Σφοδρή επίθεση κατά της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ εξαπέλυσε ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, κατά τη διάρκεια ομιλίας του στο Μανχάταν. Συμμετέχοντας στη συναυλία «Rise Up, Sing Out» στις 14 Ιουνίου 2026, η οποία ήταν αφιερωμένη στην υπεράσπιση του Πρώτου Τροποποιητικού Άρθρου του αμερικανικού Συντάγματος, ο βραβευμένος με Όσκαρ ηθοποιός δεν μάσησε τα λόγια του, παρομοιάζοντας τη σχέση με την πατρίδα του με μια κακοποιητική κατάσταση.
«Το να αγαπάς τη χώρα μας αρχίζει να μοιάζει με το όταν ένα κακοποιημένο άτομο συνεχίζει να λέει ότι αγαπά αυτόν που το κακοποιεί», ανέφερε χαρακτηριστικά από το βήμα.
Το κατηγορητήριο για την πολιτική των ΗΠΑ
Ο Ντε Νίρο κατηγόρησε ευθέως τις Ηνωμένες Πολιτείες για την εμπλοκή τους σε «ανόητους και απάνθρωπους πολέμους», οι οποίοι, όπως είπε, έχουν κοστίσει τη ζωή σε χιλιάδες αθώους και έχουν προκαλέσει ανείπωτη οδύνη σε εκατομμύρια ανθρώπους. Στην κριτική του συμπεριέλαβε την υποβάθμιση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, τον βίαιο διαχωρισμό οικογενειών, αλλά και τη χρήση μασκοφόρων δυνάμεων καταστολής εναντίον του ίδιου του αμερικανικού λαού.
Απόσπασμα από την ομιλία του Ντε Νίρο:
Η ομιλία του κορυφώθηκε με μια ευθεία, προσωπική βολή κατά του Αμερικανού προέδρου: «Δεν μπορώ να αγαπώ μια χώρα που καθοδηγείται από έναν ρατσιστή, μισογύνη και ξενοφοβικό τύραννο. Δεν μπορώ να αγαπώ μια χώρα υπό την ηγεσία του Ντόναλντ Τραμπ και ενός Κογκρέσου γεμάτου κόλακες».
Πατριωτισμός δεν σημαίνει τυφλή υπακοή
Παρά τη σκληρή του κριτική, τα λόγια του ηθοποιού δεν αποτέλεσαν μια συνολική απόρριψη της Αμερικής, αλλά μια κραυγή αγωνίας από κάποιον που αρνείται να παραδώσει τη χώρα του σε όσους προδίδουν τις αρχές της. Υπενθυμίζοντας τις δικές του ρίζες, σημείωσε πως οι ΗΠΑ ήταν η χώρα που υποδέχτηκε τους μετανάστες προγόνους του, προσφέροντας στην οικογένειά του ελευθερία και μοναδικές ευκαιρίες.
«Θέλω να επιστρέψω στο να αγαπώ τη χώρα μου. Θέλω πίσω τη χώρα μου», κατέληξε ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, στέλνοντας ένα ηχηρό μήνυμα: Η αγάπη για ένα έθνος δεν μεταφράζεται στη σιωπηλή υπακοή προς αυτούς που το κυβερνούν, αλλά στη διαρκή υπεράσπιση της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας και των αξιών του, ειδικά απέναντι σε εκείνους που ασκούν την εξουσία.






