Όταν το τηλέφωνο του Μάικλ Πόρτερ χτύπησε και τον ενημέρωσαν πως τα ίχνη της μητέρας του, της Τζιν Χάνλον, είχαν εξαφανιστεί στην Κρήτη, εκείνος ένιωσε ενστικτωδώς ότι κάτι κακό είχε συμβεί.
«Το μυαλό μου πήγε αμέσως στο χειρότερο σενάριο, δεν ήξερα τι ήταν, αλλά ήξερα ότι ήταν κακό», λέει ο ίδιος. Παρόλα αυτά, ο Μάικλ δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι εκείνη η στιγμή θα σηματοδοτούσε την έναρξη ενός αγώνα για δικαιοσύνη που θα διαρκούσε σχεδόν δύο δεκαετίες.
«Πάλεψε για εμάς όλη της τη ζωή και της άξιζε να παλέψουμε κι εμείς γι’ αυτήν», δήλωσε ο γιός της για τον πολυετή αγώνα που έδωσε η οικογένειά της Τζιν.
Ο Μάικλ ξεκίνησε λέγοντας πως ενώ το πτώμα της 53χρονης Τζιν Χάνλον ανασύρθηκε από το λιμάνι του Ηρακλείου τον Μάρτιο του 2009 με τραύματα στο κεφάλι και άλλα σημάδια κακοποίησης, η αστυνομία αποφάνθηκε ότι ο θάνατός της ήταν ένα τραγικό ατύχημα. Δήλωσαν ότι απλώς είχε πνιγεί, πιθανότατα υπό την επήρεια αλκοόλ.
Η Τζιν Χάνλνον
Ο αγώνας 17 ετών για Δικαιοσύνη
Μαζί με τα μεγαλύτερα αδέλφια του, τον 47χρονο Ντέιβιντ και τον 51χρονο Ρόμπερτ, ο Μάικλ αρνήθηκε να το πιστέψει. Οι τραυματισμοί που είχε υποστεί η μητέρα του, μεταξύ των οποίων ένας σπασμένος αυχένας και ένας θρυμματισμένος κόκκυγας, τους έλεγαν το αντίθετο.
Έπειτα, υπήρχε εκείνο το ανατριχιαστικό τελευταίο γραπτό μήνυμα που είχε στείλει σε έναν φίλο της, το οποίο έγραφε απλώς: «Βοήθεια». Τα τρία αδέρφια βρήκαν και καταχωρήσεις στο ημερολόγιό της, στις οποίες μιλούσε για το ότι την παρακολουθούσε και την παρενοχλούσε ένας πρώην εραστής της.
Τίποτα από όλα αυτά δεν άλλαξε την κατάσταση. «Η ελληνική αστυνομία δεν ενδιαφέρθηκε. Δεν νοιάστηκαν και δεν πραγματοποίησαν ούτε μια βασική έρευνα», αναφέρει μετά από σχεδόν δεκαετίες ο 41χρονος Μάικλ. «Το γιατί, δεν θα το μάθουμε ποτέ».
Με το τηλέφωνο της Τζιν να πηγαίνει κατευθείαν στον τηλεφωνητή, οι ανήσυχοι γιοι της έσπευσαν να προλάβουν μια πτήση, μαθαίνοντας από την ελληνική αστυνομία, πριν επιβιβαστούν στο αεροπλάνο τους, τα τρομερά νέα ότι το πτώμα μιας γυναίκας είχε ανασυρθεί από το λιμάνι του Ηρακλείου.
Τελικά, χρειάστηκαν 17 χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων η οικογένεια συνέχισε να αγωνίζεται σθεναρά για δικαιοσύνη, προκειμένου η αστυνομία να προχωρήσει σε σύλληψη και να απαγγείλει κατηγορίες.
Νωρίτερα αυτόν τον μήνα ένας 55χρονος άνδρας κρίθηκε τελικά ένοχος για τη δολοφονία της Τζιν στα Δικαστήρια Λασιθίου στη Νεάπολη.
Όμως η καταδίκη συνοδεύτηκε από μια πικρή ανατροπή.
Παρά το γεγονός ότι καταδικάστηκε σε κάθειρξη δέκα ετών την περασμένη εβδομάδα μετά από μια δίκη τεσσάρων ημερών, ο άνδρας, ο οποίος βάσει της ελληνικής νομοθεσίας δεν μπορεί να κατονομαστεί μέχρι να ολοκληρωθεί ολόκληρη η δικαστική διαδικασία, άσκησε έφεση και θα παραμείνει ελεύθερος μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεση της δολοφονίας.
«Το να τον βλέπω να βγαίνει από το δικαστήριο με τα χέρια στις τσέπες, χωρίς χειροπέδες πίσω από την πλάτη του, με εξόργισε», λέει ο Μάικλ. «Ταυτόχρονα, η καταδίκη του είναι μια τεράστια νίκη και όλοι νιώθουμε ότι η φωνή της μαμάς ακούστηκε επιτέλους, μετά από χρόνια που οι ελληνικές Αρχές προσπαθούσαν να κουκουλώσουν τον θάνατό της».
Ο ένας από τους τρεις γιους της γυναίκας που δολοφονήθηκε στην Κρήτη το 2009
Το χρονικό της μετακόμισης της Τζιν στην Κρήτη και η τραγωδία
Ο Μάικλ μίλησε στην Daily Mail, επιστρέφοντας στο σπίτι του στο Λονδίνο και φανερά εξουθενωμένος περιέγραψε τα γεγονότα.
Η Τζιν ήταν μια ανύπαντρη μητέρα από το Ντάμφρις της Σκωτίας με τρία παιδιά και έκανε αρκετές δουλειές για να τα βγάλει πέρα. «Μας στήριξε στα πάντα, πραγματικά. Δεν είχε πολλά, αλλά φρόντιζε να έχουμε το καλύτερο που μπορούσε να μας προσφέρει», είπε ο γιος της. Η Τζιν πήγε για πρώτη φορά διακοπές στο εξωτερικό στα 40 της χρόνια, κλείνοντας ένα ταξίδι στην Κρήτη με μια φίλη της.
«Ερωτεύτηκε το νησί», λέει ο Μάικλ. Τόσο πολύ που, το 2003, πλησιάζοντας τα 50 της, αποφάσισε να μετακομίσει εκεί μόνιμα, εργαζόμενη αρχικά σε έναν τοπικό τουριστικό πράκτορα, πριν αρχίσει να εργάζεται ανεξάρτητα σε τοπικές ταβέρνες, επιστρέφοντας στο σπίτι της κατά τη διάρκεια της χειμερινής περιόδου.
«Σκέφτηκε ότι δεν άφησε μια δουλειά γραφείου στο Ντάμφρις για να κάνει το ίδιο πράγμα στην Κρήτη», ανέφερε ο Μάικλ. «Δεν έβγαζε πολλά χρήματα, αλλά ήταν τόσο ευτυχισμένη». Σε τέτοιο βαθμό που μέχρι το 2008 η Τζιν, περιτριγυρισμένη πλέον από νέους φίλους και εγκατεστημένη στις Κάτω Γούβες, αποφάσισε να κάνει τη μετακόμισή της πιο μόνιμη.
Εκείνο το καλοκαίρι, επέστρεψε στη Σκωτία για τελευταία φορά για να παραστεί στον γάμο του Ρόμπερτ. «Κανείς μας δεν είχε ιδέα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα ήμασταν μαζί ως οικογένεια», λέει τώρα ο Μάικλ.
Μίλησε για τελευταία φορά με τη μητέρα του στις 6 Μαρτίου 2009, τρεις ημέρες πριν εξαφανιστεί. «Φαινόταν χαρούμενη», λέει. «Δεν υπήρχε τίποτα το μεμπτό».
Οι γιοι της Τζιν, στη φωτογραφία κατά σειρά ο Ρόμπερτ, ο Μάικλ και ο Ντέιβιντ Πόρτερ
Στη συνέχεια, στις 11 Μαρτίου, έλαβε εκείνο το δυσοίωνο τηλεφώνημα: δύο ημέρες νωρίτερα, η Τζιν δεν είχε πάει στο σπίτι μιας φίλης της, ενώ είχε κανονίσει να φροντίσει την ανάπηρη κόρη της.
«Αυτό χτύπησε καμπανάκια κινδύνου, καθώς η μαμά δεν θα κρεμούσε ποτέ τους ανθρώπους, αλλά όταν η φίλη της επικοινώνησε με την αστυνομία, της είπαν να ξανά πάρει μετά από 48 ώρες. Όταν ακόμα δεν υπήρχε κανένα ίχνος, τότε αναμείχθηκε η Interpol». «Μας είπαν ότι πίστευαν πως επρόκειτο για μια γυναίκα ηλικίας 30 έως 35 ετών που βρισκόταν στο νερό για εβδομάδες, οπότε αυτό μας έδωσε μια μικρή ελπίδα να κρατηθούμε», λέει ο Μάικλ.
Αφού έφτασαν στο νεκροτομείο του νησιού κατά την άφιξή τους από έναν εκπρόσωπο του Βρετανικού Προξενείου, ήταν ξεκάθαρο ότι η σορός ανήκε στην Τζιν. «Είναι δύσκολο να το επεξεργαστείς. Προσπαθείς να καταλάβεις πώς στο διάολο συνέβη αυτό, ότι κάποιος το έκανε αυτό. Επειδή ήταν αμέσως προφανές ότι υπήρχε εγκληματική ενέργεια». Αυτή την άποψη, ωστόσο, δεν τη συμμερίστηκε η αστυνομία, η οποία είπε στους γιους της ότι η Τζιν είχε πέσει θύμα ενός τραγικού πνιγμού.
«Δεν ταίριαζε με αυτό που είχαμε δει με τα ίδια μας τα μάτια στο τραπέζι του νεκροτομείου, αλλά νιώθαμε ότι κανείς δεν ήθελε να ακούσει, κανείς δεν νοιαζόταν και σίγουρα κανείς δεν ήθελε να ερευνήσει», είπε.
Ακόμα και όταν, από νωρίς, τα αδέλφια έδωσαν στην αστυνομία το ημερολόγιο της μαμάς τους, στο οποίο είχε γράψει ότι την παρενοχλούσε ένας ντόπιος, που προσδιοριζόταν μόνο με το μικρό του όνομα, με τον οποίο είχε τερματίσει μια σύντομη σχέση, εκείνοι δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον.
«Αυτός ο άνδρας την παρακολουθούσε και την παρενοχλούσε, ερχόταν στο σπίτι της απρόσκλητος, της ζητούσε χρήματα, της ζητούσε σεξ», λέει ο Μάικλ. «Αργότερα η αστυνομία ισχυρίστηκε ότι δεν έλαβε το ημερολόγιο μέχρι το 2014».
Και έτσι ήταν οι γιοι της Τζιν, αντί για την αστυνομία, εκείνοι που ανασύνθεσαν τις τελευταίες γνωστές κινήσεις της μητέρας τους. «Στη δίκη μάθαμε ότι δεν είχαν καν μπει στον κόπο να ψάξουν το διαμέρισμά της», λέει.
Είχε περάσει τη μέρα της κάνοντας ψώνια πριν συναντήσει μια φίλη της για καφέ, πριν κατευθυνθεί σε μια τοπική ταβέρνα, όπου είχε προσληφθεί ως σερβιτόρα για την καλοκαιρινή σεζόν.
«Μετά από αυτό τα πράγματα γίνονται θολά, αν και το γεγονός ότι στο σπίτι της υπήρχε μια στοίβα με φορεμένα ρούχα και μια σιδερώστρα υποδηλώνει ότι επέστρεψε στο σπίτι και άλλαξε», λέει ο Μάικλ. «Πιστεύουμε ότι υπήρχε και ένας άνδρας εκεί και χρησιμοποίησε την τουαλέτα, καθώς το κάθισμα ήταν ανεβασμένο, κάτι που η μαμά δεν θα έκανε ποτέ».
Εκείνο το βράδυ, ένας Βέλγος φίλος της ονόματι Πίτερ είχε καλέσει στο κινητό της Τζιν. «Του είπε ότι βρισκόταν στο μπαρ Marina Cafe κοντά στο λιμάνι του Ηρακλείου με έναν άνδρα», ανέφερε ο Μάικλ.
«Ο Πίτερ ανησύχησε επειδή η φωνή της ακουγόταν σαν να ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, οπότε της ζήτησε να δώσει το τηλέφωνο στον άνδρα και είχε μια σύντομη συνομιλία μαζί του. Ο άνδρας δεν έδωσε όνομα, αλλά είπε ότι ήταν από τις Κάτω Γούβες».
Μία ώρα αργότερα, έστειλε στον Πίτερ εκείνο το μήνυμα της μίας λέξης που έλεγε: «Βοήθεια».
«Είπε στην αστυνομία ότι την κάλεσε πίσω και εκείνη επέμεινε ότι όλα ήταν μια χαρά. Νομίζω ότι το έκανε περισσότερο από εκνευρισμό παρά επειδή ένιωθε πραγματικά ανασφαλής, γιατί αν η μαμά είχε φοβηθεί πραγματικά, θα είχε ουρλιάξει», επιμένει ο Μάικλ.
Η Τζιν κάλεσε επίσης τον Πίτερ αργότερα εκείνο το βράδυ, αλλά εκείνος είχε ήδη πέσει για ύπνο και δεν το σήκωσε. Μετά από αυτό, τίποτα.
Τίποτα από όλα αυτά δεν έπεισε την αστυνομία να ερευνήσει περαιτέρω την υπόθεση, αν και μέχρι τον Δεκέμβριο του 2009, εννέα μήνες μετά τη δολοφονία της Τζιν, η πίεση της οικογένειας οδήγησε σε μια δεύτερη ιατροδικαστική έκθεση.
Αυτή αποκάλυψε ότι η Τζιν είχε πεθάνει από πολλαπλά τραύματα, συμπεριλαμβανομένου ενός σπασμένου αυχένα, τα οποία προκλήθηκαν πριν μπει στο νερό. Φαινόταν να παρουσιάζει αδιάψευστα στοιχεία ότι ο θάνατος της Τζιν απείχε πολύ από το να είναι ατύχημα, αλλά το πόρισμα της αστυνομίας παρέμεινε αμετάβλητο. «Ήταν ακόμα το, “Ήπιε πολύ, πνίγηκε”», δήλωσε ο Μάικλ.
«Της έβαλαν το στερεότυπο αυτής της μεσήλικης γυναίκας που της άρεσε να βγαίνει έξω. Με έκανε να θυμώσω τόσο πολύ». Στην πραγματικότητα, το να αναγκάσουν μια απαθή τοπική αστυνομική δύναμη να εμβαθύνει σε αυτό το περίπλοκο μυστήριο θα εξελισσόταν σε μια εξαντλητική μάχη που θα κρατούσε για πολλά χρόνια.
Καθώς κάθε επέτειος του θανάτου της Τζιν περνούσε, ο Μάικλ, ο οποίος έγινε το δημόσιο πρόσωπο της εκστρατείας της οικογένειας για δικαιοσύνη, προσπαθούσε να κρατήσει ζωντανό το όνομα της μητέρας του, ζητώντας συνεχώς τη βοήθεια των ελληνικών Αρχών για να ξεδιαλύνει την αλήθεια γύρω από τον θάνατό της.
Σε δύο περιπτώσεις οι ελπίδες αναζωπυρώθηκαν όταν οι εισαγγελείς συμφώνησαν απρόθυμα να ανοίξουν ξανά την υπόθεση, για να σβήσουν γρήγορα όμως όταν οι φάκελοι έκλεισαν και πάλι.
Οι γιοι της συνέχισαν να μάχονται παρόλα αυτά, κάνοντας ό,τι μπορούσαν για να κρατήσουν ζωντανό το όνομα της Τζιν.
Έπειτα, το 2023, ήρθε μια φαινομενική ανατροπή: η περαιτέρω πίεση της οικογένειας οδήγησε σε μια νέα έρευνα για τον θάνατο της μητέρας τους, η οποία αποφάνθηκε για πρώτη φορά ότι ήταν αποτέλεσμα «εγκληματικής ενέργειας».
Ωστόσο, τότε ήταν που ήρθε η ανατροπή αν και μπορεί να είχε δολοφονηθεί παράνομα, είχε περάσει πάρα πολύς χρόνος, πράγμα που σήμαινε ότι υπήρχαν ελάχιστες πιθανότητες να εντοπιστεί ο δολοφόνος της.
«Ήταν καταστροφικό», λέει ο Μάικλ. «Το να ανοίξει ξανά η υπόθεση απαιτούσε τόση δουλειά σε μια ξένη χώρα με διαφορετικούς κανόνες. Είναι απίστευτα αγχωτικό και σου στερεί το πένθος σου ή τη σύνδεσή σου με το αγαπημένο σου πρόσωπο».
Αργότερα εκείνο το έτος, ο γιος τη Τζιν επικοινώνησε με έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ. «Μέσα σε τρεις μήνες παρήγαγε έναν φάκελο 29 σελίδων με όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες και τα αποδεικτικά στοιχεία, με το μεγαλύτερο μέρος να είναι το ημερολόγιο της μαμάς», λέει ο Μάικλ.
Ο ντετέκτιβ έδειξε επίσης ως ύποπτο έναν άνδρα: τον ίδιο άνδρα που, δύο χρόνια αργότερα, θα εμφανιζόταν σε εκείνη την κρητική αίθουσα δικαστηρίου. Ήταν ο εκείνος που παρενοχλούσε την Τζιν και του οποίου τη φωνή ο Πίτερ αναγνώρισε αμέσως .
«Όταν η αστυνομία ρώτησε πώς ήξερε αυτή τη φωνή μετά από 17 χρόνια, ο Πίτερ είπε ότι δεν θα ξεχνούσε ποτέ τη νύχτα που δεν έσωσε τη φίλη του», λέει ο Μάικλ. «Ένιωθε απίστευτες ενοχές που κοιμόταν όταν εκείνη τον κάλεσε ξανά».
Ωστόσο, οι τρεις γιοι της αδικοχαμένης γυναίκας θα αντιμετώπιζαν ακόμα περισσότερα εμπόδια.
Αν και στον άνδρα απαγγέλθηκαν κατηγορίες για τη δολοφονία της Τζιν στις αρχές του περασμένου έτους, ο Εισαγγελέας έκλεισε στη συνέχεια την υπόθεση επικαλούμενος έλλειψη στοιχείων. «Ο δικηγόρος και ο ιδιωτικός ντετέκτιβ κατέθεσαν έφεση και, για πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά, ο ανώτερος Εισαγγελέας ανέτρεψε την απόφαση του προκατόχου του».
Η δίκη του 55χρονου δολοφόνου της Τζιν
Τελικά, τον περασμένο Δεκέμβριο, κατηγορήθηκε για ανθρωποκτονία από πρόθεση, αν και προς έκπληξη των αδελφών, επειδή δεν είχε προηγούμενες καταδίκες, δεν προφυλακίστηκε.
Η τελική δίκη τον περασμένο μήνα που ο Μάικλ την πειέγραψε ως «τσίρκο», ήταν τραυματική, κυρίως επειδή έμαθε την ακριβή φύση των φρικτών τραυμάτων της μαμάς του.
«Μάθαμε για πρώτη φορά ότι πέθανε από χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού με αμβλύ αντικείμενο που προκάλεσε θραύση στο στελέχους του εγκεφάλου και ότι δεν ήταν εντελώς νεκρή όταν την έριξε στο νερό. Αυτό ήταν φρικτό», δήλωσε.
Έμαθαν επίσης ότι ο ύποπτος είχε διαγνωστεί με σχιζοφρένεια και διπολική διαταραχή και βρισκόταν υπό καθημερινή φαρμακευτική αγωγή, η οποία, αν δεν λαμβανόταν, τον οδηγούσε στο να γίνει επιθετικός. Σήμερα, αν και είναι σίγουρος ότι η έφεση του δολοφόνου της μητέρας του δεν θα πετύχει, ο Μάικλ είπε «η ιστορία μάς έχει δείξει να μην θεωρούμε τίποτα δεδομένο».
Τελικά, χρειάστηκαν 17 χρόνια, προκειμένου η αστυνομία να προχωρήσει σε σύλληψη και να απαγγείλει κατηγορίες. Ο Μάικλ δεν θα μάθει ποτέ με βεβαιότητα τα ακριβή γεγονότα εκείνης της τραγικής νύχτας, αν και έχει τη θεωρία του.
«Πιστεύω ότι η μαμά ήταν σε καλή διάθεση επειδή μόλις είχε βρει δουλειά και άφησε αυτόν τον άνδρα να την πάει για ένα ποτό, παρά την αντίθετη κρίση της. Μετά κάτι συνέβη που τον αναστάτωσε», λέει.
Δεκαεπτά χρόνια μετά, ο αντίκτυπος της απώλειας της Τζιν εξακολουθεί να είναι τεράστιος. «Δεν νομίζω ότι κανείς μας έχει πενθήσει σωστά, επειδή έπρεπε αμέσως να μπούμε σε κατάσταση μάχης», λέει ο Μάικλ.
«Είναι λυπηρό γιατί στον αγώνα για δικαιοσύνη, μπορεί στην πραγματικότητα να ξεχάσεις ότι αυτή είναι η μαμά σου. Χάθηκαν τόσα πολλά χρόνια».
Παρηγορείται από το γεγονός ότι η μητέρα του θα ήταν τόσο περήφανη για τον τρόπο που οι γιοι της δεν τα παράτησαν ποτέ. «Δεν νιώσαμε ότι είχαμε επιλογή», λέει. «Πάλεψε για εμάς όλη της τη ζωή και της άξιζε να παλέψουμε κι εμείς γι’ αυτήν».
Πηγή: Daily Mail






