Κάθε Ιούνιο, στις φωτιές του Κλήδονα, οι γειτονιές ξαναβγαίνουν στον δρόμο. Γύρω από τις φλόγες ενός εθίμου που έρχεται από πολύ μακριά – από μαντείες, αμίλητα νερά, θερινά ηλιοστάσια και λαϊκές τελετουργίες κάθαρσης – οι άνθρωποι συναντιούνται ξανά. Δημιουργούν πυρήνα, έρχονται πιο κοντά και φτιάχνουν τις ρίζες εκείνες που οι σημερινές κοινότητες έχουν χάσει και ίσως έχουν και πάλι ανάγκη.
Άλλοι για την παράδοση, άλλοι επειδή κάπως, χωρίς να το λένε ακριβώς, έχουν ανάγκη να νιώσουν ότι ανήκουν κάπου. Πρόκειται για το ίδιο έθιμο για το οποίο ο Μάνος Ελευθερίου έγραψε στίχους, ο Δήμος Μούτσης μουσική και ο Δημήτρης Μητροπάνος απογείωσε με την ερμηνεία του. «Aνάβουνε φωτιές στις γειτονιές του Άη Γιάννη, αχ πόσα ξέρεις και μού λες. Αχ πόσα τέτοια ξέρεις και μού λες που’ χουν πεθάνει», λένε οι στίχοι στο τραγούδι «Η σούστα πήγαινε μπροστά».

Πράγματι, για χρόνια το έθιμο του Άη Γιάννη του Κλήδονα είχε υποχωρήσει στη συλλογική λαϊκή παράδοση, κυρίως στις πόλεις. Κάτι η έντονη αστικοποίηση, κάτι η αποξένωση των γειτόνων μεταξύ τους, κάτι η πληθώρα παρκαρισμένων αυτοκινήτων, δεν επέτρεπαν στο έθιμο να λάβει χώρα στις γειτονιές των πόλεων. Ακόμα και σήμερα που γίνονται συχνά φιλότιμες προσπάθειες από πολιτιστικούς συλλόγους, δήμους και πρωτοβουλίες να το αναβιώσουν, λίγοι το γνωρίζουν, κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας.
Μαντικές δοξασίες και η εξαγνιστική δύναμη του πυρός
Από που προέρχεται όμως το έθιμο του Κλήδονα κατά το οποίο οι παρευρισκόμενοι ανάβουν φωτιές και πηδούν από πάνω τους; Η λέξη «Κλήδονας» προέρχεται από την αρχαία «κληδών», που περίπου σήμαινε οιωνός, προμήνυμα ή μαντικό – τυχαίο άκουσμα. Στην αρχαιότητα υπήρχε η ιδέα ότι η τύχη μιλάει μέσα από τυχαίες λέξεις. Ο Παυσανίας περιγράφει μαντική πρακτική στο έργο του «Ελλάδος Περιήγησις». Όπως αναφέρει, ο άνθρωπος έκανε ερώτηση στο άγαλμα, έκλεινε τα αυτιά του, έβγαινε από την αγορά και η πρώτη φράση που άκουγε θεωρούνταν χρησμός. Αυτό είναι σχεδόν το αρχαίο “DNA” του Κλήδονα.
Στη νεότερη μορφή του Κλήδονα παρατηρούμε ένα παρόμοιο μοτίβο. Σύμφωνα με την παράδοση, την παραμονή (23 Ιουνίου), οι ανύπαντρες κοπέλες αποφασίζουν σε ποιό από τα σπίτια πρόκειται να ανοιχτεί η στάμνα που περιέχει το λεγόμενο «αμίλητο νερό» στο οποίο η καθεμιά ρίχνει και από ένα προσωπικό της αντικείμενο. «Αμίλητο» λέγεται το νερό καθώς όποια το φέρει από την πηγή, απαγορεύεται να μιλήσει στη διαδρομή με κανέναν αλλιώς το νερό θεωρούνταν πως έχανε τη μαντική του δύναμη και το έθιμο έπρεπε να επαναληφθεί. Λέγεται λοιπόν ότι οι κοπέλες θα κοιμηθούν το βράδυ και ο Κλήδονας θα τους αποκαλύψει στον ύπνο τους τον άντρα που πρόκειται να παντρευτούν.


Το άλλο σκέλος του εθίμου είναι φυσικά εκείνο της φωτιάς. Οι γειτονιές παλιά ανταγωνίζονταν για τη μεγαλύτερη φωτιά την οποία και αναζοπύρωναν με άχρηστα αντικείμενα και φυσικά με τα μαγιάτικα στεφάνια.


Οι άνθρωποι της γειτονιάς πίνουν, χορεύουν και πηδούν πάνω από τη φωτιά διώχνοντας έτσι το κακό και αποκτώντας προστασία από αυτό, ενώ η λαϊκή πίστη θεωρεί ακόμα πως η φωτιά κάνει γενικά καλό στην υγεία. Αυτή η τελετουργία κάθαρσης είναι το κομμάτι εκείνο το οποίο – με δυσκολία – διασώζεται μέχρι σήμερα και διαδραματίζεται στις 23 και 24 Ιουνίου κάθε έτους. Φυσικά όμως ντυμένο με τον χριστιανικό μανδύα του Άη Γιάννη του Πρόδρομου.
Σύνδεση με άλλες δοξασίες
Ωστόσο, στην Ευρώπη αλλά και στα Βαλκάνια, υπάρχουν πολλές γιορτές και δοξασίες γύρω από το θερινό ηλιοστάσιο που τοποθετούνται γύρω από την 21η Ιουνίου. Σε πολλές περιπτώσεις, οι παλιές παγανιστικές τελετουργίες της μεγαλύτερης ημέρας του χρόνου μετακινήθηκαν ή ενσωματώθηκαν στις γιορτές του Αγίου Ιωάννη, στις 23 και 24 Ιουνίου, κρατώντας όμως τον ίδιο πυρήνα: φωτιά, νερό, βότανα, έρωτα, γονιμότητα, κάθαρση και μαντεία.


Στον σλαβικό κόσμο, η νύχτα του Ivan Kupala συνδέεται με φωτιές, άλματα πάνω από τις φλόγες, στεφάνια που αφήνονται στο νερό και ερωτικές δοξασίες. Στη Λιθουανία, το Rasos ή Joninės γιορτάζεται με φωτιές, βότανα, δροσιά και αναζήτηση του μυθικού «λουλουδιού της φτέρης», ενώ στη Λετονία το Jāņi και το Līgo κρατούν ζωντανή μια ολονύχτια γιορτή με τραγούδια, στεφάνια και φωτιές μέχρι την αυγή.
Στα Βαλκάνια, το βουλγαρικό Enyovden της 24ης Ιουνίου δίνει ιδιαίτερη σημασία στα θεραπευτικά βότανα, στο νερό και στη δύναμη της φύσης, ενώ στη Ρουμανία το Sânziene συνδέεται με λουλούδια, νεράιδες, γονιμότητα και ερωτική μαντεία. Ακόμη και σε άλλες εποχικές γιορτές, όπως το κέλτικο Beltane ή η ρωμαϊκή Parilia, συναντάμε παρόμοιες πρακτικές καθαρμού μέσα από τη φωτιά, ακόμα και αν αυτά λαμβάνουν χώρα σε άλλες εποχές του χρόνου. Ο Κλήδονας, λοιπόν, δεν αποτελεί μια απομονωμένη ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά μέρος μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής και βαλκανικής οικογένειας τελετουργιών, όπου οι άνθρωποι επιχειρούσαν να περάσουν συμβολικά από το κακό στο καλό, από την αρρώστια στην προστασία και από την αβεβαιότητα στην ελπίδα.
Γιορτή της κοινότητας
Πέρα όμως από τις λαϊκές δοξασίες, το κυριότερο χαρακτηριστικό των γιορτών αυτών – και του Κλήδονα – δεν είναι άλλο από το σμίξιμο των ανθρώπων. Μια γιορτή της ίδιας της κοινότητας. Ένα έναυσμα οι άνθρωποι, μιας συνοικίας, ενός χωριού, μιας γειτονιάς, να έρθουν εγγύτερα. Να γνωριστούν, να γιορτάσουν και γιατί όχι και να αγαπηθούν αφού έτσι κι αλλιώς ο Κλήδονας είναι άλλωστε και ερωτική γιορτή.


Σήμερα άνθρωποι κάθε ηλικίας συρρέουν. Μουσικά παραδοσιακά όργανα δημιουργούν μια ατμόσφαιρα σχεδόν μυσταγωγική που σε συνδυασμό με τη φωτιά, τον καπνό και συχνά το αλκοόλ, δημιουργούν μια κατάσταση έκστασης.


Οι ενήλικες γίνονται για λίγο παιδιά και πηδώντας πάνω από τη φωτιά ίσως να αφήνουν πίσω ένα κομμάτι εκείνου του βάρους που η σύγχρονη ζωή και η καθημερινότητα τους φόρτωσε στην πλάτη. Για λίγο εκείνα τα δέκατα του δευτερολέπτου που βρίσκεται κανείς στον αέρα, ίσως να γυρνάει ένας διακόπτης και στην άλλη πλευρά της φωτιάς να προσγειώνεται ελαφρύτερος.


Μπορεί οι λαϊκές δοξασίες και πεποιθήσεις γύρω από το έθιμο εν τέλει να μην είχαν απόλυτα άδικο. Όχι βέβαια αναφορικά με τη μαγεία, την μαντεία και τα μελλούμενα, αλλά κυρίως με την κάθαρση, που αυτή όμως έρχεται από την έκθεση στην κοινότητα. Ίσως ο Κλήδονας να είναι εκείνη η αφορμή οι κοινότητες να γίνουν παρέες, να γίνουν πυρήνες και να φωτιστεί και λίγο η γειτονιά. Αυτό σήμερα ίσως και να το έχουμε ανάγκη.






