Οικονομία

Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής: Οι δύο δρόμοι της ελληνικής οικονομίας, οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες


Σε ένα διεθνές περιβάλλον που θυμίζει κινούμενη άμμο, η ελληνική οικονομία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε συμπληγάδες. Η νέα Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος αποτυπώνει ανάγλυφα αυτή τη διελκυστίνδα, παρουσιάζοντας δύο καθοριστικά σενάρια που εξαρτώνται άμεσα από τη γεωπολιτική σκακιέρα.

Τα σενάρια για τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας και τον πληθωρισμό

Από τη μία πλευρά, το βασικό σενάριο προβλέπει μια ήπια ανάπτυξη η οποία συνοδεύεται από έναν επίμονο πληθωρισμό τροφοδοτούμενο από τις ενεργειακές ανατιμήσεις της Μέσης Ανατολής. Από την άλλη, η πρόσφατη διπλωματική προσέγγιση ΗΠΑ-Ιράν αφήνει χαραμάδα αισιοδοξίας για ένα ευνοϊκότερο εναλλακτικό σενάριο ταχύτερης αποσυμπίεσης των τιμών.

Ένας οδικός χάρτης σε περιόδους αβεβαιότητας

Ωστόσο, η πορεία αυτή κάθε άλλο παρά ανέφελη είναι. Οι καθοδικοί κίνδυνοι παραμονεύουν τόσο εκτός όσο και εντός των συνόρων. Ενώ οι διεθνείς αγορές παραμένουν νευρικές, η εγχώρια οικονομία έρχεται αντιμέτωπη με τις δικές της δομικές προκλήσεις: τη στενότητα στην αγορά εργασίας, την ανάγκη ευθυγράμμισης των μισθών με την παραγωγικότητα για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας, και το διαρκές στοίχημα της έγκαιρης απορρόφησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Με φόντο τις βαθύτερες πληγές του δημογραφικού και της στεγαστικής κρίσης, η έκθεση της κεντρικής τράπεζας δεν αποτελεί απλώς μια παράθεση προβλέψεων, αλλά έναν αυστηρό οδικό χάρτη για την προστασία της σταθερότητας απέναντι στην επερχόμενη αβεβαιότητα.

Το βασικό σενάριο για το ΑΕΠ

Στο σενάριο αναφοράς, η ελληνική οικονομία επιδεικνύει ανθεκτικότητα με τον ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ να διαμορφώνεται στο 1,9%. Αν και το ποσοστό αυτό συνιστά ελαφρά επιβράδυνση σε σχέση με το προηγούμενο έτος, εξακολουθεί να υπερέχει σημαντικά έναντι του ισχνού ρυθμού ανάπτυξης της ευρωζώνης. Η κινητήριος δύναμη πίσω από αυτή τη δυναμική παραμένει η εγχώρια ζήτηση, οι ιδιωτικές επενδύσεις και η εισροή των ευρωπαϊκών πόρων.

Ωστόσο, το μεγάλο αγκάθι αυτού του σεναρίου είναι ο πληθωρισμός, ο οποίος αναθεωρείται ανοδικά στο 3,8%. Η αναθεώρηση αυτή αντανακλά την παράταση της ενεργειακής κρίσης, καθώς οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου παραμένουν σε υψηλά επίπεδα λόγω των γεωπολιτικών αναταράξεων, ενώ την ίδια στιγμή οι πληθωριστικές πιέσεις μετακυλίονται με ένταση στον τομέα των υπηρεσιών και των μη ενεργειακών βιομηχανικών αγαθών.

Το καλό σενάριο

Στον αντίποδα, το ευνοϊκότερο εναλλακτικό σενάριο εισάγει μια παράμετρο γεωπολιτικής αποκλιμάκωσης, η οποία βασίζεται στην πρόσφατη διπλωματική προσέγγιση και συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Εάν η συμφωνία αυτή τηρηθεί με συνέπεια, αναμένεται να οδηγήσει σε άμεση εκτόνωση των εχθροπραξιών στη Μέση Ανατολή και σε ταχύτερη υποχώρηση των διεθνών τιμών της ενέργειας.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η ελληνική οικονομία απελευθερώνεται από ένα σημαντικό βάρος: ο ρυθμός ανάπτυξης ενισχύεται στο 2% για το 2026 (και στο 2,1% για τα έτη 2027-2028), ενώ ο πληθωρισμός υποχωρεί ελαφρά στο 3,7% το 2026, με προοπτική πολύ ταχύτερης αποκλιμάκωσης τα επόμενα χρόνια (2,5% το 2027 και 2,2% το 2028).

Οι διεθνείς συμπληγάδες: Εξωτερικοί κίνδυνοι και αβεβαιότητα

Οι κίνδυνοι που περιβάλλουν τις παραπάνω προβλέψεις είναι κατά βάση καθοδικοί, με το διεθνές περιβάλλον να εκπέμπει σήματα αυξημένης ανησυχίας. Η γεωπολιτική αστάθεια παραμένει ο υπ’ αριθμόν ένα αστάθμητος παράγοντας. Η παράταση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ουκρανία συντηρούν ένα καθεστώς νευρικότητας στις αγορές εμπορευμάτων.

Μια νέα ή παρατεταμένη άνοδος του ενεργειακού κόστους δρα σωρευτικά στην οικονομία. Από τη μία πλευρά, συρρικνώνει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, περιορίζοντας την ιδιωτική κατανάλωση, και από την άλλη, επιβαρύνει το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων, υπονομεύοντας τη διεθνή τους ανταγωνιστικότητα.

Παράλληλα, το διεθνές εμπόριο δέχεται πιέσεις από τις τάσεις γεωοικονομικού κατακερματισμού και τη διατήρηση υψηλών δασμών από την πλευρά των ΗΠΑ. Μια τέτοια εξέλιξη περιορίζει την εξωτερική ζήτηση, επηρεάζοντας άμεσα τις ελληνικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, περιλαμβανομένου και του τουριστικού προϊόντος, το οποίο είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στις διεθνείς οικονομικές διακυμάνσεις.

Μισθοί, παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα

Στο εσωτερικό μέτωπο, η μεγαλύτερη βραχυπρόθεσμη πρόκληση εντοπίζεται στην αγορά εργασίας. Η ανεργία συνεχίζει την πτωτική της πορεία —αναμένεται να υποχωρήσει στο 8,2% το 2026— γεγονός αναμφίβολα θετικό, το οποίο όμως συνοδεύεται από έντονα φαινόμενα στενότητας.

Η έλλειψη εξειδικευμένου (και μη) εργατικού δυναμικού σε κρίσιμους τομείς, όπως οι κατασκευές, ο τουρισμός και η πληροφορική, ασκεί πιέσεις για αυξήσεις στις ονομαστικές αμοιβές, οι οποίες τρέχουν με ρυθμό κοντά στο 4%.

Η Τράπεζα της Ελλάδος σημειώνει επίσης πως εάν οι αυξήσεις των μισθών υπερβούν σημαντικά τον ρυθμό βελτίωσης της παραγωγικότητας, τότε θα καταγραφεί άνοδος του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Η διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα στην ανάγκη ενίσχυσης των πραγματικών εισοδημάτων και στην προστασία της ανταγωνιστικότητας αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα στοιχήματα της οικονομικής πολιτικής, σύμφωνα με την ΤτΕ.

Το στοίχημα των επενδύσεων και του Ταμείου Ανάκαμψης

Η διατήρηση των υψηλών ρυθμών ανάπτυξης βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην υλοποίηση του επενδυτικού προγράμματος. Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) αποτελεί το βασικό χρηματοδοτικό εργαλείο για τον μετασχηματισμό του αναπτυξιακού υποδείγματος.

Ωστόσο, οι κίνδυνοι καθυστερήσεων στην απορρόφηση και, κυρίως, στην αποτελεσματική διάθεση αυτών των πόρων παραμένουν υπαρκτοί.

Οι καθυστερήσεις στην εκτέλεση των δημοσίων συμβάσεων, οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και η περιορισμένη ικανότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων να ενταχθούν σε προγράμματα ψηφιακού και πράσινου μετασχηματισμού μπορούν να στερήσουν από την οικονομία πολύτιμη ρευστότητα. Οι επενδύσεις δεν πρέπει απλώς να γίνουν, αλλά πρέπει να κατευθυνθούν σε διεθνώς εμπορεύσιμους τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, ώστε να συμβάλουν στη μόνιμη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης της χώρας.

Δομικές παθογένειες και μακροπρόθεσμες προκλήσεις

Πίσω από τους βραχυπρόθεσμους δείκτες, η έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος αναδεικνύει τις βαθιές, διαρθρωτικές προκλήσεις που απειλούν τη μακροχρόνια βιωσιμότητα της οικονομίας.

Το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών: Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να καταναλώνει περισσότερα από όσα παράγει. Η αύξηση των επενδύσεων και η εισροή κεφαλαίων προκαλούν, νομοτελειακά, αυξημένες εισαγωγές μηχανολογικού εξοπλισμού και πρώτων υλών. Όταν αυτό συνδυάζεται με ακριβές εισαγωγές ενέργειας, το εξωτερικό έλλειμμα διευρύνεται, καθιστώντας τη χώρα ευάλωτη σε εξωτερικές χρηματοπιστωτικές διαταραχές. Η μείωση του ελλείμματος απαιτεί ριζική στροφή προς τις εξαγωγές αγαθών και τη μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.

Το στεγαστικό πρόβλημα: Η κρίση κόστους ζωής επιτείνεται από τη ραγδαία άνοδο των ενοικίων και των τιμών των ακινήτων. Η περιορισμένη πρόσβαση σε προσιτή στέγη, ιδιαίτερα για τα νέα ζευγάρια, δεν αποτελεί μόνο κοινωνικό πρόβλημα, αλλά και οικονομικό, καθώς μειώνει το διαθέσιμο εισόδημα για άλλες δαπάνες και λειτουργεί ανασταλτικά στην κινητικότητα του εργατικού δυναμικού.

Το δημογραφικό και η κλιματική κρίση: Πρόκειται για τις δύο μεγαλύτερες «βραδύφλεγες βόμβες». Η γήρανση του πληθυσμού συρρικνώνει το εργατικό δυναμικό και επιβαρύνει μακροπρόθεσμα τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης και υγείας. Παράλληλα, η κλιματική κρίση —με την εμφάνιση ακραίων καιρικών φαινομένων— απειλεί άμεσα την αγροτική παραγωγή, τις υποδομές και τον τουρισμό, απαιτώντας τεράστιους πόρους για την προσαρμογή και την αποκατάσταση ζημιών.



Source link

sporadesnews
the authorsporadesnews