Οικονομία

Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική: Ανάμικτες οι πρώτες αντιδράσεις των φορέων


Από διαμετρικά αντίθετη σκοπιά, δύο πανελλαδικοί φορείς – ΠΟΜΙΔΑ και ΠΑΝΣΥΠΟ –  καταθέτουν την κριτική τους πάνω στην «Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική». Το σχέδιο στρατηγικής εκπονήθηκε για λογαριασμό του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας (ΥΚΟΙΣΟ) και βρίσκεται σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση στο opengov ως τις 3 Ιουλίου.

Πρόκειται για ένα εκτενές και εμπεριστατωμένο κείμενο 120 σελίδων, το οποίο  φιλοδοξεί να αποτελέσει τον πρώτο ολοκληρωμένο οδικό χάρτη για την αντιμετώπιση των στεγαστικών προκλήσεων της χώρας, σε βάθος δεκαετίας (2026-2035).

Καθώς η κυβέρνηση βρίσκεται στο τελευταίο έτος της θητείας της, το «δεκαετές πλάνο» του ΥΚΟΙΣΟ για τη στέγαση, αξιοποιείται και εν είδει προεκλογικού προγράμματος – ασχέτως του πότε θα «κλειδώσουν» τελικά οι εκλογές.

Άλλωστε η στεγαστική κρίση σε συνδυασμό με την ακρίβεια  – δηλαδή την αναντιστοιχία μισθών και κόστους διαβίωσης –  είναι από τα κορυφαία προβλήματα που απασχολούν του Έλληνες, ιδίως τη νεότερη γενιά.

Στεγαστική ΠολιτικήΣτεγαστική Πολιτική

Διαφορετικές αφετηρίες

Οι δύο φορείς που αντέδρασαν, εκκινούν από διαφορετική αφετηρία και εκφράζουν – άμεσα ή έμμεσα – τα συμφέροντα κοινωνικών ομάδων που δεν ταυτίζονται απαραίτητα μεταξύ τους. Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ιδιοκτητών Ακινήτων (ΠΟΜΙΔΑ), ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με το ζήτημα των ενοικίων, από την πλευρά των εκμισθωτών. Εκφράζει την κάθετη διαφωνία της με κάθε είδους κρατική παρέμβαση στην αγορά ενοικίων, υποστηρίζοντας ότι θα οδηγήσει στο «να κλείσουν σπίτια αντί να ανοίξουν».

Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Υπαλλήλων ΟΑΕΔ (ΠΑΝΣΥΠΟ), εκπροσωπεί εργαζόμενους της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης – ΔΥΠΑ, μεταξύ άλλων και όσους προέρχονται από τον κατηργημένο  Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας. Εκφράζει μια πιο συνολική οπτική, από την πλευρά της κοινωνικής πλειοψηφίας, αντιμετωπίζοντας τη στέγαση πρωτίστως ως ανθρώπινο δικαίωμα και όχι ως εμπόρευμα.

Πού διαφωνεί η ΠΟΜΙΔΑ με τη Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική

Η ΠΟΜΙΔΑ ήταν η πρώτη συλλογικότητα που κατέθεσε σχόλιο στην ηλεκτρονική διαβούλευση για την Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική.

Επικεντρώνει τα βέλη της κριτικής της στην παράγραφο που αφορά τη θέσπιση «Εθνικού Δείκτη Τιμών Ακινήτων» (Ενότητα 3 – Μέτρα Στεγαστικής Πολιτικής,  Στόχος 9: Διαμόρφωση συστήματος διακυβέρνησης στέγασης).

Όπως αναφέρεται στη Στρατηγική, «η θεσμοθέτηση εθνικού δείκτη τιμών ακινήτων στοχεύει στη δημιουργία ενός ενιαίου και αξιόπιστου μηχανισμού παρακολούθησης των τιμών αγοράς και μίσθωσης κατοικιών σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Ο δείκτης θα ενισχύσει τη διαφάνεια στην αγορά κατοικίας, θα επιτρέψει την έγκαιρη αναγνώριση περιοχών με αυξημένη στεγαστική πίεση και θα στηρίξει τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων για τον σχεδιασμό στεγαστικών πολιτικών».

Το όργανο εκπροσώπησης των ιδιοκτητών πιάνεται από την εξής φράση: «Ο εθνικός δείκτης τιμών μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τη διάκριση μεταξύ ελεύθερης και ρυθμιζόμενης αγοράς μίσθωσης, με τρόπο στοχευμένο και τεκμηριωμένο».

Σύμφωνα με τις προτάσεις της Εθνικής Στρατηγικής, «ιδίως για κατοικίες χαμηλής ποιότητας ή χαμηλής ενεργειακής απόδοσης, ο δείκτης θα μπορούσε να αξιοποιηθεί ως εργαλείο αναφοράς για τον καθορισμό ανώτατων ευρών μισθώματος ή άλλων κανόνων ρύθμισης της αγοράς».

Απεταξάμην το πλαφόν στα ενοίκια

Η πρόταση για «κανόνες ρύθμισης της αγοράς», ερμηνεύθηκε, όπως ήταν λογικό, ως παράθυρο για πλαφόν στα ενοίκια, κάτι που το ΥΚΟΙΣΟ έσπευσε να διαψεύσει. «Η θέσπιση ρυθμιζόμενου ενοικίου στο πλαίσιο της κοινωνικής κατοικίας δεν πρέπει να συγχέεται με την επιβολή πλαφόν σε ιδιωτικά ακίνητα», δήλωσε κατηγορηματικά το υπουργείο.

Όμως αυτό δεν είναι αρκετό από την ΠΟΜΙΔΑ, που ζητάει να αποσυρθεί η διατύπωση τη πρότασης από τη δημόσια διαβούλευση, με το σκεπτικό ότι «ξυπνά ανατριχιαστικές μνήμες», όπως «την πλήρη απαξίωση των περιουσιών από το κατοχικό ενοικιοστάσιο 1940-1965».

Η θέση της ΠΟΜΙΔΑ είναι ότι κάθε μορφή αγορανομικού ελέγχου θα αποθάρρυνε τους ιδιοκτήτες από την εκμίσθωση, θα ενίσχυε την υποδήλωση μισθωμάτων και θα έπληττε τελικά τους ίδιους τους ενοικιαστές, ιδίως νέους και νέα ζευγάρια.

Αντί γι’ αυτό,  προτείνει μια δέσμη μέτρων για την αύξηση της προσφοράς κατοικιών:

  • Την επέκταση της τριετούς φοροαπαλλαγής σε νέες μισθώσεις κύριας κατοικίας για κάθε σήμερα ξενοίκιαστο ακίνητο.
  • Τη δυνατότητα μονομερούς διαίρεσης μεγάλων διαμερισμάτων σε μικρότερα διαμερίσματα, ακόμα και αν απαγορεύεται από τον κανονισμό της πολυκατοικίας.
  • Τη μείωση φορολογικών συντελεστών στα εισοδήματα από μισθώματα.
  • Τη μείωση ΦΠΑ σε υλικά και εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης.
  • Την αξιολόγηση της φερεγγυότητας υποψήφιων ενοικιαστών μέσω κρατικής εφαρμογής.

Οι θέσεις του ΠΑΝΣΥΠΟ

Ο ΠΑΝΣΥΠΟ προσέγγισε το ζήτημα από διαφορετική γωνία, εξετάζοντας πρωτίστως αν η ίδια η μελέτη ανταποκρίνεται στο αντικείμενο για το οποίο ανατέθηκε. Η σύμβαση είχε εκτιμώμενη αξία 600.000 ευρώ χωρίς ΦΠΑ και κατακυρώθηκε στην εταιρεία «Ερνστ και Γιανγκ» έναντι 438.000 ευρώ χωρίς ΦΠΑ, με μοναδική προσφορά στον διαγωνισμό. Ο σύλλογος υποστηρίζει ότι, ενώ η διακήρυξη απαιτούσε πλήρη στρατηγική αρχιτεκτονική με εναλλακτικά σενάρια πολιτικής, κοστολόγηση και δεσμευτικούς δείκτες, το τελικό κείμενο λειτουργεί κυρίως ως τεχνοκρατική συστηματοποίηση ήδη υφιστάμενων ή δρομολογημένων μέτρων.

Ο ΠΑΝΣΥΠΟ αναγνωρίζει ότι η υπό διαβούλευση Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική. αποτυπώνει εύστοχα και αναλυτικά τη στεγαστική κρίση. Θεωρεί όμως ότι «δεν μετατρέπει αυτή τη διάγνωση σε δεσμευτικό, κοινωνικά προσανατολισμένο και επιχειρησιακά εφαρμόσιμο σχέδιο δημόσιας στεγαστικής πολιτικής».

Δάνεια και επιδόματα ή δημόσια στεγαστική πολιτική;

Ο ΠΑΝΣΥΠΟ εντοπίζει κενά και αδυναμίες, στα υφιστάμενα μέτρα,  που αναφέρονται στην «Εθνική Στρατηγική για τη Στεγαστική Πολιτική». Για παράδειγμα, τονίζει ότι το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» παρουσιάζεται ως επιτυχία βάσει αριθμού εγκεκριμένων δανείων, χωρίς να εξετάζονται άλλοι παράγοντες: π.χ. η μέση κατοικία που αγοράζεται είναι κατασκευής 1982, με υψηλό τίμημα σε σχέση με την ποιότητα και την παλαιότητά της, ενώ το πραγματικό μηνιαίο κόστος στέγασης, συμπεριλαμβανομένων δόσης, κοινοχρήστων, ΕΝΦΙΑ και ενέργειας, μπορεί να απορροφά το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος ενός μέσου δικαιούχου.

Το «Ανακαινίζω-Νοικιάζω» εμφανίζεται με μόλις 3.368 ωφελούμενους έναντι μιας δεξαμενής περίπου 800.000 κενών κατοικιών, ενώ ο σύλλογος επισημαίνει ότι ανακλήθηκαν χιλιάδες αιτήσεις λόγω παρατυπιών, με χαρακτηριστική περίπτωση ακινήτου που δηλώθηκε από είκοσι διαφορετικούς πολίτες.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη φοιτητική στέγαση, όπου η χώρα διαθέτει μόλις 9.200 λειτουργικές κλίνες για περίπου 200.000 φοιτητές που σπουδάζουν εκτός τόπου κατοικίας τους. Ο ΠΑΝΣΥΠΟ κρίνει ότι η ανάθεση της ανέγερσης νέων φοιτητικών εστιών σε ΣΔΙΤ, εκ των οποίων μόλις τρία από έξι έχουν συμβασιοποιηθεί, δεν επαρκεί για μια τόσο άμεση ανάγκη.  Περιορισμένη θεωρεί και την κλίμακα παρεμβάσεων για κοινωνική κατοικία.

Αφετηρία συζήτησης

Το βαθύτερο πρόβλημα που εντοπίζει ο σύλλογος είναι θεσμικό. Η Στρατηγική προτείνει έναν Ενιαίο Φορέα Στεγαστικής Πολιτικής χωρίς να αποσαφηνίζει ποια μορφή θα έχει, ούτε  ποια θα είναι η σχέση του με τη ΔΥΠΑ και την περιουσία του πρώην ΟΕΚ, αφήνοντας ασαφή τη θεσμική συνέχεια της εργατικής κατοικίας.

«Η στέγη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πεδίο επιδοτήσεων προς μια ακριβή αγορά ούτε ως μηχανισμός επέκτασης της δανειακής εξάρτησης. Η χώρα χρειάζεται δημόσια στεγαστική πολιτική με θεσμική συνέχεια, κοινωνικό έλεγχο, αξιοποίηση της περιουσίας της εργατικής κατοικίας, μόνιμο απόθεμα κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, ρύθμιση της αγοράς ενοικίων, προστασία της φοιτητικής κατοικίας και ουσιαστική λογοδοσία. Η Στρατηγική, όπως έχει τεθεί σε διαβούλευση, μπορεί να αποτελέσει αφετηρία συζήτησης», καταλήγει ο ΠΑΝΣΥΠΟ.



Source link

sporadesnews
the authorsporadesnews