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων, παγώνουν τις εκλογικές διαδικασίες έως το φθινόπωρο του 2027 και θέτουν αυστηρούς περιορισμούς στην πρόσβαση των πολιτών στον Άρειο Πάγο.

Η «Πέτρα του Σκάνδαλου»: Άρθρο 37 και η Παράταση των Θητειών έως το 2027

Με το Άρθρο 37 του σχεδίου νόμου (που φέρει τον τίτλο «Μέτρα για την προστασία από στρατηγικές αγωγές (SLAPP) – Νέο πλαίσιο για τη συμμόρφωση της Διοίκησης…»), η κυβέρνηση προχωρά σε δύο κομβικές παρεμβάσεις:

  1. Αύξηση θητείας: Η διάρκεια της θητείας των Διοικήσεων των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών αυξάνεται από τα 2 στα 3 έτη (αφορά τόσο τις αιρετές διοικήσεις όσο και εκείνες που ορίζονται βάσει αρχαιότητας).
  2. Μεταβατική παράταση: Ορίζεται ότι η θητεία των τριμελών συμβουλίων διοίκησης των πολιτικών δικαστηρίων (Πρωτοδικεία και Εφετεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης, Πειραιώς) καθώς και των Διευθύνσεων των Εισαγγελιών Εφετών και Πρωτοδικών Αθηνών και Θεσσαλονίκης παρατείνεται αυτοδίκαια έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2027.

Οι Αντιδράσεις των Ενώσεων:

  • Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕνΔΕ): Στην ανακοίνωσή της, η ΕνΔΕ τονίζει ότι η τακτική των συνεχών παρατάσεων «ξεπέρασε τα όρια της εξαίρεσης και διαμορφώνει τα χαρακτηριστικά ενός νέου κανόνα, ουσιαστικής κατάργησης του αυτοδιοίκητου». Παράλληλα, επισημαίνει ότι η απόφαση αυτή στερεί από εκατοντάδες πρώην Ειρηνοδίκες (οι οποίοι εντάχθηκαν στα Πρωτοδικεία με τον ν. 5108/2024) το συνταγματικό τους δικαίωμα να συμμετάσχουν στις αρχαιρεσίες για την ανάδειξη των διοικήσεων του δικαστηρίου τους.
  • Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος (ΕΕΕ): Κάνει λόγο για «αλλοίωση του αυτοδιοίκητου» και θυμίζει ότι ανάλογη επιχειρούμενη παράταση στο παρελθόν είχε ανακληθεί μετά από έντονες διαμαρτυρίες, υπογραμμίζοντας ότι η επαναφορά της διάταξης αγνοεί προκλητικά τον θεσμικό διάλογο.
  • Ένωση Αξιωματικών ΕΛ.ΑΣ.: Με μια πρωτοφανή σε οξύτητα ανακοίνωση, καταγγέλλει «επιτελικά τεχνάσματα» και «νυχτερινές τροπολογίες», διερωτώμενη: «Ποιοι λόγοι επέβαλαν τη ρύθμιση, αν όχι οι πολλαπλές δικαστικές εκκρεμότητες της Κυβέρνησης και η αγωνιώδης προσπάθειά της να ποδηγετήσει την Ηγεσία της Δικαιοσύνης

Άρθρο 38: Μπλόκο στην Απορρόφηση Απολυθέντων Δικαστών

Ένα ακόμη σοβαρό μέτωπο ανοίγει με το Άρθρο 38, το οποίο τροποποιεί το καθεστώς για τους δικαστικούς λειτουργούς που απολύονται από τη Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (π.χ. λόγω ανικανότητας ή χαμηλής απόδοσης/μεγάλων καθυστερήσεων):

  • Τι ίσχυε: Οι απολυθέντες δικαστικοί, εφόσον κρίνονταν ικανοί για διοικητική εργασία, μπορούσαν να διοριστούν σε «δημόσια διοικητική θέση» γενικά σε όλο το φάσμα του Δημοσίου.
  • Τι αλλάζει: Ο διορισμός τους περιορίζεται αποκλειστικά στις Γραμματείες των Δικαστηρίων/Εισαγγελιών και σε κεντρικές ή περιφερειακές υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Η ΕνΔΕ προειδοποιεί ότι η ρύθμιση αυτή ουσιαστικά ακυρώνει έναν θεσμό προστασίας της δικαστικής ανεξαρτησίας, καθώς τα περιορισμένα οργανογράμματα του Υπουργείου Δικαιοσύνης δεν θα μπορούν να απορροφήσουν τους πρώην δικαστές, στερώντας από το Δημόσιο την αξιοποίηση της εμπειρίας τους.

Άρθρο 59: «Φίλτρο» και Πλαφόν 20.000 Ευρώ στις Αναιρέσεις στον Άρειο Πάγο

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το Άρθρο 59, το οποίο αναμορφώνει τις προϋποθέσεις προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας:

  • Ποσοτικός περιορισμός (Πλαφόν): Ορίζεται ότι δεν επιτρέπεται αίτηση αναίρεσης στον Άρειο Πάγο αν το αντικείμενο της διαφοράς ή το επιδικασθέν ποσό είναι κατώτερο των 20.000 ευρώ.
  • Εξαιρέσεις: Από το ποσοτικό όριο εξαιρούνται ρητά οι εργατικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις που αφορούν υπέρβαση δικαιοδοσίας.
  • Τριμελές Συμβούλιο Αξιολόγησης: Θεσπίζεται ειδικό όργανο στον Άρειο Πάγο, το οποίο θα κρίνει κατ’ εξαίρεση παραδεκτές αιτήσεις κάτω των 20.000 ευρώ, εφόσον συντρέχουν λόγοι μείζονος σημασίας, εξαιρετικής πολυπλοκότητας ή ανάγκης ενοποίησης της νομολογίας.

Η παρατήρηση της ΕνΔΕ για τις Απορριπτικές Αποφάσεις:

Αν και η ΕνΔΕ αναγνωρίζει την ανάγκη αποσυμφόρησης του Αρείου Πάγου κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για γραμματική ατέλεια στη διατύπωση.

Συγκεκριμένα, ζητά να προστεθεί ρητή αναφορά ότι το πλαφόν των 20.000 ευρώ δεν αφορά τις αποφάσεις που απορρίπτουν εξ ολοκλήρου μια αγωγή (αφού σε αυτές δεν επιδικάζεται χρηματικό ποσό) ούτε τις μη χρηματικά αποτιμητές διαφορές, προκειμένου να μην αποκλειστούν αδίκως πολίτες από τον αναιρετικό έλεγχο.

ΟΙ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΩΣΕΩΝ

Ολόκληρη η ανακοίνωση της ΕνΔΕ:

«Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων οφείλει να επισημάνει τα σημαντικότερα ζητήματα που αναφύονται από τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στο νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο “Μέτρα για την προστασία από στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού σύμφωνα με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069 – Νέο πλαίσιο για τη συμμόρφωση της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις – Λοιπές διατάξεις”.

Όπως θα εκτεθεί και ειδικότερα παρακάτω, κάποιες πολύ σημαντικές αλλαγές που προτείνονται με το προς συζήτηση νομοσχέδιο και αφορούν στο αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων και την κατάσταση των δικαστικών λειτουργών, δεν διήλθαν το αναγκαίο στάδιο της διαβούλευσης, ώστε να συμπεριληφθούν στον θεσμικά αναγκαίο και επιβαλλόμενο από τις αρχές της καλής νομοθέτησης διάλογο αλλά εισάγονται απευθείας προς συζήτηση στη Βουλή κατά μη δικαιολογημένη παρέκκλιση από τις αρχές της καλής νομοθέτησης.

Ειδικότερα:

Άρθρο 37 ΣχΝ (Τροποποιήσεις του ΚΟΔΚΚΔΛ για διοικήσεις δικαστηρίων)

Με το υπ΄ αριθ. 37 άρθρο του ΣχΝ με τίτλο «Επανακαθορισμός του χρόνου θητείας των διοικήσεων των δικαστηρίων – Μεταβατική ρύθμιση – Τροποποίηση παρ. 4, 5 και 10 άρθρου 17 και παρ. 2 και 3 άρθρου 18 ΚΟΔΚΚΔΛ”, το οποίο δεν περιλαμβανόταν στον κείμενο του νομοσχεδίου που εισήχθη προς διαβούλευση, αλλάζει η διάρκεια της θητείας των Διοικήσεων των Δικαστηρίων από τα δύο έτη και αυξάνεται στα τρία έτη, ρύθμιση η οποία αφορά τόσο τις αιρετές διοικήσεις των μεγάλων δικαστηρίων, όσο και εκείνες που ορίζονται με βάση την αρχαιότητα στα μικρότερα δικαστήρια. Περαιτέρω, εισάγεται νέα μεταβατική διάταξη με την οποία ορίζεται ότι η θητεία των τριμελών συμβουλίων διοίκησης των πολιτικών δικαστηρίων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς, τόσο του Πρωτοδικείου όσο και του Εφετείου καθώς και οι διευθύνσεις των Εισαγγελιών Εφετών Αθηνών και των Εισαγγελιών Πρωτοδικών Αθηνών και Θεσσαλονίκης παρατείνεται μέχρι την 30.09.2027.

Είναι η πολλοστή πλέον φορά, που αναγκαζόμαστε να επαναλάβουμε ότι αυτή η πρακτική της ανανέωσης των θητειών των διοικήσεων, έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια της εξαίρεσης και διαμορφώνει τα χαρακτηριστικά ενός νέου κανόνα, ουσιαστικής κατάργησης του αυτοδιοίκητου. Το αυτοδιοίκητο των Δικαστηρίων, όμως, είναι ουσιώδες κεφάλαιο της δικαστικής ανεξαρτησίας. Οι δικαστικοί λειτουργοί, καλούνται, σύμφωνα με τον νόμο, σε τακτά χρονικά διαστήματα στα πολυπληθέστερα των δικαστηρίων της χώρας, να επιλέγουν τις διοικήσεις τους, γεγονός που εδώ και χρόνια διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία τους, στη βάση της επιλογής των καταλληλότερων, μεταξύ ίσων, με προσδιορισμένο ορίζοντα θητείας, ώστε να εξασφαλίζεται η εναλλαγή και να μη διαταράσσονται οι υπηρεσιακές ισορροπίες. Παράλληλα και η διετής διάρκεια της θητείας των Διοικήσεων, της οποίας η αλλαγή σε τρία έτη προτείνεται, αποτέλεσε πρόσφατη επιλογή του ίδιου του νομοθέτη του ν.4938/2022, ο οποίος ταυτόχρονα κατάργησε τη δυνατότητα επανεκλογής της ίδιας διοίκησης για δύο συνεχείς θητείες, ως ίσχυε μέχρι τη θέση του σε ισχύ (κατά το άρθρο 15 ν.1756/1988 ως ίσχυε πριν την θέση σε ισχύ του νέου ΚΟΔΚΔΛ – ν.4938/2022), ακριβώς γιατί κρίθηκε ότι η θητεία δύο ετών ισορροπεί τη σχέση μεταξύ δικαστικών και διοικητικών καθηκόντων του δικαστικού λειτουργού.

Ήδη από την πρώτη φορά που έλαβε χώρα παράταση της θητείας των τριμελών συμβουλίων διεύθυνσης με το άρθρο 51 ν.5108/2024 όπως η παρ. 1 τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ.2 Ν.5130/2024 (ΦΕΚ Α`127/01.08.2024), αλλά και στη συνέχεια, εκφράσαμε την αντίθεσή μας, τόσο με παρατηρήσεις επί των συγκεκριμένων νομοσχεδίων, όσο και με παρεμβάσεις μας στην ακρόαση των φορέων της Βουλής. Με κάθε σεβασμό σε όλους τους συναδέλφους που άσκησαν όλο αυτό το διάστημα καθήκοντα διοίκησης, θεωρούμε ότι αυτή η διαδικασία παρατάσεων πρέπει πλέον να σταματήσει.

Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη ότι ήδη δυνάμει του ν.5108/2024 για την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, στα Πρωτοδικεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς υπηρετούν και όλοι οι πρώην Ειρηνοδίκες, αποτελεί σοβαρή παραβίαση των δικαιωμάτων τους στην επιλογή των διοικήσεων το γεγονός ότι μέχρι σήμερα, δύο έτη μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου για την ενοποίηση, δεν είχαν την ευκαιρία να ασκήσουν το δικαίωμά τους για συμμετοχή στις αρχαιρεσίες των συμβουλίων διοίκησης των δικαστηρίων στα οποία υπηρετούν.

Σημειώνουμε, ότι μεταξύ των συναδέλφων που υπηρετούν στα παραπάνω Δικαστήρια, υπάρχουν πολλοί ικανοί για να αναλάβουν τη διοίκηση, εισφέροντας ικανότητες και νέα διάθεση, γεγονός που θα βελτιώσει την υπηρεσιακή λειτουργία και θα αποσοβήσει κινδύνους τυχόν διαχειριστικής κόπωσης. Άλλωστε, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανάληψη καθηκόντων των νέων διοικήσεων εκκινά την 01.10.2026, είναι δεδομένο πως όλη η αναγκαία προετοιμασία και οι δέουσες προσαρμογές θα έχουν υλοποιηθεί έγκαιρα από τις παρούσες διοικήσεις.

Για το λόγο αυτό δηλώνουμε την σαφή αντίθεσή μας με την προωθούμενη διάταξη. Σε κάθε περίπτωση, ζητούμε να λάβει χώρα ρητή δέσμευση του Υπουργείου (είτε στην ίδια τη ρύθμιση, είτε στην αιτιολογική έκθεση) ότι καμία άλλη παράταση δεν θα λάβει χώρα στο εξής και ότι η προτεινόμενη θα είναι η τελευταία.

Άρθρο 38 ΣχΝ

Με το άρθρο 38 ΣχΝ (ρυθμίσεις στον ΚΟΔΚΚΔΛ για απολυθέντες δικαστικούς λειτουργούς) – το οποίο επίσης δεν περιλαμβανόταν στο αρχικό κείμενο του νομοσχεδίου που εισήχθη προς διαβούλευση – αλλάζουν οι φορείς στους οποίους δύνανται να διορισθούν τυχόν απολυθέντες δικαστικοί λειτουργοί και ειδικότερα καταργείται η πρόβλεψη της δυνατότητας διορισμού των απολυθέντων πλην των γραμματειών δικαστηρίων και εισαγγελιών και “σε δημόσια διοικητική θέση” εν γένει, αλλά αντίθετα περιορίζεται πλέον στις ως άνω γραμματείες και στην κεντρική ή περιφερειακές υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Η διάταξη αυτή που αναμένεται να περιορίσει κατά πολύ την δυνατότητα απορρόφησης των απολυθέντων συναδέλφων σε άλλες υπηρεσίες του δημοσίου, αναμένεται να οδηγήσει με βεβαιότητα σε de facto ακύρωση ενός θεσμού προστασίας της δικαστικής ανεξαρτησίας. Ειδικότερα, η δυνατότητα του ΑΔΣ να εξασφαλίζει ότι δικαστικός λειτουργός που κρίθηκε ικανός για εργασία σε υπηρεσία του Δημοσίου μετά την απόλυσή του, θα μπορεί να συνεχίσει να προσφέρει λόγω των κατά κανόνα αυξημένων ουσιαστικών του προσόντων στο Δημόσιο, αναμένεται να περιορισθεί από τα πεπερασμένα οργανογράμματα των γραμματειών και των υπηρεσιών του υπουργείου Δικαιοσύνης, ενώ ουδέποτε έχει δημιουργηθεί οιοδήποτε πρόβλημα από τη μετακίνηση πρώην συναδέλφων σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου, που μπορούν να αξιοποιήσουν με διαφορετικό τρόπο την πείρα και τα προσόντα τους.

Θεωρούμε ότι η ως άνω διάταξη, θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να διατηρηθεί η προηγούμενη γενική πρόβλεψη για τη δυνατότητα διορισμού “σε δημόσια διοικητική θέση”.

Άρθρο 59 ΣχΝ: (Περιορισμοί στην άσκηση της αναίρεσης)

Με το άρθρο 59 του ΣχΝ επέρχονται αλλαγές στην κατεύθυνση περιορισμού της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης. Ειδικότερα, ορίζεται ποσοτικός περιορισμός με κριτήριο το επιδικασθέν από το δικαστήριο της ουσίας ποσό, ώστε να μην είναι καταρχήν παραδεκτές αιτήσεις αναίρεσης όταν έχει επιδικασθεί ποσό κατώτερο των 20.000 ευρώ, πλην της περίπτωσης υπέρβασης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Εξαίρεση προβλέπεται για τις εργατικές διαφορές, για τις οποίες δεν ισχύει κανένα ποσοτικό όριο. Ταυτόχρονα, θεσπίζεται Τριμελές Συμβούλιο του ΑΠ, αρμόδιο να κρίνει την κατ΄ εξαίρεση παραδεκτή άσκηση αναιρέσεων που πληρούν τα χαρακτηριστικά του “φίλτρου”, εφόσον διαπιστώνει τη συνδρομή σημαντικών λόγων, όπως η πολυπλοκότητα, η γενικότερη σημασία του νομικού ζητήματος και η αντίθεση της απόφασης σε πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου ή άλλου Ανώτατου Δικαστηρίου.

Αναγνωρίζουμε την ανάγκη διαμόρφωσης ενός πλαισίου αναβάθμισης του ρόλου του Αρείου Πάγου ως του ανώτατου Δικαστηρίου της πολιτικής Δικαιοσύνης, αρμόδιου για την επίλυση σημαντικών νομικών ζητημάτων, που ανακύπτουν στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης. Ως εκ τούτου, η δημιουργία ενός μηχανισμού αξιολόγησης της αναγκαιότητας προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο, που απαντάται σχεδόν σε όλα τα δικονομικά συστήματα της Ευρώπης, είναι κατανοητή και δικαιολογημένη, συμβατή σε κάθε περίπτωση με τα διεθνή κείμενα και της λειτουργία του θεσμού των ενδίκων μέσων. Σημειώνεται ότι θεωρούμε πως η διάταξη στη μορφή με την οποία εισάγεται προς ψήφιση, είναι σημαντικά βελτιωμένη σε σχέση με την αρχική μορφή που εισήχθη προς διαβούλευση, καθώς διαμορφώνει ένα στάδιο αξιολόγησης που περιλαμβάνει το σύνολο των υποθέσεων, ανεξαρτήτως ποσού, ώστε υποθέσεις μείζονος σημασίας για ειδικούς λόγους που τυχόν συντρέχουν, μείζονος πολυπλοκότητας ή όταν αφορούν νομικά ζητήματα με γενικότερη σημασία, καθώς και οι περιπτώσεις όπου είναι διακύβευμα η διατήρηση ή η διαμόρφωση νέας ενότητας της νομολογίας, να μην αποκλείονται από τον αναιρετικό έλεγχο λόγω ποσού.

Οφείλουμε ωστόσο να επισημάνουμε ότι η διατύπωση της διάταξης, παρά τη διευκρινιστική δήλωση που λαμβάνει χώρα στην Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης, ως προς το εύρος της, είναι κατά τη γνώμη μας γραμματικά ατελής. Ειδικότερα, κατά τη διατύπωση της διάταξης “Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης, όταν το ποσό που επιδικάζεται για τη διαφορά που άγεται ενώπιον του Αρείου Πάγου είναι κατώτερο των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ…” προκαλείται η εντύπωση στον εφαρμοστή της διάταξης ότι στην απαγόρευση άσκησης αναίρεσης περιλαμβάνονται εφόσον δεν ορίζεται κάτι ειδικότερα και οι αποφάσεις που απορρίπτουν την αγωγή, αφού ως προς αυτές δεν διαλαμβάνεται ειδική πρόβλεψη.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η διευκρινιστική αναφορά στην Ανάλυση Συνεπειών ρύθμισης που αναφέρει ότι “είναι δεκτικές αναίρεσης οι απορριπτικές της αγωγής αποφάσεις, αφού με αυτές δεν επιδικάζεται κάποιο ποσό, οι αποφάσεις με αναγνωριστικό διατακτικό, μη δεκτικό ακολούθως καταψήφισης με την έκδοση διαταγής πληρωμής κ.ο.κ. καθώς και οι αποφάσεις που εκδίδονται επί υποθέσεων με αντικείμενο ανεπίδεκτο χρηματικής αποτίμησης”, δεν αρκεί και για το λόγο αυτό θεωρούμε ότι θα πρέπει η διάταξη να αποσαφηνιστεί.

Ειδικότερα, προς αποφυγή παρερμηνειών, θα πρέπει να προστεθεί ειδική αναφορά εντός της διάταξης, που να καθιστά σαφές ότι στον περιορισμό άσκησης της αναίρεσης δεν καταλαμβάνονται οι αποφάσεις που απορρίπτουν την αγωγή, καθώς και οι αποφάσεις που αφορούν μη αποτιμητές σε χρήμα διαφορές».

 

Ολόκληρη η ανακοίνωση της ΕΛΑΣ:

«Με νυχτερινή τροπολογία και μετά το πέρας της διαβούλευσης του σχεδίου νόμου του υπουργείου Δικαιοσύνης για την ενσωμάτωση της οδηγίας για την προστασία από αγωγές SLAPP, η Kυβέρνηση  παρατείνει το χρόνο θητείας των διοικήσεων όλων των δικαστηρίων της χώρας από δύο σε τρία έτη (άρθρο 37).

Πρόκειται για μια ακόμα προκλητική νομοθετική ρύθμιση που δυναμιτίζει το Αυτοδιοίκητο των Δικαστηρίων και ουσιαστικά απαγορεύει την διενέργεια εκλογικής διαδικασίας σε όλα τα Δικαστήρια και Εισαγγελίες της χώρας μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2027.

Αναρωτιόμαστε ποιοι λόγοι επέβαλαν την ανωτέρω ρύθμιση, αν όχι οι πολλαπλές δικαστικές εκκρεμότητες που έχει η Κυβέρνηση με τη Δικαιοσύνη και η αγωνιώδης προσπάθειά της να ποδηγετήσει την Ηγεσία της.

Την απάντηση στα “επιτελικά τεχνάσματα” της Κυβέρνησης θα δώσουν οι συντεταγμένες λειτουργίες και ο ελληνικός λαός».

 

Η ανακοίνωση της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος

«Η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος εκφράζει τον έντονο προβληματισμό της για τη ρύθμιση του άρθρου 37 του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο «Μέτρα για την προστασία από στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού σύμφωνα με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069 – Νέο πλαίσιο για τη συμμόρφωση της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις – Λοιπές διατάξεις».

Με την προτεινόμενη διάταξη αυξάνεται από δύο σε τρία έτη η διάρκεια της θητείας των διοικήσεων των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, ενώ παρατείνεται έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2027 η θητεία των Διευθυνόντων της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών και των Εισαγγελιών Πρωτοδικών Αθηνών και Θεσσαλονίκης.

Η ρύθμιση αυτή εισάγεται χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική διαβούλευση με τις δικαστικές ενώσεις, παρότι αφορά τον πυρήνα της οργάνωσης της Δικαιοσύνης. Μεταβατικές ρυθμίσεις τέτοιου περιεχομένου αλλοιώνουν τον χαρακτήρα του αυτοδιοίκητου, ενός θεσμού που διασφαλίζει τη συμμετοχή των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών στη διαμόρφωση της διοίκησης των υπηρεσιών τους και ενισχύει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.

Η συζήτηση αυτή δεν είναι καινούργια. Με το αρχικό άρθρο 51 του ν. 5108/2024 είχε προβλεφθεί η παράταση, έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2025, τόσο της θητείας των τριμελών συμβουλίων διοίκησης των πολιτικών δικαστηρίων όσο και της θητείας των Διευθυνόντων των Εισαγγελιών Πρωτοδικών Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Ύστερα από την έγκαιρη και τεκμηριωμένη παρέμβαση της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδος, η διάταξη τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ. 2 του ν. 5130/2024, με αποτέλεσμα η παράταση να περιοριστεί αποκλειστικά στις θητείες των τριμελών συμβουλίων διοίκησης των πολιτικών δικαστηρίων.

Η επαναφορά σήμερα αντίστοιχης ρύθμισης για τις Εισαγγελίες αγνοεί τη θεσμική συζήτηση που έχει ήδη προηγηθεί και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος θεωρεί ότι ζητήματα με τόσο σημαντικές θεσμικές προεκτάσεις οφείλουν να αποτελούν αντικείμενο ουσιαστικής διαβούλευσης και καλεί το Υπουργείο Δικαιοσύνης να επανεξετάσει την προτεινόμενη ρύθμιση, διασφαλίζοντας τον θεσμό του αυτοδιοίκητου και την έγκαιρη διεξαγωγή των προβλεπόμενων διαδικασιών επιλογής των διοικήσεων».



Source link

sporadesnews
the authorsporadesnews