Όταν κανείς μιλάει για τους κινδύνους που εγκυμονεί η τεχνητή νοημοσύνη πηγαίνει σε συγκεκριμένα πράγματα. Απώλεια θέσεων εργασίας, αλλαγές στην παραγωγή, ενίσχυση κοινωνικών ανισοτήτων, ακόμη και ο –ενδεχομένως καταστροφολογικός- κίνδυνος οι μηχανές να πάρουν τα ηνία και να κυβερνούν τους ανθρώπους. Και πλέον, η κοινωνία την αντιμετωπίζει σε μεγάλο βαθμό εχθρικά.
Ωστόσο, υπάρχει ακόμη ένας κίνδυνος για την οικονομία από την τεχνητή νοημοσύνη, για τον οποίο κανείς δεν μιλάει. Και θα μπορούσε να σημάνει ακόμη και το τέλος του πολιτισμού. Τουλάχιστον όπως τον ξέρουμε σήμερα.
Η έρευνα του ΔΝΤ για την τεχνητή νοημοσύνη
Όλα αποκαλύφθηκαν έπειτα από μια συνάντηση στα γραφεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην Ουάσιγκτον, σύμφωνα με το Bloomberg. Εκεί, ειδικοί στα χρηματοοικονομικά και την τεχνολογία κλήθηκαν τον περασμένο Δεκέμβριο να κάνουν μια έρευνα. Το ερώτημα ήταν το εξής: Πώς μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να ανατρέψει την παγκόσμια οικονομία;
Γιατί όλοι μιλούν για την «παύση του Ένγκελς»
Έξι διαφορετικές ομάδες ειδικών, εργάστηκαν μελετώντας τον πιθανό αντίκτυπο από την τεχνητή νοημοσύνη στα φορολογικά συστήματα, τις δαπάνες και το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν. Η έρευνα έγινε υπό τον όρο του απορρήτου. Και κατέληξαν σε ένα συμπέρασμα που μπορεί πολλούς να τους εκπλήξει. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος μάλλον δεν περιλαμβάνει ρομπότ-δολοφόνους ή υπολογιστές που ελέγχουν τον πλανήτη. Σίγουρα έχει να κάνει και με την ανισότητα.
Το χειρότερο σενάριο καταστροφής είναι να διαβρωθεί ο φόρος εισοδήματος.

Τι θα γίνει αν η τεχνητή νοημοσύνη αντικαταστήσει του ανθρώπους με… ρομπότ;
Διακυβέρνηση σημαίνει φόροι
Ο φόρος εισοδήματος είναι η βάση πάνω στην οποία ασκούν πολιτική οι κυβερνήσεις. Ήδη από την πρώτη Βιομηχανική Επανάσταση –τότε που η τεχνητή νοημοσύνη δεν υπήρχε ούτε ως σπέρμα ιδέας.
Σήμερα, το 66% των ομοσπονδιακών εσόδων των ΗΠΑ το 2024 προήλθε είτε φόρους που συνδέονται με την εργασία. Στην πλούσια λόγω εξαγωγών Αυστραλία, ο φόρος εισοδήματος αντιπροσωπεύει σχεδόν το ήμισυ των εσόδων της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Πλέον, πολλές μεγάλες εταιρείες δηλώνουν ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα αντικαταστήσει κάποιες θέσεις εργασίας «χαμηλής αξίας». Θα μπορούσε κανείς να τις χαρακτηρίσει και «λάντζα γραφείου». Αλλά οι έρευνες δείχνουν ότι θα μπορούσαν να αντικατασταθούν και εργασίες που απαιτούν περισσότερη εξειδίκευση και αμείβονταν καλά.
Δεν έχουν ιδέα πώς θα λύσουν το φορολογικό πρόβλημα
Τι σημαίνει αυτό; Σύμφωνα με τον αρθρογράφο του Bloomberg, Ντέιβιντ Ράμλι, ακόμη και μια σχετικά μικρή αύξηση της ανεργίας θα είχε τεράστιο αντίκτυπο στα δημόσια οικονομικά. Τα έσοδα θα μειώνονται και οι δαπάνες για επιδόματα ανεργίας, επανεκπαίδευση, ακόμη και αστυνόμευση θα αυξάνονται. Συνεπώς, οι κυβερνήσεις θα βρεθούν αντιμέτωπες με αστάθεια και εντάσεις. Και ίσως χάσουν την εξουσία.
Τεχνητή νοημοσύνη και Φρίντριχ Ένγκελς
Δεν είναι λίγοι που παρομοιάζουν τις αλλαγές που θα φέρει η τεχνητή νοημοσύνη στην οικονομία με αυτές της Βιομηχανικής Επανάστασης. Αλλά συνήθως ξεχνούν την πολιτική αναταραχή που προκάλεσε η εκβιομηχάνιση τον 18ο αιώνα. Και για την πολιτική σύγκρουση δεν ευθύνονταν οι μηχανές. Οι κυβερνήσεις και οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να προσαρμοστούν στην ταχύτητα της αγοράς και της τεχνολογίας.
Ο Ράμλι θυμίζει τον όρο «παύση του Ένγκελς», με τον οποίο ο οικονομικός ιστορικός Ρόμπερτ Κ. Άλεν περιέγραψε αυτό το δίλημμα. Την περίοδο μεταξύ του 1801 και του 1841, η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο στη Βρετανία αυξήθηκε. Τεχνολογίες όπως η ατμομηχανή μεταμόρφωσαν την οικονομία. Αλλά οι πραγματικοί μισθοί παρέμειναν στάσιμοι, οι συνθήκες διαβίωσης συχνά επιδεινώθηκαν. Η λογοτεχνία της εποχή (Ουγκό, Ντίκενς) περιγράφουν αυτήν ακριβώς την κατάσταση.


Το αποτέλεσμα της βιομηχανικής επανάστασης ήταν μια αυξανόμενη τάξη οικονομικά ανασφαλών εργαζομένων, που οι κυβερνήσεις δεν μπορούσαν να ανακουφίσουν. Επαναστάσεις ξέσπασαν σε όλη την Ευρώπη.
Όπως λέει και ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Σουηδίας, Άλεξ Μποργκ, «όλοι τώρα ξαφνικά διαβάζουν για την παύση του Ένγκελς», όρος που πήρε το όνομά του από τον συνεργάτη του Καρλ Μαρξ. Πιστεύει ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα φέρει ένα «σοκ παραγωγικότητας», και όπως η Βιομηχανική Επανάσταση «θα οδηγήσει σε ταχεία πολιτική αλλαγή». Σε όλο τον κόσμο.
Νέος λουδιτισμός;
Όπως και να έχει, κανείς δεν αντιτίθεται στην τεχνολογική πρόοδο, όπως κάποτε οι λουδίτες που έσπαγαν μηχανές κατά τη Βιομηχανική Επανάσταση.
Το πρόβλημα έγκειται στο πολυετές χάσμα –φορολογικό για την τεχνητή νοημοσύνη- ανάμεσα στο σήμερα και τη νέα κανονικότητα. Κανείς δεν γνωρίζει ποιες δεξιότητες θα αποδειχθούν πιο πολύτιμες ή ποιες νέες θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν καθώς η ΑΙ θα εξαπλώνεται.
Ο αρθρογράφος, μέσα από συζητήσεις που έχει κάνει με ειδήμονες και μη, on και off the record, καταλήγει στο εξής συμπέρασμα: Οι πλουσιότεροι και πιο ισχυροί άνθρωποι στον κόσμο, γνωρίζουν βαθιά μέσα τους ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα αλλάξει ριζικά τη ζωή μας. Αλλά έχουν ελάχιστη ιδέα για το πώς να λύσουν το επικείμενο φορολογικό έλλειμμα. Ακόμη και όταν κάποιοι προτείνουν μέτρα όπως το καθολικό βασικό εισόδημα ως τρόπο για να κατευνάσουν τους ανέργους. Ή η αύξηση των εταιρικών φόρων.


Τα σενάρια του ΔΝΤ
Η προσομοίωση του ΔΝΤ επικεντρώθηκε σε δύο θεωρητικά σενάρια. Σε αυτά η τεχνητή νοημοσύνη θα φτάσει σε ικανότητες ανθρώπινου επιπέδου μέσα σε πέντε χρόνια, αλλά με διαφορετικούς ρυθμούς υιοθέτησης.
Το πρώτο υποθέτει μια άνιση ανάπτυξη. Κυρίως γιατί η κοινωνική αντίσταση, η αυστηρότερη ρύθμιση και τα προγράμματα προστασίας των θέσεων εργασίας επιβραδύνουν την υιοθέτηση.
Οι πλούσιοι θα δεχθούν να φορολογηθούν;
Το δεύτερο ονομάστηκε «διαφυγή». Περιγράφει έναν κόσμο όπου η τεχνητή νοημοσύνη κυριαρχείται από έναν μικρό αριθμό τεχνολογικών γιγάντων και χρησιμοποιείται για την εκτέλεση μιας τεράστιας ποικιλίας εργασιών – με ελάχιστη ανθρώπινη συμμετοχή.
Εάν συμβεί αυτό, το σύστημα δυσκολεύεται να αντέξει. Η φορολογική διάβρωση είναι πιο δύσκολο πρόβλημα να καταπολεμηθεί. Και είναι χειρότερη σε χώρες που καταναλώνουν αντί να παράγουν υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης. Δηλαδή όλες, πλην ΗΠΑ και Κίνας.
Η λύση είναι οι… φόροι
Οικονομολόγοι και ακαδημαϊκοί έχουν προτείνει λύσεις, οι περισσότερες από τις οποίες περιλαμβάνουν αύξηση ή αλλαγή φόρων. Όπως: αύξηση των φόρων πλούτου ή πολυτελείας, αύξηση των φόρων κατανάλωσης, αύξηση των συντελεστών εταιρικού φόρου ή εισαγωγή ενός αποτελεσματικού φόρου στα tokens τεχνητής νοημοσύνης ή στην κατανάλωση υπολογιστών.
Στόχος, να αντικαταστήσουν τα χαμένα έσοδα από τον φόρο εισοδήματος των εργαζομένων. Και τίθεται –πλαγίως στο άρθρο- το ερώτημα: οι πλούσιοι θα δεχθούν να φορολογηθούν;
Οι περισσότερες αυξήσεις φόρων αντιμετωπίζουν την ίδια βασική πρόκληση: Οι άνθρωποι μισούν να πληρώνουν περισσότερα. Στις ΗΠΑ, ακόμη και η πρόταση φόρων επί του πλούτου μπορεί να πυροδοτήσει εκστρατείες αντιπολίτευσης που χρηματοδοτούνται από δισεκατομμυριούχους να αλλάξουν πολιτεία ή χώρα –στην κυριολεξία.
Η Γαλλία δεν κατάφερε να περάσει έναν φόρο πλούτου που θα επέβαλε εισφορά 2% σε περιουσίες που ξεπερνούσαν τα 100 εκατομμύρια ευρώ. Και στη Σιγκαπούρη, η μέτρια αύξηση του Φόρου Αγαθών και Υπηρεσιών στο 9% προκάλεσε αναταραχή.
Όπως επισημαίνουν πολλοί οικονομολόγοι, είναι πολύ πιο εύκολο να φορολογηθούν τα άτομα και οι μισθοί τους από ό,τι οι πολυεθνικές εταιρείες. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να συμφωνήσουν οι περισσότερες χώρες σε έναν παγκόσμιο ελάχιστο συντελεστή φόρου εταιρειών 15%. Ο μέσος εργαζόμενος στον ΟΟΣΑ πληρώνει μια «φορολογική επιβάρυνση» 35,1%.
Υπάρχουν λύσεις;
Έχουν προταθεί διάφορες λύσει στο πρόβλημα φορολόγησης που προκαλεί η τεχνητή νοημοσύνη. Οι «φόροι επί των διακριτικών τεχνητής νοημοσύνης», που θα εισπράττουν φόρους από τους παρόχους και θα δρομολογούν τα έσοδα στις αρμόδιες εθνικές φορολογικές αρχές. Ο φόρος «υπολογισμού». Αλλά απαιτούν παγκόσμιες συμφωνίες -κυρίως μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ- και αυστηρή εφαρμογή. Διότι οι μεγάλοι τεχνολογικοί γίγαντες έχουν τρόπους για να αποφύγουν τη φορολόγηση.
Ορισμένοι Αμερικανοί πολιτικοί έχουν προτείνει μια πιο άμεση προσέγγιση: την αγορά μεριδίων ή τη μερική εθνικοποίηση κολοσσών της Τεχνητής Νοημοσύνης, ώστε οι κυβερνήσεις να μπορούν να μοιραστούν τα κέρδη. Η Σουηδία και η Σιγκαπούρη είναι μεταξύ των χωρών που έχουν σκεφτεί σοβαρά πώς θα μπορούσαν να προσαρμοστούν σε μια διάβρωση της φορολογικής βάσης που προκαλείται από την τεχνητή νοημοσύνη. Με έναν συνδυασμό εσόδων και δαπανών από κρατικά περιουσιακά στοιχεία και χρήση της τεχνητής νοημοσύνης. Και με ενθάρρυνση των ανθρώπων, μέσω κοινωνικής πολιτικής να επανεκπαιδευθούν και να προσαρμοστούν στην αλλαγή.
Το ΔΝΤ κατέληξε ότι χρειάζονται νέα συστήματα για την παρακολούθηση του αντίκτυπου στις θέσεις εργασίας σε σχεδόν πραγματικό χρόνο. Εάν έρθει το σοκ από την τεχνητή νοημοσύνη, θα μπορούσε να γίνει με τρόπους που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει. Και θα απαιτήσει ταχεία δράση από τις κυβερνήσεις, τις κεντρικές τράπεζες και τις ρυθμιστικές αρχές. Οι χώρες θα πρέπει να προετοιμαστούν τώρα για να συνεργαστούν.
Κατά ειρωνικό τρόπο, μια τέτοια δράση πιθανότατα θα απαιτήσει πρωτοποριακή τεχνητή νοημοσύνη, λέει ο Ντέιβιντ Ράμλι.
«Η τεχνητή νοημοσύνη θα πρέπει να νοείται ως μια άνευ προηγουμένου, μακροοικονομική μετάβαση και όχι ως ένα συμβατικό τεχνολογικό σοκ», δήλωσε το ΔΝΤ. Και τόνισε ότι η νέα τεχνολογία «προσφέρει μεγάλα πιθανά κέρδη. Αλλά η μετάβαση θα δοκιμάσει τα δημοσιονομικά και νομισματικά πλαίσια, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την κοινωνική συνοχή».






